Επιλέξτε Σώμα: Color 1 Color 2 Color 3
Youtube Twitter Facebook Rss

ΑΠΟΨΗ

Η αναιμική συμμετοχή της Ελλάδας στις αλλαγές του ΝΑΤΟ

20.10.2010 | 19:26
Institute for Security and Defence Analysis – ISDA
17 Ag. Sikelianou Street, Neo Psychico, Athens 15 451, Greece.
Tel.: +30 211 015 3504, +30 211 012 5525, Fax: +30 211 012 5526
www.i-sda.or


Η νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας
και η ελληνική αναιµική συµµετοχή

Οι υπουργοί Εξωτερικών και Εθνικής Άµυνας βρέθηκαν στις
Βρυξέλλες όπου συµµετείχαν στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, η
οποία αντικείµενο είχε τις διεργασίες οι που βρίσκονται σε
εξέλιξη στο πλαίσιο καθορισµού του στρατηγικού δόγµατος του
ΝΑΤΟ την ερχόµενη δεκαετία.

Σύµφωνα µε την ανακοίνωση που εξέδωσαν τα υπουργεία από
κοινού, «συζήτησαν το νέο στρατηγικό δόγµα, τη νέα δοµή
δυνάµεων, το ζήτηµα της αντιπυραυλικής ασφάλειας, τη
µεταρρύθµιση των οργανισµών της Συµµαχίας, τις σχέσεις ΝΑΤΟ
- ΕΕ, τις διαδικασίες εξοικονόµησης πόρων και όλα τα συναφή
θέµατα που θα οριστικοποιηθούν στη σύνοδο των Αρχηγών
Κρατών και Κυβερνήσεων του ΝΑΤΟ».

Σύµφωνα µε την ίδια ανακοίνωση, «η Ελλάδα αξιολόγησε
καταρχήν θετικά το παρόν σχέδιο του νέου στρατηγικού
δόγµατος που παρουσίασε στα κράτη-µέλη ο Γενικός
Γραµµατέας, ενώ το νέο µοντέλο δοµής διοίκησης, που
εκπόνησε επιτροπή ανωτάτων αξιωµατικών που εκπροσωπούσαν
τα κράτη-µέλη, θα αποτελέσει αντικείµενο περαιτέρω
επεξεργασίας», ενώ στην παρούσα φάση της διαδικασίας, «τα
σχέδια των ως άνω κειµένων που βρίσκονται υπό επεξεργασία
ανταποκρίνονται στις επιλογές που έχει κάνει η χώρα µας».



Στη Σύνοδο Κορυφής εξετάστηκαν οι προτάσεις της «οµάδας
των ειδικών» που έχει συστήσει το ΝΑΤΟ µε επικεφαλής την
πρώην υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μαντλίν Ολµπράιτ, για να
µελετήσει το στρατηγικό δόγµα του ΝΑΤΟ την ερχόµενη
δεκαετία. Τα συµπεράσµατα από την έρευνα τίθενται υπόψη των
κρατών-µελών πριν διαµορφωθούν σε ένα έγγραφο που θα
περιγράφει τη Στρατηγική Αντίληψη της Συµµαχίας, η οποία και
θα τεθεί προς έγκριση στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στη
Λισαβόνα της Πορτογαλίας στις 19-20 Νοεµβρίου.

Το πρόβληµα είναι ότι η κοινή ανακοίνωση των δυο υπουργείων
δεν αναφέρει τίποτε απολύτως για την ουσία των προτάσεων
που κατατέθηκαν από την «οµάδα των ειδικών», ώστε στη
συνέχεια να διεξαχθεί δηµόσιος διάλογος και να διαµορφώσει
άποψη η ελληνική κοινωνία περί του αν όντως ανταποκρίνονται
στις επιλογές που έχει κάνει η χώρα µας, όπως υποστηρίζει η
κυβερνητική πλευρά. Να κατατεθούν ενδεχοµένως προτάσεις,
να αξιολογηθούν και ενδεχοµένως να υπάρξουν προσθέσεις,
αφαιρέσεις ή να ζητηθούν διευκρινίσεις όπως θα πρέπει να
συµβαίνει σε κάθε σύγχρονο, δηµοκρατικό, ∆υτικό κράτος. Αντ’
αυτού, η επίσηµη ενηµέρωση που υπάρχει είναι απλώς ελάχιστη.

