Επιλέξτε Σώμα: Color 1 Color 2 Color 3
Youtube Twitter Facebook Rss

ΑΠΟΨΗ

Δόγμα Ενιαίου Αμυντικού Χώρου-ΑΟΖ και "διπλωματία των κανονιοφόρων".Ανάλυση

07.03.2012 | 00:01

του Ταξχου ε.α Πολυχρόνη Ναλμπάντη, MPhil



Το ∆όγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου (∆ΕΑΧ), η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) και η «∆ιπλωματία των Κανονιοφόρων» («Gunboat Diplomacy») αποτελούν κρίσιμες αλληλοσυνδεόμενες έννοιες για τη στρατηγική ασφάλειας και άμυνας Ελλάδας-Κύπρου, και τη γεωπολιτική -γεωοικονομική διάσταση στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.


Το Ινστιτούτο Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας - ΙΑΑΑ, (INSTITUTE FOR SECURITY AND DEFENCE ANALYSIS - ISDA), με το παρόν Κείμενο Εργασίας αναλύει τις παραπάνω παραμέτρους, που αφορούν τον σχεδιασμό του Στρατηγικού Πλαισίου Εθνικής Άμυνας – Ασφάλειας, και εκτιμά ότι στη συνέχεια θα αναπτυχθεί έντονος διάλογος για ανάλυση και σύνθεση μεταξύ της πολιτικής, στρατιωτικής, διπλωματικής και ακαδημαϊκής ελίτ της χώρας, μετά την αποκάλυψη της διαγραφής / αφαίρεσης του ∆όγματος του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου (∆ΕΑΧ) από το κείμενο της Πολιτικής Εθνικής Άμυνας (ΠΕΑ) του 2011, από το ελληνικό Υπουργείο Εθνικής Άμυνας (ΥΠΕΘΑ).


∆ΕΑΧ Ελλάδας – Κύπρου και τουρκικές - νατοϊκές αντιδράσεις

Η γνώση του δόγματος, η κατανόησή του και οι εφαρμογές του βοηθούν τη διαυγή σκέψη μέσα στην ομίχλη, το χάος και την ένταση μιας κρίσης, σύγκρουσης ή και πολέμου. Ο Sir Jullian Corbett το περιγράφει ως «ένα κοινό όχημα έκφρασης και ως ένα κοινό επίπεδο της σκέψης».
Ένα δόγμα καλύπτει πρωτίστως το στρατηγικό και σε ένα βαθμό, το επιχειρησιακό - τακτικό επίπεδο του στρατιωτικού σχεδιασμού, τόσο σε περίπτωση σύγκρουσης (υψηλής ή χαμηλής έντασης), όσο και τη χρήση της στρατιωτικής ισχύος στην ειρήνη. Σε γενικές γραμμές, ο κύριος σκοπός του δόγματος, σε όλα τα επίπεδα είναι να αποφέρει το μεγαλύτερο όφελος στις Ένοπλες ∆υνάμεις, που υποστηρίζουν την Εθνική Πολιτική της χώρας.
Άπαξ και το δόγμα διαμορφωθεί, έχει μια συνεχή επίδραση και επιρροή στις επιχειρήσεις «ρουτίνας» όλων των στρατιωτικών δυνάμεων. Στο στρατιωτικό – στρατηγικό επίπεδο, οι θεμελιώδεις αρχές πιθανώς να μεταβάλλονται πολύ σπάνια. Αντιθέτως, σε τακτικό επίπεδο, το δόγμα επηρεάζεται άμεσα από τρέχουσες προκλήσεις και δυνατότητες. Το τακτικό δόγμα καθορίζεται από την απειλή, το περιβάλλον, τον εξοπλισμό και την τεχνολογία.

Τα δόγματα δεν είναι στατικά, και δεν πρέπει να είναι, αλλά θα πρέπει να μεταβάλλονται ώστε να αντιμετωπίζονται νέες απειλές ή οποιεσδήποτε άλλες μεταβολές.

Η στρατιωτική ισχύς ακόμη και αν διατίθεται, εξαρτάται πώς θα χρησιμοποιηθεί από τον τρόπο σκέψης της κορυφής της πυραμίδας που λαμβάνει αποφάσεις, είτε πρόκειται για ένα άτομο ή για μια ευρύτερη γραφειοκρατία. Για παράδειγμα η ελληνική κυβέρνηση των τελευταίων ετών βασίζεται περισσότερο στα διπλωματικά μέσα και λιγότερο στη στρατιωτική δύναμη.

Επίσης, το δόγμα ορίζει τις θεμελιώδεις αρχές με τις οποίες οι στρατιωτικές δυνάμεις κατευθύνουν τις δράσεις τους για την υποστήριξη των αντικειμενικών σκοπών. Το δόγμα είναι επιτακτικό, αλλά απαιτεί κρίση στην εφαρμογή του, είναι δυναμικό και θα πρέπει να αναθεωρείται συνεχώς για να είναι επίκαιρο. Σε ένα μεταβαλλόμενο στρατηγικό περιβάλλον, απαιτείται να είμαστε έτοιμοι να αντιδράσουμε σε όλο το φάσμα της σύγκρουσης, αναβαθμίζοντας το δόγμα μας ώστε να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις του.


Το Νοέμβριο του 1993, διακηρύχθηκε από Ελλάδα και Κύπρο το ∆ΕΑΧ, με κύριο χαρακτηριστικό τον καθαρά αμυντικό του χαρακτήρα και στόχο την αποτροπή ή αντιμετώπιση κάθε επιθετικής ενέργειας, εναντίον του ενός ή και των δύο μερών. Με τη διακήρυξη του δόγματος, υπογραμμίστηκε με έμφαση η δέσμευση της Ελλάδας να θεωρεί ως αιτία πολέμου (casus - belli) οποιαδήποτε τουρκική απόπειρα προέλασης στην ελεύθερη Κύπρο. Η απόφαση των κυβερνήσεων Ελλάδας – Κύπρου, να προχωρήσουν σε αμυντική συνεργασία, ενόχλησε σφοδρά την Τουρκία, τις ΗΠΑ, τη Βρετανία, τη Γαλλία, και άλλες συμμαχικές χώρες. Η επιχειρηματολογία τους ήταν ότι από ελληνικής πλευράς δόθηκε στρατιωτικός χαρακτήρας στην επίλυση του Κυπριακού με συνέπεια να δυσχερανθούν οι προσπάθειες πολιτικής λύσης.

