Επιλέξτε Σώμα: Color 1 Color 2 Color 3
Youtube Twitter Facebook Rss

Εξ Ανατολών

Ρωσία-Τουρκία όλο και πιο κοντά.

09.10.2010 | 22:40
Institute for Security and Defence Analysis – ISDA
17 Ag. Sikelianou Street, Neo Psychico, Athens 15 451, Greece.
Tel.: +30 211 015 3504, +30 211 012 5525, Fax: +30 211 012 5526
www.i-sda.org




Η Ελλάδα καλείται να διαχειριστεί µία πολύ δύσκολη κατάσταση η οποία έχει
διαµορφωθεί τους τελευταίους µήνες αφού δύο γεγονότα που λαµβάνουν χώρα
ταυτόχρονα τείνουν να δηµιουργήσουν µία κατάσταση αρνητική για την Αθήνα.
Από την µία πλευρά, µε υπαιτιότητα ή όχι της Ελλάδας, σηµαντικότατα
ενεργειακά σχέδια καθυστερούν, µε κίνδυνο να µαταιωθούν. Από την άλλη
πλευρά, η Μόσχα δείχνει αποφασισµένη να προχωρήσει στην υλοποίηση των
πλάνων της µε την συµµετοχή της χώρας µας ή χωρίς. Το νέο «όχηµα» το
οποίο µπορεί να χρησιµοποιηθεί από την Μόσχα φαίνεται πως είναι η
Άγκυρα, η οποία «καραδοκεί» να εκµεταλλευτεί κάθε ελληνική
«δυστοκία». Η Τουρκία φαίνεται να δείχνει µεγαλύτερες «αντοχές» προς τη
δυτική πίεση αναφορικά µε ενεργειακές συµφωνίες µε την Μόσχα. Η «κορωνίδα»
της διαφαινόµενης αυτής συνεργασίας έχει να κάνει µε την κατασκευή από τους
Ρώσους πυρηνικών εργοστασίων στην Τουρκία. Η συγκεκριµένη εξέλιξη θέτει το
όλο πρόβληµα σε νέες ποιοτικά αναβαθµισµένες παραµέτρους. Είναι σαφές πως
το ταξίδι στην Μόσχα των Ελλήνων επισήµων αποκτά έως και «ιστορικές
διαστάσεις» αφού θα πρέπει να ξεκαθαριστούν µε την ρωσική πλευρά κάποια
θέµατα η εξέλιξη των οποίων θα επηρεάσει τις διακρατικές σχέσεις για τις
επόµενες δεκαετίες.
Το Ινστιτούτο Αναλύσεων Άµυνας & Ασφάλειας (Ι.Α.Α.Α.), εκτιµώντας την
σηµασία του θέµατος τόσο για την εθνική ασφάλεια και στρατηγική όσο και για
την ευρύτερη ισορροπία στην περιοχή, σκοπεύει να προχωρήσει σε µία σειρά
στοχευµένων παρεµβάσεων που στόχο θα έχουν να ευαισθητοποιήσουν την
Ελληνική πολιτεία αλλά και την κοινή γνώµη για το θέµα της αναπτυσσόµενης
σχέσης Μόσχας-Άγκυρας γενικότερα αλλά και για τις συνέπειες
«πυρηνικοποίησης» της Τουρκίας ειδικότερα.