Για παράδειγµα:

> Σχολίασε κάποιος Έλληνας επίσηµος την σηµαντικότερη
ίσως προσθήκη στη νέα στρατηγική αντίληψη της
Ατλαντικής Συµµαχίας, την ανάγκη θωράκισης ενώπιον του
ενδεχοµένου «κυβερνο-επίθεσης» (cyber-attack);

> Ποια ήταν η θέση που πήρε η Ελλάδα στα θέµατα που
δίχασαν τα ισχυρά κράτη-µέλη του ΝΑΤΟ, δηλαδή αυτό της
«αντιπυραυλικής ασπίδας» και τον ρόλο των πυρηνικών
όπλων;



> Ποια είναι η θέση της χώρας για τη Νέα ∆οµή ∆ιοίκησης;
Πως αντιµετωπίζεται το γεγονός ότι η Τουρκία επιδιώκει
να αναλάβει την εγκατάσταση, συγκρότηση και διοίκηση
ενός νέου ναυτικού στρατηγείου (MARITIME HQ) µε
εµπλοκή στη Μαύρη Θάλασσα και τη Νοτιοανατολική
Μεσόγειο;

> Ποιες οι εισηγήσεις για την τροποποίηση των Άρθρων 4-
5 του Καταστατικού Χάρτη του ΝΑΤΟ και πως επηρεάζουν
την ελληνική εθνική ασφάλεια;

Ο Γάλλος υπουργός Άµυνας, Ερβέ Μορίν, σε δηλώσεις του προς
τους δηµοσιογράφους σχολίασε την «αντιπυραυλική ασπίδα»,
παροµοιάζοντάς την µε τη «Γραµµή Μαζινό» που υποτίθεται ότι
θα προστάτευε τη Γαλλία σε περίπτωση γερµανικής επίθεσης
που κατέρρευσε όταν τα γερµανικά στρατεύµατα εφάρµοσαν
επιχειρησιακό σχέδιο το οποίο το γαλλικό Γενικό Επιτελείο
θεωρούσε αδιανόητο. Ο συµβολισµός είναι ισχυρότατος και
άκρως αποκαλυπτικός για τη θέση της Γαλλίας που θεωρεί τα εν
λόγω σχέδια τουλάχιστον ως ανεπαρκή και αποσπασµατικά
µέτρα.

Από την πλευρά τους οι Γερµανοί πιέζουν το ΝΑΤΟ να
ενσωµατώσει στα κείµενα πολιτικής που θα αποτελέσουν την
στρατηγική αντίληψη, το στρατηγικό δόγµα του ΝΑΤΟ για τη
δεκαετία µέχρι το 2020, το ζήτηµα του αφοπλισµού
(disarmament) και του ελέγχου εξοπλισµών (arms control).
Εντύπωση προκάλεσε επίσης το ότι ο Γερµανός υπουργός
Εξωτερικών, Γκίντο Βεστερβέλε, φρόντισε να αποκαλέσει το
ΝΑΤΟ ως «πολιτική συµµαχία», σε µια έµµεση αλλά
σαφέστατη αντιπαραβολή στον ψυχροπολεµικό στρατιωτικό
χαρακτήρα του, αλλά και σε µια σαφή έκφραση δυσπιστίας
αναφορικά µε την καταλληλότητα του ΝΑΤΟ να διαδραµατίσει
στρατιωτικό ρόλο στο µεταψυχροπολεµικό περιβάλλον. Στη
γερµανική περίπτωση, ωστόσο, θα µπορούσε να ισχύει ότι
ενδεχόµενη διάλυσή του ενδεχοµένως να ερµηνευόταν στο
συλλογικό θυµικό των Γερµανών ως το οριστικό τέλος της
περιόδου που ξεκίνησε µετά τον Β’ Παγκόσµιο Πόλεµο και την
ήττα της Ναζιστικής Γερµανίας. Ο σοβιετικός κίνδυνος ήταν που
οδήγησε στην απόφαση ανασύστασης της γερµανικής
στρατιωτικής ισχύος, µε την στρατιωτική ηγεσία, ωστόσο, να
τίθεται αποκλειστικά υπό την κηδεµονία του ΝΑΤΟ, µε σκοπό να
κατευναστούν οι ευρωπαϊκοί λαοί που είχαν υποφέρει από τις
γερµανικές «πρωτοβουλίες» κατά το πρώτο ήµισυ του 20ου
αιώνα. Κατά συνέπεια, οι γερµανικές δηλώσεις ενδεχοµένως θα
µπορούσαν να ερµηνευτούν και υπό διαφορετικό πρίσµα.