Όμως, η ανάγκη ενός δόγματος εκτεταμένης αποτροπής (extended deterrence) για την ασφάλεια της Κύπρου είναι επιβαλλόμενη, λόγω της συνεχούς κατοχής αλλά και των αναβαθμισμένων επιχειρησιακών δυνατοτήτων των τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων εισβολής - κατοχής επί της Νήσου. Η Ελλάδα και η Κύπρος, ως δύο ανεξάρτητα κράτη του ΟΗΕ έχουν δικαίωμα και υποχρέωση να μεριμνήσουν για την ασφάλειά τους, υπογράφοντας μια αμυντική συνεργασία, της οποίας ο χαρακτήρας είναι καθαρά αμυντικός. Αυτή η αμυντική συνεργασία - «αυτοάμυνα» δεν στρέφεται εναντίον ουδενός αλλά αμύνεται κατά παντός.




Η παραδοσιακή έννοια της αυτοάμυνας στο ∆ιεθνές ∆ίκαιο, θεμελιώθηκε στην υπόθεση Caroline, το 1837, η οποία αντιμετωπίζει μία ένοπλη επίθεση από ένα κράτος – δράστη (όπως το ερμηνεύει σήμερα ο Καταστατικός Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών), ενώ θεωρεί οποιαδήποτε απάντηση ως απολύτως απαραίτητη, ανάλογη και άμεση, και κατά συνέπεια νόμιμη. Η υπόθεση Caroline αφορούσε το ομώνυμο πλοίο, που μετέφερε οπλισμό, κατά μήκος του ποταμού Νιαγάρα, για τον εξοπλισμό αντιφρονούντων ανταρτών κατά των Βρετανών,στον Καναδά. Οι βρετανικές δυνάμεις επιτέθηκαν και κατέλαβαν το πλοίο, του έβαλαν φωτιά και το έσπρωξαν στους καταρράκτες του Νιαγάρα. Ήταν μια πράξη αυτοάμυνας για τους Βρετανούς. Παρόλα αυτά, δεν έγινε αποδεκτή από την αμερικανική πλευρά και στις επακόλουθες διπλωματικές διαβουλεύσεις, ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών, Daniel Webster, έθεσε τους όρους του δικαιώματος της αυτοάμυνας: αμεσότητα, αναγκαιότητα και αναλογικότητα. Η επιχειρηματολογία του Webster, που επαναλήφθηκε σε γράμμα του 1841, που απεστάλη στους Βρετανούς, ανέφερε ότι το κριτήριο ήταν «αναγκαιότητα αυτοάμυνας, στιγμιαία και συντριπτική, μη αφήνοντας κανένα περιθώριο και χρόνο αντίδρασης».


Σήμερα, η προληπτική αυτοάμυνα είναι απαραίτητη και αναπόφευκτη.

Βασισμένη στη θεωρία, τη λογική και την αίσθηση της πραγματικότητας είναι αδύνατο να αποφευχθεί η πρόληψη. Το ερώτημα δεν είναι η αποδοχή ή η απόρριψή της. Η πρόκληση είναι να δημιουργηθούν οι καλύτεροι δυνατοί όροι για την έγκαιρη και ικανοποιητική υιοθέτησή της. Η συνεργασία και η πρόληψη είναι δύο διαφορετικά μέρη μιας στρατηγικής, η οποία αναγνωρίζει ότι η πρόβλεψη είναι κεντρικής σημασίας στο περιβάλλον ασφαλείας του 21ου αιώνα. Τούτο συμβαίνει επειδή απαιτείται έγκαιρη δράση από τη φύση της διεθνούς τάξης πραγμάτων και τη συντριπτική πλειοψηφία των συσχετιζόμενων με αυτήν απειλών, οι οποίες θα κλονίσουν τη σταθερότητα του συστήματος ή υποσυστήματος της διεθνούς κοινότητας. Η σταθερότητα διατηρείται καλύτερα μέσω της συνεχούς προετοιμασίας (την προληπτική αυτοάμυνα), παρά μέσω απάντησης σε προκλήσεις, όταν έχει ήδη κλονιστεί η διεθνής τάξη πραγμάτων.


Η συνεχής ενόχληση της Τουρκίας για το ∆ΕΑΧ (εκφραζόμενη πάντα σε διμερές και διεθνές επίπεδο), επιτρέπει την ερμηνεία ότι, αφενός μεν με τη στάση της εκτίθεται καθώς παρουσιάζεται ότι υπονομεύει τη βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, αναγκάζοντας την Ελλάδα και την Κύπρο να λάβουν και στρατιωτικά μέτρα. Αφετέρου δε, φαίνεται ότι θέτει ως στόχο τη συρρίκνωση της παρουσίας της Ελλάδας, ενός ναυτικού κράτους, στην Ανατολική Μεσόγειο, προσπαθώντας το Ψευδοκράτος της Βόρειας Κύπρου να τύχει περαιτέρω διεθνούς αναγνώρισης.

Η σχεδίαση και η εκτέλεση κοινών ελληνο-κυπριακών αεροναυτικών ασκήσεων στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Κρήτης – Ρόδου – Κύπρου, στην Ανατολική Μεσόγειο, και η διασύνδεσή τους με καθαρά αμυντικούς αντικειμενικούς σκοπούς έδινε αξιοπιστία στη νέα αυτή διμερή αμυντική συνεργασία. Η ίδια η Τουρκία, αντιμετωπίζει τον Ελληνισμό ως ενιαίο στόχο της, και συνδέει το Αιγαίο με την Κύπρο στους πολιτικούς της σχεδιασμούς εφαρμόζοντας την στρατηγική του εξαναγκασμού, των τετελεσμένων γεγονότων (fait-accompli) και του casus-belli.

Το ∆ΕΑΧ λειτουργεί σταθεροποιητικά μέσω της αποτροπής στην περιοχή και δεν αποτελεί εμπόδιο στις προσπάθειες εξεύρεσης μίας βιώσιμης, δίκαιης και λειτουργικής λύσης του Κυπριακού, αφού αποτελεί εξωτερική εξισορρόπηση (external balancing) στην υπάρχουσα τουρκική στρατιωτική απειλή.




