Επιλέξτε Σώμα: Color 1 Color 2 Color 3
Youtube Twitter Facebook Rss

Αμυντική Βιομηχανία

Ναυπηγεία Σκαραμαγκά: Μία ολοκληρωμένη ανάλυση για την πώλησή τους

10.10.2010 | 10:28
Institute for Security and Defence Analysis – ISDA
17 Ag. Sikelianou Street, Neo Psychico, Athens 15 451, Greece.
Tel.: +30 211 015 3504, +30 211 012 5525, Fax: +30 211 012 5526
www.i-sda.org



Η εξαγορά της πλειοψηφίας (σε ποσοστό 75,1%) του µετοχικού κεφαλαίου των
Ελληνικών Ναυπηγείων Α.Ε. (ΕΝΑΕ) από τον διεθνή ναυπηγικό όµιλο Abu Dhabi
Mar (ADM) Group έχει µέχρι σήµερα αντιµετωπιστεί τόσο από την κυβέρνηση
όσο και από τα ελληνικά µέσα µαζικής ενηµέρωσης σχεδόν αποκλειστικά υπό το
βλέµµα της επίλυσης των προβληµάτων που σχετίζονται µε την υλοποίηση των
τρεχουσών συµβάσεων ναυπήγησης-εκσυγχρονισµού υποβρυχίων του
Πολεµικού Ναυτικού και την επιβίωση των ΕΝΑΕ µε παράλληλη διατήρηση των
θέσεων εργασίας.

Χωρίς να υποβαθµίζεται ούτε κατ’ ελάχιστον η σηµασία της ανωτέρω εξέλιξης,
ιδιαίτερα αν συνεκτιµηθούν οι ολέθριες συνέπειες που θα υπήρχαν στην
περίπτωση αποτυχίας της διαδικασίας, εντούτοις εξαιρετικά σηµαντικές µπορεί
να αποδειχθούν οι µελλοντικές προοπτικές και δυνατότητες, η πλήρης
αξιοποίηση των οποίων όµως προϋποθέτει την καινοτόµο και ενεργητική
κυβερνητική πολιτική δράση.

Από τον Σεπτέµβριο του 2009, όταν ο µέχρι σήµερα ιδιοκτήτης των ΕΝΑΕ
γερµανικός όµιλος της ThyssenKrupp Marine Systems (TKMS) κατήγγειλε τις
δύο συµβάσεις υποβρυχίων «Αρχιµήδης» (ναυπήγηση τεσσάρων υποβρυχίων
Type 214) και «Ποσειδών ΙΙ» (εκσυγχρονισµού µέσης ζωής τριών υποβρυχίων
Type 209/1200) του Πολεµικού Ναυτικού και προσέφυγε στη διεθνή διαιτησία,
η τύχη των ΕΝΑΕ συνδέθηκε άµεσα ή έµµεσα µε το πρόγραµµα των
νέων φρεγατών του Πολεµικού Ναυτικού.

Σε µία ακόµη εκδήλωση του ιδιότυπου κρατικοδίαιτου µεταπρατισµού που
µαστίζει επί δεκαετίες τη χώρα µας, αποτελώντας συνειδητή πολιτική επιλογή
των ελληνικών κυβερνήσεων µέχρι σήµερα, το ιδιωτικό επιχειρηµατικό κεφάλαιο
αλλά και αρχικά η κυβέρνηση αντιµετώπισαν το θέµα της µεταβολής του
ιδιοκτησιακού καθεστώτος των ΕΝΑΕ µόνο σε άµεση συσχέτιση µε το
πρόγραµµα ναυπήγησης των νέων φρεγατών.

Με άλλα λόγια, η απόκτηση των ΕΝΑΕ από κάποια επιχειρηµατική
οντότητα αποκτούσε νόηµα µόνο στο πλαίσιο της συµµετοχής στο νέο
πρόγραµµα του Πολεµικού Ναυτικού, η οποία θεωρούνταν σχεδόν
αυτοδικαίως διασφαλισµένη λόγω των υποδοµών και των δεξιοτήτων του
εργατικού δυναµικού που απασχολείται στα ΕΝΑΕ, αλλά και της απώλειας των
θέσεων εργασίας στην αντίθετη περίπτωση.

Το σκηνικό αυτό ανετράπη από δύο παράγοντες:

- την απόλυτα αντιληπτή άρνηση της TKMS να πουλήσει τα ΕΝΑΕ στον κύριο
εµπορικό και τεχνολογικό ανταγωνιστή της (τη γαλλική DCNS) ή σε κάποια άλλη
επιχειρηµατική οντότητα συνεργαζόµενη άµεσα ή έµµεσα µε αυτή, και
- τη βαθύτατη οικονοµική κρίση που πλήττει τη χώρα µας και η οποία καθιστά
την υλοποίηση κάθε µείζονος εξοπλιστικού προγράµµατος παντελώς ανέφικτη
για το παρόν και το άµεσο µέλλον.

Αυτοί οι δύο παράγοντες άφησαν στο προσκήνιο ως µοναδικό υποψήφιο την
ADM, καθώς οι υπόλοιποι τέσσερις υποψήφιοι σιωπηρά ή επισήµως απέσυραν το
ενδιαφέρον τους, και δύο άλλες εξαιρετικά δυσάρεστες για το ελληνικό δηµόσιο
επιλογές.


Από τη Σκύλα... στη Χάρυβδη

Η τυχόν αποτυχία της εύρεσης ολοκληρωµένης λύσης για το µέλλον των ΕΝΑΕ
θα είχε καταστροφικές συνέπειες για το ελληνικό δηµόσιο, το οποίο
κυριολεκτικά θα βρισκόταν µεταξύ... Σκύλας και Χάρυβδης.