Ποια ήταν η θέση της Ελλάδας σε αυτές τις αντιλήψεις που
τίθενται όχι απλά ως προβληµατισµοί, αλλά ταυτόχρονα
αποτελούν προτάσεις για το τελικό κείµενο που θα
διαµορφωθεί για να περιγράψει τη στρατηγική αντίληψη
της Συµµαχίας;

Ένα ακόµη παράδειγµα

Η Ελλάδα δίνει την εντύπωση ότι δε συµµετέχει ενεργά
στην εξέλιξη της εν λόγω διαδικασίας, ή όταν συµµετέχει,
πρώτιστο µέληµά της είναι όχι να επιχειρήσει να πείσει για
τις θέσεις της, αλλά να τις παρουσιάσει µε τρόπο που να
αποφύγει να ενοχλήσει τα ισχυρά µέλη της Συµµαχίας.

Επί παραδείγµατι, ποια ακριβώς είναι η ελληνική θέση για τα
σχέδια ανάπτυξης πυραυλικής άµυνας; Η απάντηση ότι θα
πρέπει να αναπτυχθεί κατά τρόπον που δεν θα δηµιουργεί
προβλήµατα ασφαλείας στη Ρωσία δεν είναι επαρκής, παρότι
αποτελεί µια ορθή αξιωµατική τοποθέτηση.


Τι σκοπεύει η χώρα να συνεισφέρει;
Επηρεάζεται η ασφάλειά της;
Ποια η στάση της απέναντι στη γαλλική θέση ότι είναι
ανεπαρκής και προσοµοιάζει µε τη «Γραµµή Μαζινό»;
Αξιολογήθηκε η ορθότητα και τέθηκε στο πλαίσιο του
διαπραγµατευτικού µας περιθωρίου το επιχείρηµα, ότι
ενδεχόµενη υπογραφή της χώρας και εµπλοκή στο
σύστηµα αντιπυραυλικής άµυνας που θα οικοδοµηθεί θα
«στοχοποιήσει» τη χώρα µας, εισάγοντας έναν νέο
παράγοντα στην εξίσωση της εθνικής ασφάλειας και της
αµυντικής µας στρατηγικής;
∆ιεξήχθη ποτέ δηµόσιος διάλογος για το ζήτηµα;

Και για να τεθεί το ζήτηµα στον πυρήνα των ελληνικών εθνικών
συµφερόντων:

∆εδοµένου ότι η απόλυτη συµπληρωµατικότητα της
ΕΕ και του ΝΑΤΟ τίθεται ως εκ των ων ουκ άνευ
προϋπόθεση για την εφαρµογή του νέου στρατηγικού
δόγµατος, πώς θα αποτραπεί ο παραµερισµός της
Κύπρου µε σκοπό να παρακαµφθεί το δικαίωµα του
κυπριακού «βέτο» έναντι της Τουρκίας στο πλαίσιο
της Ένωσης, το οποίο προβάλλεται λόγω του
αντίστοιχου τουρκικού στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ;
Αντιλαµβάνεται η Ελλάδα ότι οι ρυθµίσεις θέτουν επί της
ουσίας την Κυπριακή ∆ηµοκρατία εκτός του πυλώνα της
Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας της
ΕΕ αναβαθµίζοντας αντίστοιχα την τουρκική συνεργασία
µε την Ένωση;

Εξακολουθεί η ελληνική διπλωµατία να θεωρεί ότι το
κείµενο των προτάσεων που θα µετεξελιχθεί µε κάποιες
τροποποιήσεις στο νέο στρατηγικό δόγµα του ΝΑΤΟ, µας
αφήνει σε γενικές γραµµές ικανοποιηµένους;

Ανάγκη µεθοδικής και τολµηρής επεξεργασίας

Η Ελλάδα δεν θέτει προς συζήτηση στο εσωτερικό – ούτε καν
προς την ακαδηµαϊκή κοινότητα – κρίσιµα και τολµηρά θέµατα
που θα έδιναν την ευκαιρία να συζητηθεί η ουσία των
προβληµάτων που άπτονται της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής
ασφαλείας, η οποία αναπόφευκτα επηρεάζει και την ελληνική
εθνική ασφάλεια. Θα έπρεπε να είµαστε τόσο τολµηροί ώστε να
τεθεί κάποια στιγµή ακόµα και ζήτηµα αξιολόγησης του τι έχει
κερδίσει και τι έχει χάσει η χώρα µέχρι σήµερα από τη
συµµετοχή της στο ΝΑΤΟ.