Η σηµασία των ρωσοτουρκικών συµφωνιών µπορεί να διαφανεί από µία σύντοµη
ανασκόπηση των πεπραγµένων του Τούρκου πρωθυπουργού στην Μόσχα. Ο
Τούρκος Πρωθυπουργός κ. Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κατά τη διάρκεια της
πρόσφατης διήµερης επίσκεψής του στην Ρωσία δήλωσε πως οι δύο χώρες
βρίσκονται «κοντά στο σηµείο εγκαθίδρυσης ενός διακρατικού,
διακυβερνητικού συµβουλίου συνεργασίας» και συµπλήρωσε πως µε την
δηµιουργία του συγκεκριµένου οργάνου «µία νέα εποχή πρόκειται να ξεκινήσει»
για τις σχέσεις Μόσχας-Άγκυρας. Είναι σαφές πως η συγκεκριµένη δήλωση
αναφέρεται όχι στο σηµερινό επίπεδο των διακρατικών σχέσεων αλλά σε αυτό το
οποίο υπάρχει η δυνατότητα να αναπτυχθεί εάν µία συγκεκριµένη δέσµη µέτρων
και συνεργασιών υλοποιηθεί και αναπτυχθεί σύµφωνα µε τις προγραµµατισµένες
εξαγγελίες.
Σε γενικές γραµµές η συνάντηση, δέκατη κατά σειρά από το 2004 και µετά,
µεταξύ του κ. Ρ. Τ. Ερντογάν και του πρωθυπουργού της Ρωσικής Οµοσπονδίας
κ. Βλαντιµίρ Πούτιν, υπήρξε σηµαντικότατη λόγω της ευρύτητας των ζητηµάτων
που συζητήθηκαν και των προγραµµάτων που συµφωνήθηκε να λάβουν
προτεραιότητα. Με λίγα λόγια συµφωνήθηκαν τα εξής:
1) Κατάργηση της βίζας. Θα υπάρξει αµοιβαία άρση των εµποδίων στην
µετακίνηση πολιτών των δύο χωρών από την µία πλευρά στην άλλη. Η
συµφωνία πρόκειται να υπογραφεί κατά το επερχόµενο ταξίδι του
Προέδρου της Ρωσικής Οµοσπονδίας κ. Ντµίτρι Μεντβέντεφ στην Τουρκία
τον Μάιο ή τον Ιούνιο του 2010. Η άρση των γραφειοκρατικών εµποδίων
αναµένεται να αυξήσει το τουριστικό «κύµα» προς την Τουρκία µε άµεσες
θετικές συνέπειες στην οικονοµία της γείτονος.
2) ∆ηµιουργία κοινού κέντρου λογιστικής υποστήριξης. Οι δύο πλευρές
συµφώνησαν να εγκαταστήσουν το εν λόγω κέντρο στο Κρασνοντάρ,
περιοχή 1.500 χλµ. νοτίως της Μόσχας, κοντά στο λιµάνι του Νοβοροσίσκ
στην Μαύρη Θάλασσα. Οι δύο πλευρές, θα δηµιουργήσουν ένα κοινό
σύστηµα µεταφορών το οποίο θα περιλαµβάνει
αυτοκινητοδρόµους, σιδηροδρόµους και θαλάσσιες µεταφορές µε
σκοπό να µειώσουν δραµατικά το κόστος µετακίνησης των
διακινούµενων εµπορευµάτων. Με λίγα λόγια θα δηµιουργηθεί η
υποδοµή για την µεταφορά µέσω µίας «τυποποιηµένης» διαδροµής των
εµπορευµάτων από το Κρανσοντάρ, στα λιµάνια της Μαύρης Θάλασσας και
από εκεί µέσω υψηλής συχνότητας προγραµµατισµένων θαλασσίων
µεταφορών θα µεταφέρονται στην Σαµσούντα (Σαµσούν). Από την
Ποντική πόλη θα µετακινούνται οδικώς και σιδηροδροµικώς στο λιµάνι της
Μερσίνας (Μερσίν) που θα αποτελέσει το διαµετακοµιστικό κέντρο στη
Μεσόγειο. Η µείωση του κόστους µεταφοράς αναµένεται να είναι της τάξης
του 50% ενώ το λογιστικό αυτό κέντρο στόχο έχει να καταστεί το σηµείο
αναφοράς για όλες της χώρες της Μαύρης Θάλασσας, της Κασπίας
και της κεντρικής Ασίας οι οποίες θα µπορούν να το
χρησιµοποιήσουν προς οικονοµικό τους όφελος και προς
γεωπολιτικό όφελος της Άγκυρας και της Μόσχας.