Το αποτέλεσµα της διαιτητικής διαδικασίας στο οποίο είχε προσφύγει η TKMS
σύµφωνα µε όλες τις εκτιµήσεις θα ήταν τόσο οδυνηρό για το ελληνικό δηµόσιο,
που τελικά ίσως και να αποτελούσε για τον γερµανικό όµιλο, ο οποίος ούτως ή
άλλως έχει αποφασίσει να αποσυρθεί από τον ναυπηγικό τοµέα, την πιο
«ελκυστική» επιλογή µε την έννοια της άµεσης και ευνοϊκότερης για αυτόν
επίλυσης όλων των εκκρεµοτήτων. Με κύρια νοµικά όπλα την επίσηµη αίτηση
της ελληνικής κυβέρνησης για αξιολόγηση του πρωτοτύπου της κλάσης
«Παπανικολής» από τις γερµανικές αρχές (Οµοσπονδιακό Γραφείο Αµυντικής
Τεχνολογίας και Προµηθειών-BWB και Γερµανικό Ναυτικό), και την επίσηµη
απάντηση αυτών περί τελικής επίλυσης των προβληµάτων, η βεβαιότητα της
γερµανικής πλευράς για θετικό αποτέλεσµα στη διαιτησία αποτελεί ίσως και την
εξήγηση για την εκ πρώτης όψης ακατανόητη καταγγελία των συµβάσεων εν
µέσω προεκλογικής περιόδου χωρίς καν να προηγηθεί ουδεµία διαβούλευση µε
τη νέα κυβέρνηση. Περιττό δε να αναφερθούν εδώ τα πολλά προβλήµατα
νοµικής, διαδικαστικής αλλά και ουσιαστικής φύσης που θα επέφερε η διαιτητική
διαδικασία στη σύµφωνα µε τις επιθυµίες και τα συµφέροντα της ελληνικής
πλευράς οµαλή ολοκλήρωση των προγραµµάτων «Αρχιµήδης» και «Ποσειδών
ΙΙ».

Επιπρόσθετα, θα επερχόταν και η πτώχευση των ΕΝΑΕ µε ό,τι αυτό
συνεπάγεται για την απασχόληση, τη βιοµηχανική υποδοµή της χώρας αλλά και
γενικότερα την εθνική οικονοµία.


Η µεσογειακή διάσταση µίας ολοκληρωµένης στρατηγικής

Παρά το γεγονός ότι εµφανίστηκε ξαφνικά στο προσκήνιο, η ADM απέχει πολύ
από το να θεωρηθεί ο «από µηχανής θεός».

Οι εξελίξεις του περασµένου Οκτωβρίου, όταν ο ελεγχόµενος σε ποσοστό 70%
από τις αρχές του Εµιράτου του Αµπού Ντάµπι αραβικός όµιλος προχώρησε στην
απόκτηση του 80% του οµίλου εταιρειών Blohm+Voss (του κύριου οίκου
σχεδίασης και ναυπήγησης πλοίων επιφανείας του Γερµανικού Ναυτικού), του
50% της πνευµατικής ιδιοκτησίας των σχεδιάσεων όλων των πλοίων επιφανείας
µε ταυτόχρονη ανάληψη της ευθύνης εµπορικής προώθησης σε όλο τον κόσµο
πλην ΝΑΤΟ, και του 24,9% (το ακριβώς αντίστροφο της αναλογίας της
µετοχικής σύνθεσης των ΕΝΑΕ) της Howaldtswerke-Deutsche Werft (HDW), του
κυριότερου ίσως κατασκευαστή υποβρυχίων συµβατικής πρόωσης σε παγκόσµιο
επίπεδο, έναντι συνολικού τιµήµατος που υπερβαίνει τα 3,5 δισ. ευρώ, στη
χώρα µας γενικά πέρασαν απαρατήρητες (άραγε ακόµη µία έκφραση του
ελλαδοκεντρισµού που µας διακατέχει;).

Και όµως, οι εξελίξεις αυτές σηµατοδότησαν τη δηµιουργία µίας νέας
οντότητας στη ναυπηγική βιοµηχανία, όπου η προηγµένη τεχνολογία και
οι εγγενείς σχεδιαστικές δυνατότητες, οι εκτενείς παραγωγικές
δυνατότητες και τα αραβικά κεφάλαια (συναλλαγµατικά διαθέσιµα) την
καθιστούν παγκόσµιας εµβέλειας στους τοµείς σχεδίασης, ναυπήγησης και
υποστήριξης πολεµικών πλοίων επιφανείας και mega-yachts, ναυπήγησης,
επισκευών και µετατροπών εµπορικών πλοίων και φυσικά υποβρυχίων
συµβατικής πρόωσης.

Μίας οντότητας που σήµερα περιλαµβάνει τις Abu Dhabi MAR (έδρα: Port Sayed,
Abu Dhabi), NOBISKRUG GmbH (έδρα: Rendsburg, Γερµανία), Constructions
Mecaniques de Normandie (CMN, έδρα: Cherbourg, Γαλλία), και τις εδρεύουσες
στο Αµβούργο Γερµανίας Blohm+Voss Shipyards & Services GmbH,
Blohm+Voss Repair GmbH και Blohm+Voss Industries GmbH και φυσικά το
24,9% του µεγαλύτερου κατασκευαστή υποβρυχίων συµβατικής πρόωσης
παγκοσµίως, της Howaldtswerke-Deutsche Werft GmbH (HDW). Στο πλαίσιο
αυτό η απόκτηση των ΕΝΑΕ, του µεγαλύτερου ναυπηγείου στη λεκάνη
της Μεσογείου, δεν αποτελεί αποσπασµατική ενέργεια, αλλά βήµα της
ανωτέρω συνοπτικά περιγραφείσας στρατηγικής.

Ενός ναυπηγείου που παρά τα όποια προβλήµατα των προγραµµάτων
«Αρχιµήδης» και «Ποσειδών ΙΙ» έχει πλέον αποκτήσει δυνατότητα
ναυπήγησης σύγχρονων υποβρυχίων. Μάλιστα, βάσει αυτής της
δυνατότητας, τα ΕΝΑΕ καθίστανται σχεδόν αυτόµατα ο πιθανότερος
κατασκευαστής (αφού πλέον ιδιοκτησιακά είναι αραβικών συµφερόντων) των
τεσσάρων σύγχρονης τεχνολογίας συµβατικής πρόωσης υποβρυχίων για την
προµήθεια των οποίων τα Ηνωµένα Αραβικά Εµιράτα έχουν εκδηλώσει την
πρόθεσή τους.

Ενός ναυπηγείου που, παρά την ηλικία των υποδοµών του και τα όποια
προβλήµατα συντήρησης τους αντιµετωπίζει, διαθέτει µοναδικές
δυνατότητες στη Μεσόγειο για όλο το φάσµα των ναυπηγικών και των
επισκευαστικών εργασιών.