Άλλο ερώτηµα που πρέπει να τεθεί είναι το αν θα είχε την
πολυτέλεια η χώρα – και υπό ποιες προϋποθέσεις – να
αναζητήσει ενδεχοµένως αλλού συµµάχους για να ενισχύσει την
εθνική της ασφάλεια. Συνεχίζοντας το υποθετικό παράδειγµα,
εάν θα µπορούσε η Ελλάδα να αποχωρήσει και ταυτόχρονα να
υπέγραφε αµυντικά σύµφωνα απευθείας µε τις ΗΠΑ µετά από
στρατηγική διαβούλευση, καθώς επίσης και µε άλλες χώρες που
διαθέτουν σηµαντική στρατιωτική ισχύ και συµφέροντα στη
Νοτιοανατολική Μεσόγειο. Ακόµη κι αν θεωρήσουµε ότι η
παρουσία µας στο ΝΑΤΟ είναι απαραίτητη, µήπως η διατύπωση
ενστάσεων σε διάφορα επίπεδα θα ενίσχυε τη διαπραγµατευτική
θέση της χώρας; Υπάρχει «κόκκινη γραµµή» για την Ελλάδα
στις αλλαγές που θα εισαχθούν; Συµφωνούµε για παράδειγµα να
δοθούν αυτόνοµες εξουσίες και στρατεύµατα που θα χειρίζεται
κατά το δοκούν ο γενικός γραµµατέας της Συµµαχίας;



∆ιαφορετικές συνθήκες

Ο Ευρω-ατλαντικός χώρος αντιµετωπίζει σοβαρή κρίση
ταυτότητας. Από τη στιγµή που η Ελλάδα δηλώνει ότι
βασικότερος άξονας της ελληνικής πολιτικής είναι η Ευρωπαϊκή
Ένωση, θα όφειλε να έχει κατανοήσει καλύτερα της εξελίξεις
των τελευταίων ετών. Το σηµερινό δεδοµένο που προκαλεί
τριγµούς στο ΝΑΤΟ είναι ότι οι ισχυρότερες χώρες της Ένωσης
δεν επιθυµούν τη διαιώνιση µιας συγκρουσιακής σχέσης µε τη
Μόσχα και έχοντας διαγνώσει τις διαφορετικές προτεραιότητες
ανάµεσα στα κράτη-µέλη του ΝΑΤΟ, κινούνται πλέον αυτόνοµα,
παρουσιάζοντας επί της ουσίας τελεσιγραφικά στην Ατλαντική
Συµµαχία, ότι η δική τους απόφαση-οπτική, σύµφωνη πάντα µε
όσα θεωρούν εθνικό τους συµφέρον, είναι απλώς δεδοµένη και
θα εµµείνουν σε αυτή ασχέτως των προθέσεων της ατλαντικής
συµµαχικής συνιστώσας.

Αυτή µάλιστα πρόκειται για µια εξέλιξη η οποία δεν αποτελεί
κεραυνό εν αιθρία:

Να υπενθυµιστεί η απολύτως αρνητική στάση Γερµανίας
και Γαλλίας στο Βουκουρέστι όταν τέθηκε θέµα ένταξης
στο ΝΑΤΟ της Γεωργίας και της Ουκρανίας.
Να υπενθυµιστεί η στενότατη πλέον ενεργειακή
συνεργασία της Γερµανίας µε τη Ρωσία από την εποχή του
καγκελάριου Γκέρχαρντ Σρέντερ, ο οποίος αµέσως µετά
την αποχώρησή του από την πολιτική ανέλαβε διευθυντικό
πόστο στην κοινοπραξία του υποθαλάσσιου αγωγού που θα
µεταφέρει ρωσικό φυσικό αέριο στη Γερµανία,
παρακάµπτοντας την – τότε, επί Βίκτορ Γιούστσενκο –
«προβληµατική» Ουκρανία, ενώ ο τότε υπουργός
Εξωτερικών της Γερµανίας, Γιόσκα Φίσερ, πάλαι ποτέ
στέλεχος της... επαναστατικής Αριστεράς, έχει καταντήσει
µια περιθωριακή φωνή µονοδιάστατης στήριξης των
αµερικανικών θέσεων.
Να θυµίσουµε ότι η Άγκελα Μέρκελ, µετά από µια αρχική
περίοδο τήρησης σκληρής γραµµής απέναντι στη Ρωσία,
έχει πλέον ευθυγραµµιστεί µε την πολιτική του
προκατόχου της.