3) Πολύπλευρη ενεργειακή συµφωνία στρατηγικών διαστάσεων. Παρά
τα προαναφερθέντα σηµαντικά σχέδια ο «πυρήνας» των σχέσεων των δύο
χωρών έχει να κάνει µε την συνεργασία τους στον τοµέα της ενέργειας.
Στον συγκεκριµένο τοµέα µία σειρά από προγράµµατα βρίσκονται σε
διάφορα στάδια συζητήσεων - σχεδιασµού - υλοποίησης. Μεταξύ άλλων τα
σηµαντικότερα είναι τα εξής:
Ο κ. Β. Πούτιν, πρότεινε στον Τούρκο Πρωθυπουργό την υπογραφή ενός
τριµερούς ενεργειακού συµφώνου µεταξύ Άγκυρας, Μόσχας και
Ρώµης. Η συγκεκριµένη πρόταση έχει να κάνει µε την σχεδιαζόµενη ή/και
υπάρχουσα εµπλοκή της Τουρκίας σε τρία κύρια προγράµµατα στα οποία
συνεργάζονται η Μόσχα και η Ρώµη. Τα τρία προγράµµατα είναι τα εξής:
To σχέδιο Blue Stream II (BSII), ο αγωγός φυσικού αερίου South
Stream (SS) και ο αγωγός πετρελαίου Σαµσούντα-Τζεϊχάν (Σ-T).
To BSII αποτελεί µία αναβάθµιση/µετεξέλιξη του υπάρχοντος αγωγού Blue
Stream I (BSI). O BSI αφορά τη µεταφορά φυσικού αερίου από τη Ρωσία
στην Τουρκία µέσω υποθαλάσσιου αγωγού στη Μαύρη Θάλασσα, µε σκοπό
την ικανοποίηση της εσωτερικής αγοράς της Τουρκίας. Το σχέδιο BS II
αφορά την «αναβάθµιση» της Τουρκίας από χώρα - χρήστη του φυσικού
αερίου σε χώρα «διαµετακοµιστή». Έτσι, το ΒSII αναµένεται να
προµηθεύσει, µέσω Τουρκίας, µε ρωσικό φυσικό αέριο τις χώρες της
Μέσης Ανατολής (Λίβανο, Συρία, Ισραήλ) αλλά και την Κύπρο. Η ιταλική
εµπλοκή στο σχέδιο έχει να κάνει εν πολλοίς µε την τεχνογνωσία
κατασκευής υποθαλάσσιων αγωγών.
Η κατασκευή του αγωγού φυσικού αερίου SS, ουσιαστικά υπαγορεύει την
εµπλοκή της Άγκυρας στο πρόγραµµα αφού η υποθαλάσσια διαδροµή του
από τη Ρωσία στη Βουλγαρία επιβάλλει τη χρησιµοποίηση τουρκικών
υδάτων. Εάν ο σκοπός της Μόσχας, µε την κατασκευή του συγκεκριµένου
αγωγού ήταν η αποφυγή της Ουκρανίας, αυτό σηµαίνει αυτόµατα πως θα
έπρεπε να αξιοποιηθεί η τουρκική πλευρά, και µέσω αυτής ο αγωγός να
φτάσει στη Βουλγαρία. Ας σηµειωθεί πως η έναρξη της κατασκευής του εν
λόγω αγωγού έχει προσδιοριστεί για τον Νοέµβριο του 2010, η δε
συµφωνία Ρωσίας - Τουρκίας για τη χρησιµοποίηση τουρκικών υδάτων
έγινε κατά την επίσκεψη του κ. Β. Πούτιν στην Άγκυρα τον Αύγουστο του
2009.
Όσον αφορά το σχέδιο κατασκευής του αγωγού πετρελαίου Σ-T, η
αναγκαιότητά του προσδιορίζεται από την ανάγκη «εκτροπής» της
κυκλοφορίας του πετρελαίου από τα «κορεσµένα» Στενά του Βοσπόρου.