Η ειρωνεία της υπόθεσης είναι ότι η δυνατότητα υποστήριξης του ∆ΕΑΧ σε επιχειρησιακό επίπεδο, όταν διακηρύχθηκε το 1993, ήταν οριακή από κάθε πλευρά, ενώ σήμερα η κατάσταση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως βελτιωμένη σε ορισμένους κρίσιμους τομείς. Εκεί όμως που εντοπίζεται το πρόβλημα είναι στο ότι οι Ελληνικές Ένοπλες ∆υνάμεις την παρούσα περίοδο έχουν επιχειρησιακή έλλειψη κρίσιμων πλατφορμών μάχης αέρος-θαλάσσης για την επαρκή υλοποίηση του ∆όγματος, ενώ αντίθετα η Εθνική Φρουρά της Κύπρου απέκτησε (τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό) τις κρίσιμες υποδομές και τα μέσα για την εφαρμογή των κοινών επιχειρησιακών σχεδίων. Τελικά όμως το ∆ΕΑΧ απαξιώθηκε σε πολιτικό επίπεδο και από τα δύο κράτη, με τις διμερείς ασκήσεις να διεξάγονται επί χάρτου και το τραγικό - επικίνδυνο για την παρούσα χρονική περίοδο είναι η αφαίρεση του ∆ΕΑΧ από την ελληνική ΠΕΑ του 2011.


Η πρόσφατη ματαίωση για μια ακόμα χρονιά της μεγαλύτερης Τακτική Άσκησης Μετά Στρατευμάτων (ΤΑΜΣ) της Εθνικής Φρουράς «ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ 2011», καθώς και της τουρκικής άσκησης «TOROS» («Ταύρος») που διεξάγουν οι κατοχικές δυνάμεις, είναι αποτέλεσμα της τρέχουσας πολιτικής και του άτυπου μορατόριουμ που έχει ξεκινήσει από το 2008, μετά από διεθνείς πιέσεις, την περίοδο δηλαδή που ξεκίνησαν για μία ακόμα φορά οι συνομιλίες για την επίτευξη μίας συμφωνίας, η οποία θα τερμάτιζε την κατοχή στη Νήσο.


Βέβαια, ο Παναγιώτης Κονδύλης τονίζει στη «Θεωρία του Πολέμου, 1997» τα παρακάτω: «H βαθύτερη αιτία της αύξουσας Τουρκικής πίεσης πάνω στην Ελλάδα δεν είναι ούτε πολιτισμική, ούτε στενά πολιτική και παροδική, αλλά έγκειται στη συνεχή διεύρυνση της διαφοράς ανάμεσα στο γεωπολιτικό δυναμικό των δύο χωρών. Η Ελλάδα μεταβάλλεται σταθερά σε χώρα με περιορισμένα κυριαρχικά δικαιώματα, δηλαδή δικαιώματα των οποίων η κυρίαρχη άσκηση εξαρτάται από τη βούληση και τις αντιδράσεις τρίτων, ενώ παράλληλα η στάση της γίνεται όλο και περισσότερο παθητική ή αντιφατική. Πράγματι, το σημερινό δίλημμα είναι αντικειμενικά τρομακτικό και ψυχολογικά αφόρητο: η ειρήνη σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση και ο πόλεμος σημαίνει συντριβή. Η υπέρβαση του διλήμματος αυτού, η ανατροπή των σημερινών γεωπολιτικών και στρατηγικών συσχετισμών απαιτεί ούτε λίγο ούτε πολύ, την επιτέλεση ενός ηράκλειου άθλου, για τον οποίο η ελληνική κοινωνία, έτσι όπως είναι, δεν διαθέτει τα κότσια. Οι μετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες, που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο, δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης και τέτοιου βάθους – ίσως να καταρρεύσουν ακόμα και στην περίπτωση όπου θα βρεθούν μπροστά στη μεγάλη απόφαση να διεξαγάγουν έναν πόλεμο γιατί, αν ο πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής, ποιος πόλεμος θα συνεχίσει μια σπασμωδική πολιτική;»


Η Ελλάδα από το 1974 και εντεύθεν ακολούθησε στις ελληνοτουρκικές σχέσεις αρχικά την οδό του ∆ιεθνούς ∆ικαίου και κατόπιν αποτρεπτική πολιτική (1993 – 2002), που στην περίπτωσή μας μεταφράζεται με την υιοθέτηση του ∆ΕΑΧ. Σημειώνεται ότι η πολιτική της αποτροπής αποτελεί μέρος της θεώρησης του Ρεαλισμού, ως σχολής σκέψης των ∆ιεθνών Σχέσεων. Ωστόσο από το 2002 και εντεύθεν εφαρμόστηκε σταδιακά μία ιδεαλιστική πολιτική κατευνασμού της τουρκικής επεκτατικής επιθετικότητας, με κορύφωσή της το έτος 2011, ειδικά με τον προσανατολισμό της στρατηγικής της προς την ευρωπαϊκή κατεύθυνση και ειδικότερα με τη Μόνιμη ∆ιαρθρωμένη Αμυντική Συνεργασία Ελλάδας και Κύπρου.





ΑΟΖ – ∆ΕΑΧ vs. Μόνιμης ∆ιαρθρωμένης Αμυντικής Συνεργασίας Ελλάδας και Κύπρου

Η Νέα Σύμβαση για το ∆ίκαιο της Θαλάσσης (UNCLOS – United Nations Convention of Law of the Sea, η οποία υπογράφηκε στο Montego Bay της Τζαμάικα το 1982), προσδιορίζει την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ – Exclusive Economic Zone), ως μια νέα ζώνη θαλάσσιας δικαιοδοσίας, με τα αυτονόητα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή. Η δυνητική ΑΟΖ κάθε κράτους θα μπορεί να φτάσει μέχρι τα 200 ναυτικά μίλια από την Γραμμή Βάσης (delimitation base), και περιλαμβάνει τα ύδατα, την επιφάνεια της θαλάσσης, το βυθό αλλά και το υπέδαφος της περιοχής αυτής. Η υπόψη Σύμβαση του ΟΗΕ για το ∆ίκαιο της Θάλασσας έχει κυρωθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση, στις 10 ∆εκεμβρίου 1998, και συνεπώς αποτελεί μέρος του κοινοτικού κεκτημένου. Με άλλα λόγια η κάθε χώρα που φιλοδοξεί να γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να αποδεχθεί τη συγκεκριμένη συνθήκη και να την υπογράψει. Στην περίπτωσή μας η Τουρκία για να καταστεί μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να αποδεχθεί το ∆ίκαιο της Θαλάσσης με ό,τι αυτό προβλέπει για την υιοθέτηση της ΑΟΖ.