Να υπενθυµιστεί τέλος, ότι οι αµυντικές σχέσεις της Γαλλίας µε
τη Ρωσία εµβαθύνονται συνεχώς, µε τη γαλλική αµυντική
βιοµηχανία να επιτυγχάνει πωλήσεις ελικοπτεροφόρων σκαφών
τύπου Mistral στις ρωσικές Ένοπλες ∆υνάµεις, ενώ µόλις στις 13
Οκτωβρίου ανακοινώθηκε ότι η –γνωστή από την εµπλοκή της
στην Ελλάδα– εταιρία ανάπτυξης και κατασκευής µη
επανδρωµένων αεροσκαφών (UAV) Sagem, προχωρά σε
σύσταση κοινοπραξίας µε το ρωσικό σχεδιαστικό γραφείο
Ramenskoye (RPKB) για συστήµατα αδρανειακής ναυτιλίας που
θα αξιοποιούν την τεχνολογία λέιζερ για αξιοποίηση σε
αναβαθµιζόµενα αλλά και νέα αεροσκάφη και ελικόπτερα.
Επιστήµονες των δυο χωρών ανέπτυξαν και παρουσίασαν
προσφάτως το σχετικό σύστηµα Lins-100 RS το οποίο και
παρουσίασαν στον Ρώσο πρόεδρο, Ντµίτρι Μεντβέντβ, ζητώντας
το «πράσινο φως» για τη δηµιουργία ρωσο-γαλλικής
κοινοπραξίας, προϋπόθεση εξασφάλισης άδειας εξαγωγής από τη
γαλλική κυβέρνηση. Ο Μεντβέντεβ δεσµεύτηκε να συνοµιλήσει
για το θέµα µε τον Γάλλο οµόλογό του, Νικολά Σαρκοζί, ενώ
όπως έγινε γνωστό, συναφή προϊόντα του συγκεκριµένου ρωσο-
γαλλικού βιοµηχανικού «διδύµου» έχουν εγκατασταθεί σε
ρωσικής κατασκευής µαχητικά αεροσκάφη και ελικόπτερα της
ινδικής Αεροπορίας.


Στο πλαίσιο των ανωτέρω θα πρέπει να ερωτηθούν οι υπεύθυνοι
στα υπουργεία Εξωτερικών και Εθνικής Άµυνας εάν έχουν
εντοπίσει και αναλύσει-αποκωδικοποιήσει κατάλληλα αυτές τις
εξελίξεις. Η Ελλάδα που έχει θέσει στο κέντρο της πολιτικής της
την Ευρωπαϊκή Ένωση, πού ακριβώς βρίσκεται σε σχέση µε
αυτές τις εξελίξεις; Ή µήπως δεν τις έχει καν αντιληφθεί, που
είναι και το πιθανότερο;

Η απαρχή του «κακού» και οι ελληνικές θέσεις

Η ελληνική εξωτερική – αµυντική πολιτική αρνείται να
κατανοήσει ότι η έλευση νέων κρατών στους δυτικούς θεσµούς
συνεργασίας και ασφάλειας – µέσω της άκριτης διεύρυνσης σε
έναν ιδιότυπο αγώνα δρόµου ανάµεσα στην Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ –
επί της ουσίας σηµατοδότησε την έλευση ενός επιπρόσθετου
αριθµού εθνικών συµφερόντων τα οποία θα πρέπει να
συνεκτιµηθούν και να εξισορροπηθούν στο πλαίσιο είτε της
Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε του ΝΑΤΟ.

Και για να αντιµετωπίζουµε τα του οίκου µας µε
αντικειµενικότητα, θα πρέπει να τονιστεί ότι η τότε
ελληνική θέση που έδινε έµφαση στην ανάγκη
ΕΜΒΑΘΥΝΣΗΣ της συνεργασίας των κρατών µελών στο
πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έναντι της ∆ΙΕΥΡΥΝΣΗΣ
ήταν ΟΡΘΗ.