Έτσι η Άγκυρα προτείνει τη δηµιουργία ενός αγωγού ο οποίος θα διαπερνά
τη Μικρά Ασία κάθετα, από βορρά προς νότο, και θα καταλήγει στο
πετρελαϊκό κέντρο της χώρας, το Τζεϊχάν. Υπενθυµίζεται πως στην εν
λόγω περιοχή καταλήγει και ο κύριος πετρελαϊκός αγωγός Μπακού –
Τιφλίδα - Τζεϊχάν (BTC MEP: Baku-Tbilisi-Ceyhan Main Export Pipeline)
που µεταφέρει αζερικό πετρέλαιο στη ∆ύση.
Οι δύο πλευρές βρίσκονται πολύ κοντά στην έναρξη συνεργασίας στον
πυρηνικό τοµέα που αποτέλεσµα θα έχει την απόκτηση της εν λόγω
τεχνογνωσίας και υλικοτεχνικής υποδοµής από την Άγκυρα. Στις 13
Ιανουαρίου 2010, ο Ρώσος Αναπληρωτής Πρωθυπουργός κ. Ιγκόρ Σέσιν
και ο Τούρκος Υπουργός Ενέργειας & Φυσικών Πόρων κ. Τανέρ Γιλντίζ,
υπέγραψαν κοινή δήλωση µε την οποία οι δύο πλευρές δήλωναν πως
προσβλέπουν στη συνεργασία για την κατασκευή ενός πυρηνικού σταθµού
παραγωγής ενέργειας στην Τουρκία. Μέσω της εν λόγω δήλωσης, η
Άγκυρα δηλώνει έτοιµη να ολοκληρώσει τις διαδικασίες για την επίσηµη
υπογραφή της συµφωνίας ενώ η Μόσχα εκφράζει την ετοιµότητά της για
την παροχή της δανειοδότησης, του ηλεκτροµηχανολογικού εξοπλισµού
αλλά και την ανάθεση υποκατασκευαστικού έργου (ποσοστού που θα
κυµαίνεται µεταξύ του 20 και 30% της αξίας του συµβολαίου) στην
τουρκική πλευρά. Επιπροσθέτως, η Μόσχα δηλώνει πως θα προµηθεύσει
την Άγκυρα µε το απαραίτητο πυρηνικό καύσιµο, ενώ θα παραλάβει και τα
πυρηνικά απόβλητα. Ας σηµειωθεί πως µέσα στο 2010 η Άγκυρα
αναµένεται να ανακοινώσει την έναρξη διαγωνισµού για την κατασκευή
τριών ακόµη πυρηνικών σταθµών παραγωγής ενέργειας, πρόγραµµα για το
οποίο έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον και αµερικανικές εταιρίες.
Η Μόσχα εµφανίζεται έτοιµη να ελέγξει την εσωτερική ενεργειακή
αγορά της Τουρκίας µέσω αγοράς εταιριών διανοµής φυσικού
αερίου. Η Ρωσική Stroitransgaz βρίσκεται σε συζητήσεις για την αγορά
της εταιρείας διανοµής φυσικού αερίου της Κωνσταντινούπολης και την
κατασκευή µεγάλων αποθηκευτικών υπόγειων εγκαταστάσεων.