Την τρέχουσα περίοδο, είναι σαφές, ότι αναπτύσσεται διάλογος στο εσωτερικό της Ελλάδας, σχετικά με τα θέματα της Υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής της Ζώνης (ΑΟΖ). Τούτο γίνεται υπό το φως της πρόσφατης Συμφωνίας Καθορισμού Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης μεταξύ Κύπρου και Ισραήλ, η οποία φυσικά προκάλεσε και την έντονη διπλωματική και στρατιωτική αντίδραση της Τουρκίας μέχρι στιγμής. Η ανεύρεση, δε, μεγάλων ενεργειακών αποθεμάτων στην ΑΟΖ του Ισραήλ και της Κύπρου, δημιουργούν στην ανατολική Μεσόγειο νέα δεδομένα, σε συνδυασμό με τη ρήξη στις σχέσεις Τουρκίας – Ισραήλ.


Θα πρέπει να επισημανθεί ότι η χώρα μας έχει το δικαίωμα να ανακηρύξει ΑΟΖ και φυσικά κανένα άλλο κράτος ή οργανισμός δεν μπορεί να το αμφισβητήσει. Μέχρι όμως η Αθήνα να εξασκήσει το συγκεκριμένο αυτό δικαίωμα θα πρέπει να γίνει κατανοητό πως η Ελλάδα δεν διαθέτει ΑΟΖ, με την περιοχή αυτή να θεωρείται ανοιχτή θάλασσα. Η Ελλάδα την περίοδο αυτή βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με την Αίγυπτο (πάγωσαν λόγω του συμπλέγματος της Ν. Μεγίστης [Καστελλόριζου] – Ρω – Στρογγύλης), και τη Λιβύη (λόγω Γαύδου). Παράλληλα όμως, δεν έχει καθορίσει ούτε ΑΟΖ ούτε έχει διαπραγματευθεί για την οριοθέτησή της με την Κύπρο και Τουρκία. Έφτασε σε συμφωνία πριν από μερικά χρόνια με την Αλβανία, η οποία όμως έχει «σταματήσει», έπειτα από ακυρωτική απόφαση του εκεί Ανωτάτου ∆ικαστηρίου.

Η στρατηγική σημασία του συμπλέγματος της Ν. Μεγίστης (Καστελλόριζου) – Ρω - Στρογγύλης, ιδιαίτερα στη σημερινή συγκυρία, αναβαθμίζεται. ∆ιαθέτει ΑΟΖ γιατί διαθέτει οικονομική δραστηριότητα, και επιπλέον συμπίπτει με την οριοθέτηση της ελληνικής, κυπριακής και αιγυπτιακής ΑΟΖ, γεγονός που η Τουρκία το εκλαμβάνει ως αποκοπή της από την Ανατολική Μεσόγειο.


Πιο συγκεκριμένα, η ολοκλήρωση αυτής της οριοθέτησης έχει τα εξής χαρακτηριστικά:


α. Εμποδίζει την Τουρκία να έχει θαλάσσια σύνορα με την Αίγυπτο. Εκτιμάται ότι η Τουρκία ζήτησε από την Αίγυπτο να μην λάβει υπόψη της στις διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα το σύμπλεγμα των νήσων Μεγίστης (Καστελλόριζου) - Ρω - Στρογγύλης.

β. ∆ημιουργεί Ενιαίο Θαλάσσιο Χώρο μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου, τον οποίο προτίθεται να αναγνωρίσει το Ισραήλ. Τούτο προσθέτει στο Ισραήλ «ενδοχώρα» (στρατηγικό βάθος – strategic depth), αλλά και αποτελεί σημαντικό διάδρομο για υποθαλάσσιους ενεργειακούς αγωγούς προς τη ∆ύση - Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.), μέσω της Ελλάδας. Συνεπώς, η δήλωση του Τούρκου Υπουργού Εξωτερικών (ΥΠΕΞ), Ahmet Davutoglu περί Καστελλόριζου («ανήκει στη Μεσόγειο!»), παραμονές της επίσκεψής του στην Ελλάδα, και οι νευρικές αντιδράσεις, στη συνέχεια, της τουρκικής διπλωματίας με ενέργειες ιταλικού πλοίου καταβύθισης καλωδίων στην ελληνική ΑΟΖ του συμπλέγματος της νήσου Μεγίστης (Καστελλόριζου), προδίδουν την ανησυχία της Τουρκίας και τις πραγματικές της προθέσεις να καθηλώσει τη στρατηγική αναβάθμιση της Ελλάδας σε σχέση με το Ισραήλ, τη Βόρεια Αφρική και τον Ισλαμικό Κόσμο.

Σύμφωνα με τον Χρήστο Ροζάκη, «η τουρκική άποψη ότι το σύμπλεγμα της νήσου Μεγίστης (Καστελλόριζου) δεν δικαιούται ούτε υφαλοκρηπίδα, ούτε ΑΟΖ, εκτός του ότι την απομονώνει από τα υπόλοιπα ελληνικά γειτονικά νησιά, των οποίων οι ακτές συνιστούν γραμμές βάσης, αγνοώντας τη σωρευτική επίδρασή τους στη διαμόρφωση μιας οριοθετικής γραμμής ανάμεσα στις χώρες στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου, στηρίζεται, προέρχεται κατά τα φαινόμενα σε μια διαφορετική ερμηνεία του ∆ιεθνούς ∆ικαίου της Θάλασσας. Πιθανόν, να προέρχεται από μια ατυχή μεταγωγή των διδαγμάτων της διαιτητικής απόφασης των Νησιών της Μάγχης (Channel British Islands Jersey, Guernsey and Alderney, Ηνωμένο Βασίλειο - Γαλλία, 1971), τα οποία αφορούσαν την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας ανάμεσα στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία. Στην υπόθεση εκείνη τα βρετανικά νησιά της Μάγχης, που βρίσκονται πλησιέστατα στις γαλλικές ηπειρωτικές ακτές δεν μετέβαλαν, με την παρουσία τους, την εφαρμογή της μέσης γραμμής - γραμμής ίσης απόστασης, που καθορίζεται από τις ηπειρωτικές ακτές των δύο κρατών. Στα νησιά αυτά, το διαιτητικό δικαστήριο, έδωσε απλά μια ζώνη 12 μιλίων από τις ακτές τους, για όλες τις χρήσεις».