Ενός ναυπηγείου που γεωγραφικά βρίσκεται εγγύς πολλών αραβικών
χωρών (στη λεκάνη της Μεσογείου και την περιοχή του Περσικού
Κόλπου), ταυτόχρονα θα είναι πλέον αραβικών συµφερόντων και
εδρεύει σε µία χώρα που παραδοσιακά ασκεί φιλοαραβική πολιτική.
Ίσως δε είναι η πρώτη φορά από τη δεκαετία του 1980 που η επίκληση της
φιλοαραβικής πολιτικής της χώρας για προσέλκυση επενδύσεων αποκτά
ουσιαστικό περιεχόµενο. Σε κάθε περίπτωση, ο συνδυασµός των ανωτέρω
παραγόντων µε τη δυνατότητα χρηµατοδότησης των ναυπηγικών
προγραµµάτων αυτών των χωρών από τα ύψους 1 τρισ. δολαρίων
συναλλαγµατικά αποθέµατα του Εµιράτου του Αµπού Ντάµπι δεν αποτελεί απλή
θεωρητική πιθανότητα, αλλά εξηγεί πλήρως το ζωηρό ενδιαφέρον της ADM
για τα ΕΝΑΕ και την τελική απόκτηση της πλειοψηφίας του µετοχικού
τους κεφαλαίου, αλλά και τον κυρίαρχο ρόλο των εξαγωγών στη
στρατηγική ανάπτυξης της εταιρείας. Για αυτούς ακριβώς τους λόγους η
ADM ουδέποτε απαίτησε την ανάθεση του προγράµµατος των νέων φρεγατών
ως προαπαιτούµενο για την απόκτηση της πλειοψηφίας του µετοχικού
κεφαλαίου των ΕΝΑΕ και φυσικά ουδέποτε έλαβε από την ελληνική
κυβέρνηση αντίστοιχη δέσµευση.

Τέλος, στη διαδικασία δεν θα πρέπει να υποτιµηθεί ο πολιτικός παράγοντας.
Καθώς το 70% του µετοχικού κεφαλαίου του οµίλου ADM κατέχεται από την Al
Ain International Group, που βρίσκεται υπό τον άµεσο έλεγχο των αρχών του
Εµιράτου, είναι αυτονόητο ότι η εξαγορά των ΕΝΑΕ αποκτά ταυτόχρονα υψηλή
πολιτική σηµασία. ∆ίνεται έτσι η δυνατότητα στη χώρα µας να καλλιεργήσει
στον µέγιστο δυνατό επίπεδο τις πολιτικές, διπλωµατικές και οικονοµικές σχέσεις
της µε το Αµπού Ντάµπι, τα Ηνωµένα Αραβικά Εµιράτα (ΗΑΕ) και γενικότερα την
περιοχή του Περσικού Κόλπου, όπου συναντώνται µερικές από τις ταχύτερα
αναπτυσσόµενες οικονοµίες σε παγκόσµιο επίπεδο, ενώ διατίθενται για
επενδύσεις εντός και εκτός της περιοχής υψηλοί οικονοµικοί πόροι. Τοµείς όπως
ο κατασκευαστικός και ο εµπορικός και βιοµηχανίες όπως η τουριστική και η
παροχής ιατρικών υπηρεσιών µπορούν να ανθίσουν στο πλαίσιο µίας τέτοιας
συνεργασίας µε προφανή ευεργετικά αποτελέσµατα για τη χώρα. Όπως
µαρτυρούν οι αλλεπάλληλες επισκέψεις αντιπροσωπειών µεταξύ των δύο
χωρών, και οι δύο πλευρές βρίσκονται τη δεδοµένη στιγµή στη φάση της
αξιολόγησης του δυναµικού και των τρόπων συνεργασίας.

Επιπρόσθετα, υπάρχει και άλλη µία σηµαντική παράµετρος η οποία θα πρέπει να
συνυπολογιστεί. Εν τω µέσω του διεθνούς ορυµαγδού κριτικής κατά της χώρας
µας, µε αφορµή-δικαιολογία την οικονοµική της κατάσταση, η ADM ─και κατά
συνέπεια οι αρχές του Αµπού Ντάµπι─ προσφέρει απλόχερα «χείρα
βοηθείας» και µε τον τρόπο της ουσιαστικά προσφέρει «ψήφο
εµπιστοσύνης» στην Αθήνα και στις προοπτικές ανάπτυξης της Ελλάδας.
Οι εξαγωγικές προοπτικές και η «γέννηση» του εθνικού πλοίου

Πέρα όµως από τα πλεονεκτήµατα που απορρέουν από την εξαγορά των ΕΝΑΕ
από τον όµιλο ADM (διασφάλιση της οµαλής ολοκλήρωσης των συµβάσεων των
υποβρυχίων και επιβιωσιµότητα των ναυπηγείων µε παράλληλη διατήρηση των
θέσεων εργασίας, οι αναλυτικές πτυχές της συµφωνίας αναφέρονται στο
συνηµµένο Παράρτηµα 1), θεωρούµε ότι η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να
εκµεταλλευτεί την περίσταση και να απαιτήσει την υλοποίηση ορισµένων
πολιτικών που όχι µόνο θα διασφαλίσουν τη βιωσιµότητα των ΕΝΑΕ, αλλά και
την αναδιοργάνωση και αναζωογόνηση της ελληνικής
ναυπηγοεπισκευαστικής βιοµηχανίας συνολικά.

Αποτελεί ίσως ένα από τα µεγαλύτερα παράδοξα παγκοσµίως µία χώρα, της
οποίας ο εµπορικός στόλος να είναι ο µεγαλύτερος παγκοσµίως, να στερείται
αντιστοίχων δυνατοτήτων στον βιοµηχανικό τοµέα και η
ναυπηγοεπισκευαστική της βιοµηχανία να φυτοζωεί µέσω κυρίως
συµβολαίων που αναθέτει το Πολεµικό Ναυτικό.