Οι πρώτες γενικές επισηµάνσεις/ερωτηµατικά αναφορικά µε την ενεργειακή
συµφωνία Άγκυρας-Μόσχας που θα πρέπει να γίνουν και να προσεχθούν
ιδιαιτέρως από την ελληνική πλευρά διότι άπτονται της ασφάλειάς της είναι οι
εξής:
Η ρωσική συµφωνία επί της αρχής για την κατασκευή του ρωσοτουρκικού
αγωγού πετρελαίου Σ-Τ, ο οποίος θα παρακάµπτει τα Στενά και εκτιµάται
πως το κόστος του θα υπερβεί τα 1,5 δις δολάρια, θα πρέπει να συνδεθεί
άµεσα µε τις βουλγαρικές εν πολλοίς και ελληνικές κατά δεύτερο λόγο
παλινωδίες για την κατασκευή ή όχι του αγωγού Μπουργκάς -
Αλεξανδρούπολης. Ας σηµειωθεί πως η τουρκική πλευρά παρουσίασε ως
«µεγάλη διπλωµατική επιτυχία» όχι την πυρηνική συµφωνία µε την Μόσχα
αλλά αυτή του πετρελαϊκού αγωγού. Επιπροσθέτως, η Μόσχα φαίνεται πως
χρησιµοποίησε την εν λόγω συµφωνία ως διαπραγµατευτικό αντάλλαγµα
για να «πείσει» την Άγκυρα να «ξεκολλήσει» τη συνεργασία στο πυρηνικό
πρόγραµµα. Άρα, δεν µπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα πως η Τουρκία
τους τελευταίους µήνες παρουσίαζε προσκόµµατα στην επίτευξη
συµφωνίας για τα πυρηνικά εργοστάσια µε την Μόσχα µόνο και µόνο για
να την πιέσει να ενδώσει στο θέµα του αγωγού Σ-Τ. Σε κάθε περίπτωση, η
Άγκυρα εµφανίζεται ικανοποιηµένη αφού φαίνεται να εξασφαλίζει τη
θετική ρωσική στάση στην κατασκευή ενός αγωγού ο οποίος σε τελική
ανάλυση θα καθιστούσε την κατασκευή του Μπουργκάς - Αλεξανδρούπολη
άνευ αντικειµένου. Από την άλλη, η Μόσχα φαίνεται να κερδίζει το
συµβόλαιο για τους πυρηνικούς σταθµούς παραγωγής ενέργειας της
Τουρκίας, ενώ ταυτοχρόνως είτε πιέζει την ελληνική και τη βουλγαρική
πλευρά να «ολοκληρώσουν» το συντοµότερο δυνατό τις
«περιβαλλοντολογικές» τους αναζητήσεις είτε σε περίπτωση που η Σόφια
πραγµατικά αποσυρθεί από το σχέδιο η Μόσχα να έχει µία «έτοιµη»,
λιγότερο «επιθυµητή» για αυτήν, βέβαια λύση. Είναι εµφανές πως για το
συγκεκριµένο θέµα, η Αθήνα και η Άγκυρα έχουν εµπλακεί σε ένα «παίγνιο
µηδενικού αθροίσµατος» (zero sum game), στο οποίο η ελληνική πλευρά
φαίνεται πως «άγεται και φέρεται» από τις διαθέσεις της Βουλγαρίας.
Το ερώτηµα για την Αθήνα είναι ένα, τι θα πράξει για να αποτρέψει
τον κίνδυνο «εξοβελισµού» της από ένα σχέδιο το οποίο θα της
επέφερε οικονοµικά αλλά κυρίως γεωπολιτικά οφέλη. Το ερώτηµα
γίνεται πιο πιεστικό επειδή φαίνεται πως η Άγκυρα είναι έτοιµη να
επωφεληθεί ενός πλεονεκτήµατος το οποίο προοριζόταν για την
Αθήνα.