Η περίπτωση, όμως, του συγκροτήματος της Μεγίστης (Καστελλόριζου) – Ρω - Στρογγύλης είναι διαφορετική. Η νήσος Μεγίστη (Καστελλόριζο) είναι το μόνο ελληνικό έδαφος απέναντι από τις τουρκικές ακτές, και η μόνη ομοιότητά του με τα βρετανικά νησιά είναι ότι βρίσκεται κοντά στο τουρκικό ηπειρωτικό έδαφος. Αλλά αυτό το δεδομένο δεν στερεί από τη νήσο Μεγίστη (Καστελόριζο) το δικαίωμα να απολαμβάνει τις θαλάσσιες ζώνες που δικαιούνται τα νησιά από το ∆ιεθνές ∆ίκαιο. Η Σύμβαση του 1982 για το ∆ίκαιο της Θάλασσας αναφέρει ρητά (άρθρο 121, παράγραφος 2)
ότι όλα τα νησιά διαθέτουν ΑΟΖ και ότι η ΑΟΖ ενός νησιού καθορίζεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που καθορίζεται και για τις ηπειρωτικές περιοχές. Επομένως, η Τουρκία δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει για την ΑΟΖ τα ίδια επιχειρήματα που προβάλλει για την υφαλοκρηπίδα των νησιών του Αιγαίου, ότι, δηλαδή, τα νησιά μας δεν διαθέτουν υφαλοκρηπίδα ή ότι «κάθονται» πάνω στην υφαλοκρηπίδα της Ανατολίας γιατί η ΑΟΖ δεν έχει κανένα γεωλογικό «παρελθόν». Κατά συνέπεια στην οριοθετική διαδικασία της ελληνικής ΑΟΖ το σύμπλεγμα των νήσων Μεγίστης (Καστελλόριζου) - Ρω - Στρογγύλης θα πρέπει να υπολογιστεί. Όμως μέχρι σήμερα, η Τουρκία αντιτίθεται στην καθιέρωση ΑΟΖ στα ανατολικά και νοτιοανατολικά της Κρήτης και στο νοτιοανατολικό Αιγαίο (μεταξύ Ρόδου, Κρήτης), ενώ εκτιμάται ότι είναι διατεθειμένη να ζητήσει την καθιέρωση ΑΟΖ στη δική της περιοχή στην Ανατολική Λεκάνη της Μεσογείου.


Στο πλαίσιο αυτό, η Τουρκία έχει εκδώσει τη ναυτική αγγελία NAVTEX 545/8, το Νοέμβριο του 2008, με την οποία καθόριζε στη δική της δικαιοδοσία ένα μεγάλο ορθογώνιο χώρο νοτίως του συμπλέγματος της Ν. Μεγίστης (Καστελλόριζου) – Ρω – Στρογγύλης, μέχρι και Κύπρου για γεωφυσικές έρευνες, τονίζοντας ότι η Κύπρος αποτελείται από δύο κράτη και η δε αποκαλούμενη «νότιος» Κύπρος έχει μόνο μία περιορισμένη ΑΟΖ. Πρόσφατα δε, προχώρησε σε νέα κοινοποίηση της απόφασής της, να προβεί στη διενέργεια ερευνών φυσικού αερίου- πετρελαίου στην Ανατολική Μεσόγειο, το 2012. Είναι πιθανόν να κινηθεί, εφαρμόζοντας τη «∆ιπλωματία των Κανονιοφόρων» («Gunboat Diplomacy») για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ μεταξύ της Ελλάδας αλλά και της Κύπρου (ειδικά δυτικά, στη θαλάσσια περιοχή του Ακρωτηρίου Ακάμας - Αρναούτη-Πάφου), κλιμακώνοντας περαιτέρω τη στάση της σε ένα ζήτημα που μπορεί να οδηγήσει σε γενικευμένη ένταση στην ευρύτερη περιοχή. Επισημαίνουμε όμως, ότι η Τουρκία και η Βενεζουέλα είναι δύο κράτη που δεν υπέγραψαν την Σύμβαση για το ∆ίκαιο της Θάλασσας του 1982 και αρνούνται μέχρι σήμερα να προσχωρήσουν σ' αυτήν. Το πρόβλημά τους είναι παρόμοιο γιατί και τα δύο κράτη έχουν μπροστά στις ακτές τους νησιά που δεν τους ανήκουν και τα οποία έχουν δική τους ΑΟΖ, όπως ορίζει το άρθρο 121 της Συνθήκης του ∆ίκαιου της Θάλασσας.

Οι υπόψη ενέργειες της Τουρκίας αποτελούν πρόκληση εναντίον των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και η βάση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής είναι η ανυπόστατη, με βάση το ∆ίκαιο της Θάλασσας, παραδοχή ότι η περιοχή του συμπλέγματος της Ν. Μεγίστης (Καστελλόριζου) – Ρω - Στρογγύλης δεν δικαιούται Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ). Το πρόβλημα της Τουρκίας είναι ότι έχει πολύ περιορισμένα χωρικά ύδατα στο Αιγαίο Πέλαγος, μιας και απέναντι από τις ακτές της υπάρχουν ελληνικά νησιά που διαθέτουν δική τους ΑΟΖ.

Στο ήδη τεταμένο διπλωματικό και στρατιωτικό κλίμα, οι ΗΠΑ εμπλέκονται πιο αποφασιστικά και κατευναστικά για το ζήτημα, με δήλωση της εκπρόσωπου του Αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών, στις 9 Σεπτεμβρίου 2011, ότι οι πλουτοπαραγωγικές πηγές της Κύπρου θα πρέπει να μοιραστούν ισομερώς ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Επιπρόσθετα, η ΥΠΕΞ των ΗΠΑ, Hillary Clinton, κατέστησε σαφές σε όλους τους τόνους ότι η Κύπρος έχει δικαίωμα να αξιοποιήσει το θαλάσσιο πλούτο της.