Κατά την άποψη µας, η µεγαλύτερη προίκα που φέρει µαζί του ο όµιλος ADM
δεν είναι ούτε η προέλευση της εταιρείας, ούτε η ισχυρή χρηµατοοικονοµική
βάση που θα προσφέρει στα ΕΝΑΕ για την οµαλή υλοποίηση επενδυτικών και
αναπτυξιακών προγραµµάτων, αλλά η τεχνολογία και η τεχνογνωσία. Μόνον
ο συνδυασµός των δύο προαναφερόµενων παραγόντων θα επιτρέψει στα ΕΝΑΕ
και γενικότερα στην ελληνική ναυπηγοεπισκευαστική βιοµηχανία να
ανταποκριθεί µε επιτυχία στις συνθήκες που χαρακτηρίζουν το σηµερινό
περιβάλλον (έντονος ανταγωνισµός, σηµαντική συµπίεση του κόστους και άρα
των τιµών και, φυσικά, περιορισµός των αµυντικών ναυτικών προγραµµάτων).

Είναι αυτονόητο ότι η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να επιβάλλει στον νέο
ιδιοκτήτη, στο πλαίσιο φυσικά των νοµικών δυνατοτήτων της, τη διασφάλιση
της πρόσβασης αλλά και της µεταφοράς τεχνολογίας και τεχνογνωσίας
από τις Blohm+Voss και CMN στα ΕΝΑΕ. Η γκάµα των διαθέσιµων
σχεδιάσεων είναι τεράστια. Ξεκινά από τα µικρά υπερταχέα σκάφη επιφανείας
ειδικών επιχειρήσεων, τα παράκτια και ανοικτής θαλάσσης περιπολικά, τα
πυραυλοφόρα ταχέα σκάφη κρούσης, τις κορβέτες και φθάνει µέχρι τις
φρεγάτες (αντιτορπιλικά) πολλαπλού ρόλου και αεράµυνας περιοχής. Εξίσου
εντυπωσιακός είναι και ο αριθµός των ναυτικών δυνάµεων ανά τον κόσµο που
χρησιµοποιούν σχεδιάσεις της Blohm+Voss και της CMΝ που ξεπερνά τις 50, µε
ό,τι συνεπάγεται στην εµπορική διείσδυση και στις µελλοντικές ευκαιρίες. Με τη
µεταφορά τεχνολογίας και τεχνογνωσίας θα λήξει οριστικά το καθεστώς
δουλείας που είχε επιβληθεί µέχρι σήµερα στην ελληνική
ναυπηγοεπισκευαστική βιοµηχανία, η οποία στο πλαίσιο ανάληψης
οποιουδήποτε έργου κύριου αναδόχου ή κύριου υποκατασκευαστή
αναλάµβανε εργασίες χαµηλού κόστους και ελάχιστης τεχνολογικής
αξίας, µε συνέπεια τη διατήρηση της εξάρτησης από τους προµηθευτές
του εξωτερικού.

Ταυτόχρονα, η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να προχωρήσει και σε µία
δεύτερη διαπίστωση. Με βάση τα τρέχοντα οικονοµικά δεδοµένα αλλά και
τις µεσοπρόθεσµες προβλέψεις είναι εύκολα αντιληπτό ότι τα
προγράµµατα του Πολεµικού Ναυτικού δεν µπορούν να συντηρήσουν
την υφιστάµενη ναυπηγοεπισκευαστική βιοµηχανική βάση.

Συνεπώς, η µόνη εφικτή επιλογή είναι ο προσανατολισµός προς τις
εξαγωγές. Αν επαναληφθούν τα λάθη του παρελθόντος, και τα ΕΝΑΕ και
γενικότερα η ελληνική ναυπηγοεπισκευαστική βιοµηχανία, στηρίξουν τη
βιωσιµότητά τους σχεδόν αποκλειστικά στα προγράµµατα του Πολεµικού
Ναυτικού, τότε πολύ σύντοµα θα εµφανιστούν τα ίδια προβλήµατα και το
ενδεχόµενο ολικής κατάρρευσης θα είναι πάλι ορατό.

Όµως, στη συγκεκριµένη περίπτωση, η ελληνική κυβέρνηση έστω και για λάθος
λόγους κατάφερε να αποσυσχετίσει την εξαγορά των ΕΝΑΕ από το
πρόγραµµα των νέων φρεγατών του Πολεµικού Ναυτικού. Με άλλα λόγια,
η ανάθεση του προγράµµατος των νέων φρεγατών δεν έγινε προαπαιτούµενο

για την εξαγορά των ΕΝΑΕ. Αυτή η αποστασιοποίηση των δύο διαδικασιών,
που επιτεύχθηκε στο όνοµα της επίκλησης µίας πολιτικής δέσµευσης της
προηγούµενης κυβέρνησης, είναι η ώρα πλέον να αποκτήσει ουσιαστικό
περιεχόµενο και βάση και να εξυπηρετήσει όντως τα ελληνικά
συµφέροντα.

∆εν χρειάζεται βεβαίως να ανακαλύψουµε εκ νέου τον τροχό. Είτε το θέλουµε
είτε όχι, είτε τα διάφορα επιχειρηµατικά συµφέροντα και πολιτικές το
αποδέχονται εν όλω ή εν µέρει ή και καθόλου, το µελλοντικό µοντέλο
ανάπτυξης της ελληνικής ναυπηγοεπισκευαστικής βιοµηχανίας δεν
µπορεί να είναι διαφορετικό από αυτό που έχει µε επιτυχία ακολουθηθεί
σε διάφορες χώρες στην Ευρώπη (Ιταλία-Fincantieri, µέλος του οµίλου
Finmeccanica, Γαλλία-DCNS, Ισπανία-Navantia, Γερµανία-Abu Dhabi
MAR/Blohm+Voss, κ.ά.).

Μετά από µία (δυστυχώς, συνήθως επώδυνη) διαδικασία προσαρµογής
στην πραγµατικότητα, λειτουργικού εξορθολογισµού, εξαγορών και
συγχωνεύσεων, δηµιουργήθηκαν «εθνικοί πρωταθλητές», οι οποίοι,
αφού πρώτα ικανοποιούν τις (όλο και περισσότερο περιοριζόµενες)
εθνικές ναυπηγικές ανάγκες σε πλοία επιφανείας και υποβρύχια, στη
συνέχεια πραγµατοποιούν και εξαγωγές.