Αναφορικά µε το ζήτηµα του BSII το ερώτηµα που τίθεται, κυρίως προς τη
Λευκωσία, είναι πως είναι δυνατόν να επιτρέψει ένας αγωγός φυσικού
αερίου ο οποίος ουσιαστικά θα ελέγχεται από την Άγκυρα να εγκατασταθεί
στην νήσο είτε στο ελεύθερο κοµµάτι, είτε στο κατεχόµενο, είτε και στα
δύο. Η Αθήνα από την πλευρά της, θα πρέπει να θέσει το ζήτηµα στη
Μόσχα για το κατά πόσο η Άγκυρα θα µπορεί να ελέγξει ή όχι την
υποθαλάσσια ροή του SS, στο κοµµάτι που θα περνάει από την περιοχή
της. Πώς η Μόσχα µπορεί να εξασφαλίσει πως η ροή του SS δεν πρόκειται
να επηρεαστεί σε µία δυνητική κρίση µε την Τουρκία;
Το ζήτηµα δε που θα πρέπει συνολικά να απασχολήσει τόσο την
Αθήνα όσο και τη Λευκωσία είναι ο κίνδυνος όλες οι πηγές ρωσικού
και κεντρο-ασιατικού φυσικού αερίου από τις οποίες θα
προµηθεύονται φυσικό αέριο να διέρχονται (ελέγχονται) από την
Τουρκία. Το ζήτηµα αυτό αφορά τόσο «δυτικών» συµφερόντων
αγωγούς (όπως π.χ. ο ITGI: Interconnector Turkey – Greece -
Italy), όσο και «ρωσικών» συµφερόντων σχέδια (π.χ. BSII και
SS).
Το τρίτο ερώτηµα το οποίο σχετίζεται µε την ασφάλεια της χώρας µας σε
συνάρτηση µε τη διαφαινόµενη ενεργειακή συµµαχία Μόσχας-Άγκυρας
αφορά µία νέα ποιοτική παράµετρο η οποία εισάγεται για πρώτη φορά στην
ελληνοτουρκική εξίσωση. Πώς θα έπρεπε η Αθήνα να αντιδράσει στη
διαφαινόµενη «πυρηνικοποίηση» της Άγκυρας; Ακόµα και αν η
Τουρκία προχωρήσει µε πολύ προσεκτικά βήµατα στον τοµέα της
πυρηνικής ενέργειας για ειρηνικούς σκοπούς, πόσο βέβαιο είναι ότι η
Άγκυρα θα αντισταθεί στον «πειρασµό» να αναβαθµίσει τις πυρηνικές της
δυνατότητες και στο στρατιωτικό πεδίο, δίνοντας µε αυτό τον τρόπο
ουσιαστική υπόσταση στη διακηρυγµένη φιλοδοξία της να καταστεί
περιφερειακή υπερδύναµη; Ας σηµειωθεί πως η Άγκυρα για την ώρα
διαθέτει τεχνογνωσία (κινεζικής προέλευσης) σχεδίασης, ανάπτυξης και
παραγωγής βαλλιστικών πυραύλων, ενώ έχει σε εξέλιξη και πρόγραµµα
απόκτησης δορυφόρων τηλεπισκόπησης ενώ είναι γνωστή η εµπλοκή της
γείτονος στο πυρηνικό πρόγραµµα του Πακιστάν. Είναι απίθανο στο άµεσο
µέλλον οι προαναφερόµενες δυνατότητες να συνδυαστούν µε στόχο την
ανάδυση µίας νέας περιφερειακής πυρηνικής δύναµης;
Η απάντηση στα παραπάνω ερωτήµατα θα πρέπει να περιλάβει την εξέταση µίας
σηµαντικότατης παραµέτρου: κατά πόσον η Μόσχα και η Άγκυρα είναι
στρατηγικοί εταίροι ή ευκαιριακοί σύµµαχοι…
Είναι σαφές πως η σταδιακώς αναπτυσσόµενη συνεργασία µεταξύ Μόσχας και
Άγκυρας, ειδικά στον τοµέα της ενέργειας, εµπεριέχει εγγενώς στρατηγικές
διαστάσεις. Το συγκεκριµένο γεγονός όµως δεν αλλάζει µία γεωστρατηγική
πραγµατικότητα τουλάχιστον 10 αιώνων. Η ρωσική έννοια του «εγγύς
εξωτερικού» («near abroad») βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση µε την
τουρκική (νεο-οθωµανική) έννοια του «στρατηγικού βάθους». Με άλλα
λόγια τόσο η Μόσχα όσο και η Άγκυρα προσβλέπουν στον έλεγχο,
έµµεσο ή άµεσο, ίδιων γεωγραφικών περιοχών (ανατολική Μεσόγειο –
Καύκασο – κεντρική Ασία).