Παράλληλα, η επίσκεψη του τότε Έλληνα ΥΠΕΞ, Σταύρου Λαμπρινίδη στις ΗΠΑ (Οκτώβριος 2011), και η συνάντησή του με την ομόλογό του Hillary Clinton αποδεικνύει πως η ισορροπία ισχύος στην περιοχή τείνει να μεταβληθεί. Οι δύο πλευρές διαπίστωσαν μεταξύ των άλλων, ταύτιση απόψεων στο Κυπριακό, με έμφαση στις εξελίξεις στον τομέα των υδρογονανθράκων. Τέλος, η ΥΠΕΞ των ΗΠΑ σε ομιλία της, στις 30 Οκτωβρίου 2011, στο ετήσιο συνέδριο του Αμερικανό - Τουρκικού Συμβουλίου (American-Turkish Council), τόνισε ξανά σχετικά με τις έρευνες της Κυπριακής ∆ημοκρατίας για φυσικό αέριο εντός της ΑΟΖ της, «ότι ενώ αναγνωρίζουμε το δικαίωμα της Κυπριακής ∆ημοκρατίας να διεξάγει έρευνες για φυσικούς πόρους στην ΑΟΖ της, μαζί και με τη βοήθεια αμερικανικών εταιρειών, προσβλέπουμε στο να επωφεληθούν και οι δύο πλευρές από την διανομή των πόρων στο πλαίσιο μιας συνολικής διευθέτησης».


Επίσης, οι Ηνωμένες Πολιτείες (επίσκεψη Προέδρου Barack Obama στην Άγκυρα, Απρίλιος 2009), θεωρούν ότι η Τουρκία διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο σε τέσσερις περιοχές αυξανόμενης στρατηγικής σημασίας: τη Μέση Ανατολή, τον Περσικό Κόλπο, τον Καύκασο – Κεντρική Ασία και την Ευρώπη. Αλλά όμως, σε μια εποχή που το ΝΑΤΟ αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις, όπως το Αφγανιστάν, την αστάθεια σε χώρες της Αραβικής Άνοιξης (Αίγυπτος – Λιβύη), τη Συρία και μελλοντικά ίσως στο Ιράν - Νοτιοανατολική Ασία και στο μετά- σοβιετικό χώρο, το τελευταίο πράγμα που χρειάζονται οι ΗΠΑ, είναι μια νέα κρίση στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Όλα αυτά, και με τη στροφή της Τουρκικής εξωτερικής πολιτικής που ασπάζεται την ιδέα της ανασυγκρότησης της νέο-οθωμανικής ταυτότητας, ενισχύουν την αντίληψη ότι η Τουρκία πιθανόν δεν είναι ένας φυσικός σύμμαχος της ∆ύσης. Υπό αυτή την έννοια, τόσο η Τουρκία όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιουργούν ερωτηματικά ο ένας προς τον άλλον σχετικά με τις αντίστοιχες ταυτότητές τους, αλλά και τον περιφερειακό και παγκόσμιό τους ρόλο. Συνεπώς, ενισχύεται η αντίληψη περί τουρκικού πολιτικού αινίγματος και ευρωπαϊκής θεσμικής κρίσης.

Βέβαια, το ζήτημα της Ελληνικής ΑΟΖ είναι άμεσα συνδεδεμένο με μια νέα στρατηγική ιδέα του ελληνικού ΥΠΕΘΑ, τη «Μόνιμη ∆ιαρθρωμένη Συνεργασία Ελλάδας – Κύπρου» και του ∆ΕΑΧ στην Ανατολική Μεσόγειο. Σε αυτόν τον όρο αναφέρθηκε σε διεθνές επίπεδο ο πρώην Υπουργός Εθνικής Άμυνας (ΥΕΘΑ), Ευάγγελος Βενιζέλος, κατά την ομιλία του ενώπιον της άτυπης Συνόδου των Υπουργών Άμυνας των κρατών μελών – και υποψηφίων κρατών – της Ε.Ε., στις 16 Σεπτεμβρίου 2010, χωρίς να υπάρξει καμιά αντίδραση ή σχολιασμός ακόμα και από την Τουρκία, η οποία ήταν παρούσα στη Σύνοδο. Βέβαια, την επικαλέστηκε στη Βουλή των Ελλήνων στις 18 Οκτωβρίου 2009, στην Κυπριακή Βουλή των Αντιπροσώπων στις 8-10 ∆εκεμβρίου 2009 («......το μείζον ζήτημα της εθνικής μας πολιτικής που είναι το Κυπριακό, αλλά και συνολικότερα για την εθνική μας στρατηγική, για την πολιτική άμυνας, για τον τρόπο με τον οποίο χειριζόμαστε οι δύο χώρες τα ζητήματα της μόνιμης διαρθρωμένης αμυντικής μας συνεργασίας που εκτείνεται στον ενιαίο γεωγραφικό χώρο στον οποίο βρισκόμαστε και που είναι ο χώρος της ανατολικής Μεσογείου, μέσα στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως μετά την κύρωση και τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας»), στη συνέντευξή του μετά την παρέλαση της 1ης Οκτωβρίου 2010 στη Λευκωσία και σε ομιλία του προς τα στελέχη και το προσωπικό της 95 Α∆ΤΕ, στη Ρόδο, την 28η Ιανουαρίου 2011.


Η Μόνιμη ∆ιαρθρωμένη Συνεργασία, που περιλαμβάνεται στο Κεφάλαιο της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας της Συνθήκης της Λισαβόνας, προβλέπει, ότι, εφόσον κάποιες χώρες-μέλη επιθυμούν να συνεργασθούν στο τομέα της ασφάλειας και άμυνας, σε βαθμό μεγαλύτερο των όσων προβλέπει η Συνθήκη, μπορούν να το πράξουν κάτω από κάποιες προϋποθέσεις. Οι χώρες που θα συνεργασθούν έχουν πρόθεση να αυξήσουν μέσα από τη συνεργασία τις αμυντικές τους δυνατότητες και η Ε.Ε. θα έχει μια μεγαλύτερη και πιο ισχυρή δεξαμενή άντλησης δυνάμεων και μέσων για τις ειρηνευτικές της επιχειρήσεις.