Στο πλαίσιο αυτό η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να προωθήσει ενεργητικά
την αντίληψη του «εθνικού πλοίου», δηλαδή µίας σχεδίασης για την
οποία η ναυπηγοεπισκευαστική βιοµηχανία της χώρας θα έχει ελεύθερο
δικαίωµα εξαγωγής και φυσικά εξέλιξής της. Καλώς ή κακώς (και αυτό
ισχύει και για τη χώρα µας ως αγοραστή), η προµήθεια του συγκεκριµένου
οπλικού συστήµατος από τις οικείες Ένοπλες ∆υνάµεις της χώρας-πωλητή
αποτελεί σηµαντικό εµπορικό πλεονέκτηµα και σχεδόν πάντοτε βασικό ερώτηµα
του πιθανού αγοραστή. Με άλλα λόγια, η απόκτηση του συγκεκριµένου οπλικού
συστήµατος από τη χώρα παραγωγής πάντα αποτελεί ενισχυτικό στοιχείο της
εξαγωγικής επιτυχίας.

Η αντίληψη του «εθνικού πλοίου» στην περίπτωση των ΕΝΑΕ επιβάλλει (έστω
και µέσω κυβερνητικής παρέµβασης) τη δέσµευση από µέρους της ADM της
ανεµπόδιστης πρόσβασης και µεταβίβασης τεχνολογίας και
τεχνογνωσίας από τα αντίστοιχα «αποθετήρια» των Blohm+Voss και
CMN, και φυσικά την έναρξη δηµιουργίας αντίστοιχης σχεδιαστικής και
αναπτυξιακής υποδοµής στη χώρα, στα ΕΝΑΕ.

Τα ίδια δεδοµένα θα πρέπει απαρέγκλιτα να ισχύσουν και στην περίπτωση που η
ελληνική κυβέρνηση αποφασίσει να προχωρήσει στην υλοποίηση του
προγράµµατος των γαλλικών φρεγατών FREMM. Η χώρα και η ελληνική
ναυπηγοεπισκευαστική βιοµηχανία θα πρέπει αυτόµατα να γίνει πλήρης
και ισότιµος εταίρος του προγράµµατος µε πλήρη δικαιώµατα στη
σχεδίαση-εξέλιξή του και στις εξαγωγές. Σε αντίθετη περίπτωση, η ελληνική
βιοµηχανία θα υποβιβαστεί σε υπεργολάβο και θα ακυρωθεί η οποιαδήποτε
εξαγωγική προοπτική µε συνέπεια σε µερικά χρόνια να αντιµετωπιστεί εκ νέου
το φάσµα της κατάρρευσης.


Ώρα για πολιτική µε ουσιαστικό περιεχόµενο!

Η εξαγορά των ΕΝΑΕ από την ADM που πρόκειται να ολοκληρωθεί τυπικά εντός
των επόµενων µηνών δεν θα πρέπει να αποτελέσει για την ελληνική κυβέρνηση
ευτυχή κατάληξη µίας «δύσκολης» διαδικασίας, αλλά ορόσηµο για την
άσκηση καινοτόµων πολιτικών µε ουσιαστικό περιεχόµενο. Αποτελεί
βέβαια εξαιρετικά σηµαντικό γεγονός ότι η επιτευχθείσα συµφωνία διασφαλίζει
τις θέσεις εργασίας στα ΕΝΑΕ, οι οποίες σε κάθε άλλη περίπτωση θα ήταν
επισφαλείς. Μάλιστα, µε βάση τα στοιχεία της ελληνικής κυβέρνησης, θα
επιτευχθεί η οµαλή και σταδιακή µείωση του προσωπικού µέσα στα επόµενα
τέσσερα χρόνια χωρίς απολύσεις, αλλά µέσω της συνταξιοδότησης αριθµού
εργαζοµένων. Συγκεκριµένα, εκτιµάται ότι τα επόµενα τέσσερα χρόνια θα
συνταξιοδοτούνται λόγω πλήρωσης των εκ του νόµου προϋποθέσεων περί τα 65
άτοµα ετησίως. Αναµφίβολα, ο συγκεκριµένος χειρισµός θα πρέπει να πιστωθεί
στην ελληνική πλευρά, αφού η απαίτηση της πολιτικής µη απολύσεων από την
αρχή µέχρι το τέλος των διαπραγµατεύσεων παρέµεινε κορυφαία προτεραιότητά
της. Θα πρέπει όµως να σηµειωθεί ότι η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει επίσης
να επιδιώξει την άµεση συσχέτιση της ναυπηγοεπισκευαστικής
βιοµηχανίας µε τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύµατα ώστε, µέσω µοντέλων
που επί χρόνια εφαρµόζονται σε άλλες χώρες, να ενισχυθεί όχι µόνο αριθµητικά

αλλά και ποιοτικά το ανθρώπινο δυναµικό µε ναυπηγούς, µηχανικούς και
τεχνικούς υψηλού επιπέδου κατάρτισης.

Στη βάση των διαπιστώσεων που αναλύθηκαν παραπάνω, η ελληνική κυβέρνηση
έχει στα χέρια της, για πρώτη φορά ίσως, τη δυνατότητα να «διαµορφώσει» το
περιβάλλον ενεργείας της σύµφωνα µε τις επιθυµίες της και τα πραγµατικά
συµφέροντα της χώρας. Συµφέροντα τα οποία επιβάλλουν τον
απογαλακτισµό της ελληνικής ναυπηγοεπισκευαστικής βιοµηχανίας από
το καθεστώς του «υπεργολάβου» κυρίως µεταλλικών κατασκευών ή του
κατ’ όνοµα αναδόχου, την απόκτηση ισχυρών τεχνολογικών βάσεων και
επίσης ισχυρών εξαγωγικών προοπτικών.

Στο «παίγνιο» αυτό δεν εισέρχεται µε µόνο εφόδιο τον προϋπολογισµό του
προγράµµατος των νέων φρεγατών, αλλά µε µία διεθνούς εµβέλειας
βιοµηχανική οντότητα, η οποία µπορεί να «εξυπηρετήσει» τους σχεδιασµούς
της. Μία οντότητα που µπορεί να χρησιµοποιηθεί ως εταίρος ή ως
αντίβαρο!