Η προσπάθεια διατύπωσης-διακήρυξης «µεσοβέζικων» και
σκοπίµως ασαφών θέσεων από ελληνικής πλευράς δεν
εξυπηρετούν σε µακροπρόθεσµη θεώρηση τα ελληνικά
εθνικά συµφέροντα.

Επί παραδείγµατι, εάν κανείς εξετάσει τη στάση της ∆ύσης
απέναντι στη Ρωσία και παράλληλα τη θέση της Ελλάδας σε
αυτές τις εξελίξεις, εξάγει ορισµένα πολύ χρήσιµα
συµπεράσµατα. Ποια ήταν η ελληνική θέση; Ότι η Ρωσία είναι
µέρος της ευρωπαϊκής ηπείρου και πως Ευρωπαϊκή Ένωση και
ΝΑΤΟ θα πρέπει να εξεύρουν τρόπους συνεργασίας που θα
οδηγήσουν σε νέα δεδοµένα στον τοµέα της ευρωπαϊκής
ασφάλειας. Η θέση αυτή ήταν απολύτως ορθή και όπως
αποδεικνύεται εκ των πραγµάτων, σήµερα, σοφή.

Πού είναι όµως το πρόβληµα; Στο ότι η ελληνική «φωνή» δεν
ήταν εξίσου καθαρή και απέφυγε να λάβει σαφή θέση στην
«εφαρµοσµένη πολιτική» της ∆ύσης απέναντι στη Ρωσία.
Η Ελλάδα όφειλε να εµµείνει στο ότι οι «ενδείξεις δυτικής
εµπλοκής» (βλ. «πολύχρωµες» επαναστάσεις) στις χώρες
της περιφέρειας της Ρωσικής Οµοσπονδίας, όπως για
παράδειγµα η Ουκρανία και η Γεωργία, µακροπρόθεσµα
λειτουργούν αντιπαραγωγικά και υπονοµεύουν τις
προσπάθειες συζήτησης και συµφωνίας αναφορικά µε την
ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας.

Η φρασεολογία που επιλέχτηκε, δηλαδή η λέξη «ενδείξεις»,
είναι σκόπιµη. Το να προχωρήσει µια χώρα σε δηλώσεις µε
καταγγελτικό ύφος µιλώντας αντί των ενδείξεων για αποδείξεις,
µόνο ζηµιά µπορεί να προκαλέσει, εκτός και αν έχει κανείς
εξασφαλίσει π.χ. ότι εάν το πράξει ο αµερικανικός στόλος θα
περιπολεί στο Αιγαίο και θα... τιµωρεί παραδειγµατικά την
Τουρκία εάν τα πολεµικά της πλοία ή/και τα αεροσκάφη
προβαίνουν σε παραβάσεις και παραβιάσεις! Επειδή όµως τέτοια
σενάρια άπτονται της επιστηµονικής φαντασίας και όχι της
καθηµερινής πραγµατικότητας, καταλήγουµε στο συµπέρασµα
ότι όταν διατυπώνεται η εθνική θέση µε σαφήνεια και
«µετριοπαθή εµµονή», µε διαρκή αιτιολόγηση διεθνώς των
θέσεων που προβάλλονται, µακροπρόθεσµα η χώρα αποκοµίζει
οφέλη.



Είναι λάθος να επιχειρεί η χώρα την προσαρµογή της ρητορικής
της αναλόγως των κέντρων εξουσίας που επικρατούν ανά
περίοδο στην αµερικανική πολιτική σκηνή, ή αυτή οποιασδήποτε
άλλης χώρας. Εάν είχε τηρηθεί η συγκεκριµένη στάση µε
συνέπεια, σταθερότητα, πάντα σε χαµηλούς τόνους και µε την
πρέπουσα «ευγένεια», σήµερα που η κατάσταση έχει µεταβληθεί
δραµατικά, η χώρα θα µπορούσε να κεφαλαιοποιήσει τη στάση
της. Και αυτό το κατανοεί κανείς διαβάζοντας πρόσφατη
συνέντευξη ενός προσώπου που έχει απασχολήσει την
επικαιρότητα, του Άλεξ Ρόντος, ενός προσώπου που έχει παίξει
ρόλο στο παρασκήνιο της ελληνικής – και όχι µόνο – εξωτερικής
πολιτικής. Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο κ. Ρόντος υποστήριξε ότι η
∆υτική στάση απέναντι στη Ρωσία ήταν λανθασµένη, κάτι που
κατάλαβε τώρα. Επί της ουσία πρόκειται για ένα µεγαλοπρεπές
«mea culpa».