Εκτιμάται ότι η επιστροφή σε μια σχέση υψηλής έντασης, όπως στη δεκαετία του 1990, επίσης δεν θεωρείται ιδιαίτερα πιθανή, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί και να αποκλειστεί μια γενικευμένη στρατιωτική σύγκρουση. Όμως δημιουργείται ένας έντονος προβληματισμός για τη δήλωση του πρώην ΥΕΘΑ, Ευάγγελου Βενιζέλου, κατά την ομιλία του προς τους Σπουδαστές και τους Αξιωματικούς της Ανωτάτης ∆ιακλαδικής Σχολής Πολέμου (Α∆ΙΣΠΟ), στις 12 ∆εκεμβρίου 2010, ότι «...δεν πιστεύουμε ότι έχει πιθανότητες εφαρμογής ένα σενάριο γενικευμένης στρατιωτικής σύρραξης Ελλάδας-Τουρκίας στον Έβρο, το Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο και την Κύπρο. Αλλά πρέπει τα θέματα να διευθετηθούν συνολικά για να πάψουμε να έχουμε έναν εθνικό αμυντικό σχεδιασμό που περιλαμβάνει και αυτό το ενδεχόμενο».


Επισημαίνουμε ότι στις 4 Ιουνίου 2010, σε ομιλία του πάλι στην Α∆ΙΣΠΟ, τονίζει με έμφαση: «ο στρατηγικός διοικητής πολλές φορές καλείται να αντιμετωπίσει προβλήματα, τα οποία εξελίσσονται σε τακτικό επίπεδο, έχουν επεισοδιακό και σημειακό χαρακτήρα. Και πρέπει η διαχείριση των τακτικών κρίσεων να έχει τεράστιο επιχειρησιακό και στρατηγικό βάθος. ∆ιότι όλα κρίνονται σε πραγματικό χρόνο, με πάρα πολύ μεγάλη συντομία και πάρα πολύ μεγάλη ένταση». Τέλος, σε πρόσφατη ομιλία του και ο πρώην ΥΕΘΑ Παναγιώτης Μπεγλίτης σε ημερίδα του ΥΠΕΞ επανέλαβε ότι «για μας το δόγμα απέναντι στην Τουρκία είναι ένα δόγμα αμυντικό και συγχρόνως αποτρεπτικό. Ένα δόγμα που λειτουργεί ανασχετικά στην όποια προσπάθεια της Τουρκίας να κερδίσει σημεία, γιατί εκτιμούμε και στρατιωτικά ότι η όποια κρίση με την Τουρκία δεν θα πάρει τη μορφή ενός γενικευμένου πολέμου, αλλά θα πάρει τη μορφή, κατά πάσα πιθανότητα, μιας σημειακής κρίσης, μιας σημειακής σύγκρουσης. Άρα, πρέπει να προσαρμόσουμε και το δόγμα μας προς ένα τέτοιο ενδεχόμενο σενάριο».

Οι παραπάνω θέσεις του πρώην ΥΕΘΑ και νυν Αντιπροέδρου της Ελληνικής Κυβέρνησης και Υπουργού Οικονομικών φαίνεται ότι αποτέλεσαν τις «Κατευθυντήριες Οδηγίες» για τον σχεδιασμό της νέας ΠΕΑ 2011, της νέας ∆ομής ∆υνάμεων, με αποτέλεσμα τη δραστική περικοπή των οροφών των Κλάδων (ΣΞ, ΠΝ, ΠΑ) σε προσωπικό, υλικό και μέσα, και τελικά τη διεξαγωγή από τις Ελληνικές Ένοπλες ∆υνάμεις αποκλειστικά και μόνο επιχειρήσεων χαμηλής έντασης (Low Intensity Conflict - LIC) και όχι υψηλής έντασης (High Intensity Conflict - HIC). ∆ηλαδή, οι Ελληνικές Ένοπλες ∆υνάμεις, υπό το φάσμα της παρούσης δεινής οικονομικής κρίσης της χώρας και την έλλειψη σοβαρής Πολιτικής Άμυνας-Ασφάλειας, υφίστανται σημαντικό κίνδυνο ώστε να μετασχηματιστούν σε «διευρυμένη Εθνοφυλακή»!

Από την άλλη πλευρά, ο έγκριτος στρατηγικός αναλυτής και δημοσιογράφος, Μάνος Ηλιάδης, σε πρόσφατη ανάλυσή του τονίζει με ιδιαίτερη έμφαση και καυστικότητα ότι από το τέλος του έτους 2009 παρατηρείται μια συνειδητή πορεία προς κατάργηση του αμυντικού μηχανισμού της Ελλάδας, ή τουλάχιστον απομείωσεώς του, σε βαθμό που οι Ένοπλές της ∆υνάμεις να είναι πλέον πλήρως ανίκανες να υλοποιήσουν την όποια Πολιτική Εθνικής Άμυνας. Βέβαια, οι συνεχείς και χωρίς κανένα προγραμματισμό περικοπές του αμυντικού προϋπολογισμού και ο περίφημος «εξορθολογισμός των αμυντικών δαπανών» από το δίδυμο Βενιζέλου - Μπεγλίτη οδηγούν ταχύτατα τις Ελληνικές Ε∆ στη μετάπτωσή τους προς μια απλή «Εθνοφρουρά», με ανάλογη φυσικά προσαρμογή της ελληνικής Εξωτερικής Πολιτικής της χώρας «επί το ρεαλιστικότερον». Όπως ακριβώς εφαρμόζεται η Ρεαλιστική θεωρεία του Θουκυδίδη!