Σε κάθε περίπτωση πάντως, είτε επιλεχθεί η αποκλειστική ή µερική συνεργασία
µαζί της είτε όχι, η διαπραγµατευτική ισχύς της χώρας αυξάνει δραµατικά, ενώ ο
αντικειµενικός σκοπός πρέπει να παραµένει ο ίδιος και αταλάντευτος: η
σχεδίαση, ανάπτυξη και ναυπήγηση ενός «εθνικού πλοίου» µε ισχυρές
εξαγωγικές προοπτικές που είναι εξάλλου οι µόνες που µπορούν να
διατηρήσουν και αναπτύξουν την ελληνική ναυπηγοεπισκευαστική
βάση.

Ταυτόχρονα, δεν θα πρέπει η πολιτική παρέµβαση και δράση της ελληνικής
κυβέρνησης να περιοριστεί στο εσωτερικό της χώρας και τη βιοµηχανική-
οικονοµική διάσταση. Η συνύπαρξη εντός του οµίλου της ADM της
γαλλικής CMN, των γερµανικών Blohm+Voss και NOBISKRUG και
φυσικά των ΕΝΑΕ είναι προφανές ότι µπορεί να αποτελέσει το έναυσµα
αλλά και τον βατήρα για γενικότερες εξελίξεις στην ευρωπαϊκή
ναυπηγική βιοµηχανία. Καθώς το µεγάλο ζητούµενο σήµερα είναι η ανάπτυξη
της χώρας στη φυσική κοιτίδα της, την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι εξελίξεις στον
συγκεκριµένο τοµέα σε συνδυασµό µε την παγκόσµια πρωτοκαθεδρία του

ελληνόκτητου εµπορικού στόλου αποτελούν προνοµιακό επίπεδο δράσης σε
εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.


Μία κριτική αποτίµηση
Εάν κάποιος θελήσει να προχωρήσει σε µία κριτική αποτίµηση του
αποτελέσµατος της όλης διαδικασίας, θα µπορούσε να χαρακτηρίσει το πρόσηµο
θετικό:
(1) Το Πολεµικό Ναυτικό πρόκειται να παραλάβει επιτέλους τα νέα υποβρύχιά
του, ενώ θα «απαλλαγεί» και από το πρόβληµα που ακούει στο όνοµα
«Παπανικολής», το οποίο σύµφωνα µε όλες τις ενδείξεις πρόκειται να πουληθεί
σε ξένο Ναυτικό. Ταυτόχρονα, ο ελληνικός υποβρυχιακός στόλος πρόκειται να
οµογενοποιηθεί στην κλάση Type 214 µε ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα
λειτουργικά κόστη, την τεχνική υποστήριξη και την εκπαίδευση.
(2) H TKMS κατάφερε να απεµπλακεί από την παρουσία της στην Ελλάδα και τα
ΕΝΑΕ, µε τις µικρότερες δυνατές απώλειες, και µάλιστα ο συνολικός
απολογισµός θα µπορούσε να χαρακτηριστεί, για αυτήν, ως θετικός.
(3) Η ελληνική κυβέρνηση στην κυριολεξία κατάφερε να κόψει τον γόρδιο
δεσµό και είναι πλέον σε θέση να διακηρύξει πως έδωσε µία λύση σε ένα
χρονίζον πρόβληµα µε πολιτικές και στρατηγικές παραµέτρους.
(4) Η ADM από την πλευρά της είναι σε θέση να διαθέσει τη διεθνή της
επιτυχηµένη παρουσία και εµπειρία σε ένα ελληνικό ναυπηγείο, ενώ από την
άλλη θα εκµεταλλευτεί τις αναντίρρητα τεράστιες δυνατότητες της ελληνικής
ναυπηγοεπισκευαστικής βάσης. Επιπροσθέτως, σύµφωνα µε την ADM τα κέρδη
που θα προκύψουν από τα µελλοντικά συµβόλαια που θα ανατεθούν από το
Πολεµικό Ναυτικό δεν πρόκειται να «φύγουν» από την Ελλάδα, αλλά θα
χρησιµοποιηθούν για να αναπτυχθούν τα ΕΝΑΕ ακόµα περισσότερο.
Το Ι.Α.Α.Α. δεν µπορεί παρά να παρατηρήσει πως η όλη συµφωνία
αντιπροσωπεύει µια νέα προσέγγιση για τη λειτουργία της αµυντικής
βιοµηχανίας στην Ελλάδα και όχι µόνο. Αντίστοιχες συµφωνίες θα

µπορούσαν να επιτευχθούν για την επίλυση οµοίων προβληµάτων σε πολλούς
κρατικούς και ηµικρατικούς οργανισµούς. Μάλιστα, µε την εν λόγω συµφωνία
εκτιµάται πως οι «αποικιοκρατικού» τύπου συµφωνίες µεγάλων οίκων του
εξωτερικού µε ελληνικές εταιρείες και κυβερνήσεις αποτελούν πλέον παρελθόν.
Μέχρι πριν από λίγο καιρό, κάθε επενδυτική συµφωνία του τύπου αποτελούσε
ένα προσάρτηµα σε µία δυνητική αγορά κύριου οπλικού συστήµατος από τις
Ελληνικές Ένοπλες ∆υνάµεις µε περιορισµένο όµως ουσιαστικό περιεχόµενο. Οι
ελληνικές δε εταιρείες που εµπλέκονταν στο εγχείρηµα αναλάµβαναν (σχεδόν)
ολόκληρο το σχεδόν πάντοτε χαµηλής τεχνολογικής παραµένουσας αξίας
υποκατασκευαστικό έργο. Για πρώτη φορά ένας ξένος οίκος δείχνει την
ετοιµότητά του αλλά και την αποφασιστικότητά του να επενδύσει στην αµυντική
βιοµηχανία της χώρας µας, χωρίς να θέτει αποικιοκρατικού τύπου όρους, και
παρουσιάζοντας όπως φαίνεται ένα ολοκληρωµένο και βιώσιµο σχέδιο
διαχείρισης, ανάπτυξης και εξαγωγών.
Αυτό που απαιτείται είναι η βούληση και η ενεργή παρέµβαση της
ελληνικής κυβέρνησης για να διασφαλίσει και να καθοδηγήσει τις
θετικές εξελίξεις.