Όλα αυτά όµως προϋποθέτουν η Ελλάδα να διαθέτει εξωτερική
πολιτική, η οποία θα είναι αποτέλεσµα σχεδιασµού και
τουλάχιστον στις βασικές της αρχές πρέπει να παραµένει
αναλλοίωτη. Η αναφορά σε «βασικές αρχές» δεν περιορίζεται σε
κάποιες γενικόλογες διακηρύξεις, ότι η χώρα τάσσεται «υπέρ
της ειρηνικής διευθέτησης των διαφορών µέσω διαλόγου». Αυτά
στην αποκαλούµενη ως «διπλωµατική γλώσσα» ερµηνεύονται ως
επιµελέστατη προσπάθεια να αποφύγει µια χώρα λάβει θέση στα
τεκταινόµενα, µε αποτέλεσµα να αυτοανακηρύσσεται ως άνευ
χρησιµότητας για τον οποιονδήποτε ισχυρό εµπλεκόµενο.

Ο διχασµός στους κόλπους του ΝΑΤΟ

Όπως προαναφέρθηκε, είναι προφανές ότι ο πυρήνας της
Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Γαλλία και η Γερµανία – τουλάχιστον –
έχει καταλήξει στη στρατηγική απόφαση ενίσχυσης των δεσµών
µε τη Ρωσική Οµοσπονδία. Και για να επιβεβαιωθεί η εν λόγω
τάση στη Γηραιά Ήπειρο, προ ηµερών βρέθηκε στη Μόσχα ο
Βρετανός υπουργός Εξωτερικών, Γουίλιαµ Χέιγκ, ο οποίος στις
δηλώσεις του µετά τη συνάντηση µε τον Ρώσο οµόλογό του,
Σεργκέι Λαβρόφ, προανήγγειλε την εξοµάλυνση των σχέσεων µε
τη Ρωσία, οι οποίες είχαν πληγεί σοβαρά από τα εκατέρωθεν
περιστατικά κατασκοπείας που είχαν αποκαλυφθεί, µε
αποκορύφωµα την περίπτωση της δολοφονίας του πρώην
πράκτορα της ρωσικής υπηρεσίας αντικατασκοπείας και
εσωτερικής ασφάλειας, της FSB.

Η Ευρώπη, δείχνει σηµάδια ότι επανέρχεται σταδιακά σε ένα
σύστηµα ισορροπίας ισχύος που ίσχυε τους προηγούµενους
αιώνες (1815-1914 / Ιερά Συµµαχία, µε πρωταγωνιστή τον
Κλέµενς φον Μέτερνιχ), προσαρµοσµένο στις σύγχρονες
απαιτήσεις, µε βασική παράµετρο τη συνεργασία ανάµεσα στα
ισχυρά µέλη της Γηραιάς Ηπείρου. Η λογική που επικρατεί στις
ευρωπαϊκές πρωτεύουσες είναι ότι η ισχύς της Ε.Ε. είναι
πεπερασµένη, όπως και οι δυνατότητες συντονισµού των
πολιτικών εντός της Ένωσης. Αυτό οφείλεται στο ότι η άκριτη
διεύρυνση της δεκαετίας του 1990 έχει δηµιουργήσει
λειτουργικά προβλήµατα, µε την Ενωµένη Ευρώπη να θυµίζει
ολοένα και περισσότερο «πύργο της Βαβέλ».

Κι επειδή τα ισχυρά κράτη δεν έχουν την πολυτέλεια ούτε
την επιθυµία να θυσιάσουν όσα θεωρούν ως εθνικά τους
συµφέροντα και να τα θέσουν υπό την κρίση των
«προβληµατικών» νέων µελών, προχωρούν προς το
µέλλον δηµιουργώντας τις δικές τους επιµέρους τακτικές ή
στρατηγικές συµµαχίες.