Επισημαίνουμε όμως, ότι σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, το ∆ΕΑΧ, έχει διαγραφεί από την ΠΕΑ του 2011, ενώ αυτό υπήρχε στην ΠΕΑ του 2005 αλλά και την προηγούμενη του 1996, και έχει πλέον αντικατασταθεί με τον όρο της Μόνιμης ∆ιαρθρωμένης Αμυντικής Συνεργασίας Ελλάδας και Κύπρου. Στη νέα ΠΕΑ 2011, δεν προβλέπεται πλέον ο από βορρά κίνδυνος, ενώ για την υπαρκτή εξ’ ανατολών απειλή δίνει, καταρχήν, τα χαρακτηριστικά σημειακής σύγκρουσης (Αιγαίο – Ανατολική Μεσόγειο), ενώ υπολογίζεται και η ανάγκη των διεθνών συμμετοχών. Φαίνεται ότι αυτό αποτελεί και την ελληνική αντίδραση στο τουρκικό σχέδιο «BALYOZ», στο βόρειο Έβρο, δηλαδή σε μια «σημειακή κρίση - σύγκρουση»!
Συνεπώς, η Ελληνική κυβέρνηση και η (τότε) στρατιωτική ηγεσία, φαίνεται να είχαν αποδεχθεί την εκτίμηση του πρώην ΥΕΘΑ, ότι δηλαδή αποκλείεται να πραγματοποιηθεί υψηλής έντασης ένοπλη στρατιωτική σύγκρουση, παρά μόνο σημειακή –τούτο αναφέρει η ΠΕΑ 2011 την οποία ενέκριναν στο Συμβούλιο Άμυνας (ΣΑΜ)= μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας, δύο κρατών - μελών της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. Φυσικά, έτσι συνέβη και το 1974!
Σύμφωνα όμως και με τη θεωρία των ∆ιεθνών Σχέσεων, οι Κρίσεις διακρίνονται σε:

-Προσχηματικές κρίσεις, δηλαδή κρίσεις που προκαλούνται από κάποιο κράτος προκειμένου αυτό να δικαιολογήσει την έναρξη εχθροπραξιών τις οποίες έχει ήδη προσχεδιάσει (όπως, η κρίση του διαδρόμου του Ντάντσιχ το 1939).

-∆ευτερογενείς κρίσεις, δηλαδή κρίσεις με τρίτα μέρη που κάποιο κράτος αντιμετωπίζει ενόσω βρίσκεται σε εχθροπραξίες με τον κύριο αντίπαλό του (όπως, η κρίση του επιβατηγού «Λουζιτάνια» το 1915, και η βύθισή του από το γερμανικό υποβρύχιο U20 επέφερε την είσοδο των ΗΠΑ κατά των Κεντρικών Αυτοκρατοριών).

-Κρίσεις αμφισβήτησης δεσμεύσεων - δικαιωμάτων, δηλαδή κρίσεις όπου μια δέσμευση που έχει αναλάβει ο αντίπαλος (π.χ. να μην επιτρέψει την εγκατάσταση ορισμένων οπλικών συστημάτων σε μία συγκεκριμένη περιοχή) τίθεται υπό ενεργό αμφισβήτηση, αναμένοντας υποχώρησή του (όπως η κρίση των πυραύλων της Κούβας το 1962).

Οι ελληνοτουρκικές κρίσεις από το 1974 και ύστερα εντάσσονται στην τρίτη κατηγορία (κρίσεις αμφισβήτησης δεσμεύσεων – δικαιωμάτων).
Όλες αυτές οι κρίσεις ξεκίνησαν με την Τουρκία να θέτει υπό αμφισβήτηση ελληνικά δικαιώματα στο Αιγαίο (υφαλοκρηπίδα, κυριαρχία βραχονησίδων) και να προσπαθεί να εξαναγκάσει την ελληνική πλευρά σε υποχώρηση. Καθώς εκτιμάται ότι η Τουρκική πολιτική των διεκδικήσεων θα συνεχιστεί, θα πρέπει να αναμένουμε την περαιτέρω εμφάνιση τέτοιου είδους κρίσεων.


Σε στρατιωτικό επίπεδο είναι γνωστό σε όλους μας το «Θερμό Επεισόδιο» όπως αναφέρεται και με τη Νατοϊκή στρατιωτική ορολογία ως «Σύγκρουση Χαμηλής Έντασης» και φυσικά όχι ως Σημειακή κρίση.

Εκτιμάται ότι, ο «Ενιαίος Χώρος Ελλάδας και Κύπρου στην Ανατολική Μεσόγειο», έχει την πρόθεση να ενοποιήσει την Ελλάδα και Κύπρο μέσω των δύο ΑΟΖ, εφόσον η νήσος Μεγίστη (Καστελλόριζο) συμπεριληφθεί, θέτοντας και τις βάσεις για την εκμετάλλευση του υπάρχοντος φυσικού ενεργειακού πλούτου της ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής. Όμως αυτό δεν προσθέτει τίποτα περισσότερο στον τομέα άμυνας – ασφάλειας μεταξύ των δύο κρατών-μελών του ΟΗΕ και της Ε.Ε. (Ελλάδας και Κύπρου), και αποτελεί ουτοπία η παραπάνω διατύπωσή του, εφόσον μέχρι τώρα δεν έχει οριοθετηθεί ακόμη η ελληνική ΑΟΖ και δεν έχει επικυρωθεί από τη Βουλή των Ελλήνων.
Η άσκηση ενεργειακής πολιτικής με βάση το εθνικό συμφέρον της Ελλάδας είναι βέβαιο ότι θα συναντήσει εμπόδια εξαιτίας της εκδήλωσης των τουρκικών διεκδικήσεων, σήμερα μάλιστα που η τουρκική εξωτερική πολιτική τείνει να αυτονομηθεί περισσότερο από την επιρροή της ∆ύσης και που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη το νέο – οθωμανικό πολιτικό πρόγραμμα της Άγκυρας, το οποίο εποφθαλμιά ως σφαίρα επιρροής, τις κτήσεις της πάλαι ποτέ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.


Το χωροταξικό πεδίο - κλειδί, το οποίο λειτουργεί προσδιοριστικά για την ανάπτυξη της νέας ενεργειακής πολιτικής της Ελλάδας είναι οπωσδήποτε η περιοχή της Μεγίστης (Καστελλόριζου), μια περιοχή την οποία η επιθετική στρατηγική των τουρκικών διεκδικήσεων τη φέρνει στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος.


ΑΥΡΙΟ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΛΥΣΗΣ

 

ΣΧΟΛΙΑ


 

Κάντε Like: Onalert.gr στο Facebook