Η πώληση των Ελληνικών Ναυπηγείων ΑΕ (ΕΝΑΕ) από την ThyssenKrupp
Marine Systems (TKMS) στον επιχειρηµατικό όµιλο Abu Dhabi Mar (ADM)
εγκρίθηκε από την ελληνική κυβέρνηση την Πέµπτη 11 Μαρτίου του 2010. Η
εξέλιξη αυτή αποτέλεσε το επιστέγασµα σειράς συνεχών συναντήσεων και
διαβουλεύσεων µεταξύ των τριών εµπλεκοµένων µερών (ελληνική κυβέρνηση,
TKMS, ADM), µίας διαδικασίας η οποία διήρκεσε περισσότερο από τέσσερις
µήνες. Το τελευταίο εµπόδιο που ξεπεράστηκε ανοίγοντας το δρόµο για την
ευόδωση της συµφωνίας ήταν η απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης να
προχωρήσει στην αποδοχή της παραλαβής και των τεσσάρων υποβρυχίων Type
214 που κατασκευάστηκαν από την TKMS στο πλαίσιο του προγράµµατος
«Αρχιµήδης», παράλληλα µε την αναπροσαρµογή του προγράµµατος «Ποσειδών
ΙΙ»: αντί της αναβάθµισης δύο εκ των παλαιότερων υποβρυχίων του Πολεµικού
Ναυτικού Type 209/1200 που είχε σχεδιαστεί, θα προχωρήσει η ναυπήγηση δύο
νέων υποβρυχίων Type 214. Όσον αφορά την οριστικοποίηση της τύχης του

πρωτοτύπου υποβρυχίου «Παπανικολής» S120 που ναυπηγήθηκε στο Κίελο της
Γερµανίας, σύµφωνα µε τις κυβερνητικές ανακοινώσεις, θα προσφερθεί προς
πώληση στη διεθνή αγορά µε τη συνδροµή της ADM. Οι ίδιες ανακοινώσεις
αναφέρουν ότι το επιπρόσθετο κόστος για τη συγκεκριµένη συµφωνία-πακέτο
ανέρχεται σε 165 εκατ. ευρώ.

Για την κατανόηση της οικονοµικής παραµέτρου της συµφωνίας, είναι
απαραίτητη η ανασκόπηση της ιστορίας των προγραµµάτων «Αρχιµήδης» και
«Ποσειδών ΙΙ», των οποίων το συνολικό κόστος ανερχόταν στα 2,85 δισ. ευρώ,
συµπεριλαµβανοµένης της τιµαριθµικής αναπροσαρµογής µέχρι την ολοκλήρωση
των πληρωµών. Η ελληνική πλευρά είχε καταβάλει µέχρι τον Σεπτέµβριο του
2009 το ποσό των 2,033 δισ. ευρώ, χωρίς όµως να έχει παραλάβει κάποιο
υποβρύχιο από τα δυο προγράµµατα. Συνεπώς, υπολείπεται προς καταβολή
στην TKMS ένα ποσό ύψους 816 εκατ. ευρώ. Εξ αυτών, 177 εκατ. ευρώ
αφορούν εργασίες και ανταλλακτικά που επρόκειτο να αγοραστούν στο πλαίσιο
του προγράµµατος αναβάθµισης των υποβρυχίων Type 209/1200. Εάν
αφαιρεθεί αυτό το ποσό (αφού η αναβάθµιση δεν θα προχωρήσει), το συνολικό
ποσό της ελληνικής οφειλής προς την TKMS, πάντοτε σύµφωνα µε το
συµβόλαιο, ανέρχεται σε 639 εκατ. ευρώ, µέχρι τη χρονική στιγµή που η
εταιρεία αποφάσισε να προβεί στην καταγγελία των συµβάσεών της µε το
ελληνικό ∆ηµόσιο, τον Σεπτέµβριο του 2009.

Σύµφωνα µε τα νέα δεδοµένα που προκύπτουν από τη συµφωνία, το
αναθεωρηµένο πρόγραµµα «Ποσειδών ΙΙ» µε την προσθήκη της ναυπήγησης
δύο επιπλέον υποβρυχίων θα κοστίσει επιπλέον 1 δισ. ευρώ επιπλέον (τιµή
µονάδας 500 εκατ. ευρώ για κάθε νέο υποβρύχιο). Το Υπουργείο Εθνικής
Άµυνας υποστηρίζει ότι η τιµή εµπίπτει στο εύρος κόστους 340-540 εκατ. ευρώ,
το οποίο θεωρεί θεµιτό ─και ως βάση για τη διεξαγωγή διαπραγµατεύσεων─ για
την προµήθεια ενός νέου υποβρυχίου της κλάσης. Υπενθυµίζεται ότι η τιµή ανά
µονάδα για τα τέσσερα πρώτα υποβρύχια Type 214 της σύµβασης στο πλαίσιο
του προγράµµατος «Αρχιµήδης» ήταν 463,25 εκατ. ευρώ, δεδοµένο το οποίο
χρησιµοποιήθηκε από το υπουργείο στην ανωτέρω εκτίµηση του δυνητικού
εύρους του τελικού κόστους. Εάν προστεθεί το επιπλέον κόστος του 1 δισ. ευρώ
(για τα δύο νέα υποβρύχια Type 214) στα 2,033 δισ. ευρώ που έχουν ήδη
καταβληθεί και τα 639 εκατ. ευρώ που υπολείπονται, το συνολικό κόστος για τα
δυο προγράµµατα («Αρχιµήδης» και «Ποσειδών ΙΙ»), στην αναθεωρηµένη τους

µορφή, ανέρχεται στα 3,672 δισ. ευρώ. Σύµφωνα πάντα µε το Υπουργείο
Εθνικής Άµυνας, για να περιοριστεί το επιπρόσθετο κόστος κάτω από τα 165
εκατ. ευρώ, η πώληση του «Παπανικολής» S120 θα πρέπει να αποφέρει
τουλάχιστον 350 εκατ. ευρώ ή και περισσότερο. Σύµφωνα µε το Υπουργείο
Εθνικής Άµυνας, η TKMS γνωστοποίησε ότι στη διεθνή αγορά
«µεταχειρισµένων» υποβρυχίων η τιµή του «Παπανικολής» θα κυµαινόταν περί
τα 300 εκατ. ευρώ, µε αποτέλεσµα την επιβάρυνση του ελληνικού ∆ηµοσίου
κατά τουλάχιστον 50 εκατ. ευρώ στο πλαίσιο της ολοκλήρωσης των δυο
προγραµµάτων. Παράλληλα, η συγκεκριµένη τιµή υπολείπεται κατά 90 εκατ.
ευρώ της συµφωνηθείσας τιµής για την αναβάθµιση του υποβρυχίου U-
209/1200 «Ωκεανός» S118 στο πλαίσιο του προγράµµατος εκσυγχρονισµού
µέσης ζωής «Ποσειδών ΙΙ», που ήταν 390 εκατ. ευρώ.