Η πολιτική απόφαση διεύρυνσης της Ένωσης είχε ληφθεί εν
πολλοίς για να µην προηγηθεί η ένταξή τους στο ΝΑΤΟ και
αποµειωθεί εκ των πραγµάτων η επιρροή της Ε.Ε. σε µία
γεωπολιτική περιφέρεια αµέσου ενδιαφέροντος. Λογική σκέψη,
καταρχήν. Ωστόσο, η Ιστορία έδειξε ότι τα κράτη αυτά
εντάχθηκαν και στο ΝΑΤΟ, ενώ συχνά οι επιλογές τους σε
κρίσιµα θέµατα δεν εξυπηρέτησαν τα συµφέροντα της Ένωσης
(π.χ. προµήθεια αµερικανικών µαχητικών από την Πολωνία). Η
Ευρωπαϊκή Ένωση κινδυνεύει να υποβιβαστεί γεωπολιτικά εκ
των πραγµάτων, λόγω της δυσκαµψίας που παρουσιάζει.

Η διαµορφούµενη κατάσταση επιβάλλει επί της ουσίας
διαφορετικούς «κανόνες συµπεριφοράς» και στο ΝΑΤΟ. Η
Ατλαντική Συµµαχία δεν µπορεί να εξακολουθήσει να ακολουθεί
ψυχροπολεµική λογική ανάλυση των σχέσεων µε τη Ρωσική
Οµοσπονδία, από τη στιγµή που ο «ευρωπαϊκός βραχίονας»
ακολουθεί διαφορετικό δρόµο. Αποτέλεσµα είναι η Ρωσία να
επιτυγχάνει τον στόχο αποµόνωσης των κρατών που στο
παρελθόν ανήκαν στον «ανατολικό συνασπισµό», µε
αντικειµενικό σκοπό να τα πειθαναγκάσει να αλλάξουν την σε
γενικές γραµµές εχθρική στάση απέναντι στη Μόσχα. Η λογική
του Κρεµλίνου στο πλαίσιο της «επικοινωνιακής προώθησης»
της πολιτικής της είναι ενδιαφέρουσα: εάν θεωρηθεί ότι
αποτελεί ειληµµένη απόφαση και των δυο πλευρών να
εγκαταλειφθεί ο ψυχροπολεµικός τρόπος σκέψης και δράσης,
αυτό δεν µπορεί παρά να ισχύει και για τις χώρες της
Ανατολικής και της Κεντρικής Ευρώπης, οι οποίες θα πρέπει να
πάψουν να αντιµετωπίζουν τη Ρωσία ως εν δυνάµει απειλή,
αλλά να αναζητήσουν τρόπους συνεργασίας. Ταυτόχρονα όµως,
όπως ήδη αναφέρθηκε, η ρωσική πολιτική έχει επιφέρει σχίσµα
στους κόλπους του ΝΑΤΟ. Οι χώρες που στο παρελθόν
αποτελούσαν σφαίρα επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης, βάσιζαν
τις ελπίδες τους στο ΝΑΤΟ και στις σχέσεις κυρίως µε τις
Ηνωµένες Πολιτείες στην προσπάθειά τους να απελευθερωθούν
από τον σοβιετικό εναγκαλισµό του παρελθόντος. Οι εξελίξεις
στις σχέσεις της Ρωσίας µε τη ∆ύση διαψεύδουν τις προσδοκίες
τους, κατάσταση στην οποία οφείλουν να προσαρµοστούν
αναπτύσσοντας σταδιακά τη δική τους αυτόνοµη φωνή, πάντα
αναλόγως της ισχύος και του ειδικού βάρους που έχουν στις
διεθνείς σχέσεις. Αυτό που πρέπει να αντιληφθούν, είναι ότι
στην ουσία µέχρι στιγµής είχαν πετύχει την αντικατάσταση του
σοβιετικού µε τον ∆υτικό (βλ. αµερικανικό) εναγκαλισµό.

Και αυτό που θα προκύψει ως συµβιβασµός που θα
υπερψηφιστεί από τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στη Λισαβόνα,
πιθανότατα θα έχει σαν αποτέλεσµα την περαιτέρω
αποδυνάµωση της Ατλαντικής Συµµαχίας, η οποία θα καλείται
να λάβει υπόψη τα δεδοµένα που θα προκύπτουν από τη
στρατηγική συνεννόηση της «νέας Ιερής Συµµαχίας» στην
Ευρώπη, τη στρατηγική σχέση των Παρισίων και του Βερολίνου,
µε τη Μόσχα.



Tags:

 

Στην ίδια κατηγορία

ΣΧΟΛΙΑ


 

Κάντε Like: Onalert.gr στο Facebook