Η διαπίστωση του συγκεκριµένου ελλείµµατος αποτέλεσε καταλύτη στην
απόφαση οριστικής αποδοχής του «Παπανικολής» S120, αφού η διακήρυξη ότι
καλύπτει απολύτως τις επιχειρησιακές και τις τεχνικές προδιαγραφές του
Πολεµικού Ναυτικού αυξάνει την εν δυνάµει αξία του στην «αγορά
µεταχειρισµένων» και µπορεί να αποτελέσει παράγοντα αύξησης της τιµής
πώλησης στον πιθανό αγοραστή. Σε µια τελική προσπάθεια εξασφάλισης έναντι
κάθε ενδεχοµένου, η ελληνική πλευρά αιτήθηκε και η γερµανική αποδέχτηκε
την εκ νέου (δεύτερη) αξιολόγηση του «Παπανικολής» και τη διαπίστωση της
συµµόρφωσης µε τις τεχνικές και επιχειρησιακές προδιαγραφές που
περιγράφονται στη σύµβαση. Η αξιολόγηση θα διενεργηθεί από το γερµανικό
Οµοσπονδιακό Γραφείο Αµυντικής Τεχνολογίας και Προµηθειών (BWB), τον
κρατικό Οργανισµό που είναι επιφορτισµένος µε την υλοποίηση, τον έλεγχο και
την πιστοποίηση των εξοπλιστικών προµηθειών και της στρατιωτικής
τεχνολογίας, σε συνεργασία µε το Γερµανικό Ναυτικό. Η αξιολόγηση αναµένεται
να ξεκινήσει εντός του µηνός Απριλίου στη Γερµανία.

Σε κάθε περίπτωση, από ελληνικής πλευράς εκτιµάται ότι το κόστος των δυο
προγραµµάτων υπολείπεται σηµαντικά του ποσού που θα επιδικαζόταν σε
περίπτωση που η Ελλάδα επέλεγε να παραπέµψει τη διαφορά της µε την TKMS
(που είχε καταγγείλει τη σύµβασή της µε το ελληνικό ∆ηµόσιο τον Σεπτέµβριο
του 2009) σε διεθνή διαιτησία. Η ελληνική πλευρά θεωρεί ότι η αντιµετώπιση
της νοµικής επιχειρηµατολογίας της TKMS µόνο εύκολη δεΝ θα ήταν, αφού θα
συµπεριλάµβανε τη θετική γραπτή έκθεση της BWB και του Γερµανικού

Ναυτικού, η οποία µάλιστα συντάχθηκε µετά από αίτηµα που υποβλήθηκε από
την ελληνική Γενική ∆ιεύθυνση Αµυντικών Επενδύσεων και Εξοπλισµών
(Γ∆ΑΕΕ). Είναι σαφές πως το συγκεκριµένο δεδοµένο καθόρισε, εάν όχι
επέβαλε, και τη σκληρή και άκαµπτη στάση της TKMS στις τριµερείς
διαπραγµατεύσεις. Επιπροσθέτως, η εν λόγω έκθεση προσφέρει µία επαρκή και
πειστική ερµηνεία για το σκεπτικό που οδήγησε την TKMS στην απόφαση
καταγγελίας και των δυο συµβάσεων µε την ελληνική πλευρά, στις παραµονές
των εθνικών εκλογών στην Ελλάδα, ενώ λογικά θα µπορούσε να αναµένει την
εκλογή νέας κυβέρνησης µε την προσδοκία επίλυσης από αυτή των
προβληµάτων που είχαν ανακύψει.

Το Υπουργείο Εθνικής Άµυνας ανακοίνωσε επίσης ότι οι µελλοντικές πληρωµές
θα εκταθούν σε ένα διάστηµα εννέα ετών, µε την ετήσια εκταµίευση να
ανέρχεται µεταξύ 50-200 εκατ. ευρώ, αναλόγως της προόδου των εργασιών. Το
επόµενο διάστηµα (τρεις έως πέντε µήνες) αναµένεται να υπογραφεί η τελική
σύµβαση που θα προβλέπει αναλυτικά το χρονοδιάγραµµα εκτέλεσης του έργου
και καταβολής των πληρωµών. Σύµφωνα µε όσα έχουν γίνει γνωστά, η
εκταµίευση της πρώτης δόσης από την ελληνική πλευρά θα καλύψει το κόστος
δοκιµών αποδοχής για τα τρία καινούργια υποβρύχια Type 214 και το
αναβαθµισµένο Type 209/1200 «Ωκεανός» S118. Επιπροσθέτως, ένα µη
προσδιορισµένο ποσό, στο πλαίσιο της πρώτης ετήσιας εκταµίευσης, θα
διοχετευτεί µε σκοπό την έναρξη των εργασιών για τη ναυπήγηση των δυο
καινούργιων υποβρυχίων Type 214.

Στο µεταξύ, η ελληνική κυβέρνηση, για να εξασφαλίσει την εύρυθµη λειτουργία
των ENAE στο µεσοδιάστηµα, θα εγγυηθεί τραπεζικό δάνειο ύψους 20 εκατ.
ευρώ, που θα χρησιµοποιηθεί για την καταβολή της µισθοδοσίας του
προσωπικού και την κάλυψη του κόστους λειτουργίας του ναυπηγείου µέχρι την
αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος. Αξίζει επίσης να σηµειωθεί ότι από τον
περασµένο Οκτώβριο (2009) η ελληνική κυβέρνηση έχει καταβάλει ποσό ύψους
17 εκατ. ευρώ για την κάλυψη παρελθόντων υποχρεώσεων προς τα ναυπηγεία
από συµβόλαια του Πολεµικού Ναυτικού, χρήµατα µε τα οποία κατέστη εφικτή η
καταβολή της µισθοδοσίας των εργαζοµένων.
Tags: HOT

 

Στην ίδια κατηγορία

ΣΧΟΛΙΑ


 

Κάντε Like: Onalert.gr στο Facebook