Για όσο χρονικό διάστηµα οι δύο πλευρές θα ερίζουν για την ίδια περιοχή
η «συµµαχία» τους δεν µπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως «ευκαιριακή»
και µε συγκεκριµένο αντικειµενικό σκοπό. Η Μόσχα φιλοδοξεί να
αποδυναµώσει τον αγγλοσαξονικό παράγοντα από την ευαίσθητη αυτή περιοχή
της Ευρασίας, ενώ η Άγκυρα ουσιαστικά επιθυµεί να «εκβιάσει» τη ∆ύση για να
αποσπάσει όσο περισσότερα οφέλη µπορεί µε προεξέχοντα την είσοδό της στην
Ευρωπαϊκή Ένωση και την αλλαγή του status quo στο Αιγαίο και την ανατολική
Μεσόγειο. Σε κάθε περίπτωση ο ρωσικός «ευρασιατισµός» σε καµία
περίπτωση δεν µπορεί να χαρακτηριστεί ως «συµβατός» µε τον
τουρκικό.
Ανεξαρτήτως όµως από τη φύση της τουρκο-ρωσικής συνεργασίας (στρατηγική ή
ευκαιριακή), η οποία καθορίζεται από παράγοντες και γεγονότα εν πολλοίς
ανεξάρτητα από τη θέληση/βούληση της Ελλάδας ή τις δυνατότητες επηρεασµού
αυτών, η Αθήνα συνιστάται να προχωρήσει σε µία πρώτη αντιµετώπιση
των συγκεκριµένων ερωτηµάτων που την αφορούν άµεσα.
Αναφορικά µε το ζήτηµα του αγωγού Σ-Τ, η Αθήνα θα πρέπει µε κάθε
τρόπο να βοηθήσει τη Βουλγαρία να ξεκαθαρίσει την θέση της για την
κατασκευή του αγωγού Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη και να της επιστήσει
την προσοχή στα «διαφυγόντα» οικονοµικά και γεωπολιτικά κέρδη που η
παρελκυστική πολιτική της κινδυνεύει να δηµιουργήσει και στις δύο
πλευρές. Η συµπόρευση Αθήνας και Σόφιας σε ζητήµατα κρίσιµα και για τις
δύο χώρες (π.χ. θέµα Σκοπίων και µειονοτήτων στην Θράκη) εγγυάται
πως η Σόφια θα µπορούσε να εισακούσει την Αθήνα στο θέµα του
πετρελαιαγωγού. Φυσικά αυτό προϋποθέτει την ελληνική βούληση για την
κατασκευή του αγωγού.
Στο θέµα της βαθµιαίας εξάρτησης Αθήνας και Λευκωσίας από την Τουρκία
στον τοµέα της προµήθειας του φυσικού αερίου, εκτιµάται πως θα πρέπει
να προκριθεί η προµήθεια υγροποιηµένου φυσικού αερίου (LNG: Liquefied
Natural Gas) από εναλλακτικές πηγές, ειδικότερα από τη Βόρεια Αφρική.
Το LNG, αν και πιο δαπανηρή επένδυση, εγγυάται πως τόσο η Αθήνα όσο
και η Λευκωσία δεν θα µπορούν τόσο εύκολα να «εκβιαστούν» από την
Άγκυρα σε µία στιγµή κρίσης.
Το θέµα µίας «πυρηνικής» Τουρκίας θα πρέπει να αρχίσει να απασχολεί
την Αθήνα πλέον πολύ σοβαρά. Αρχικώς, µία πρώτη διαβούλευση ή/και
συνεργασία µε όµορες χώρες, όπως το Ισραήλ για παράδειγµα, θα ήταν
θεµιτό να επιδιωχθεί. Επιπροσθέτως, το ζήτηµα απόκτησης ανάλογης
δυνατότητας και από την Αθήνα δεν θα πρέπει να απορριφθεί. Η
συγκεκριµένη επιλογή είναι σαφώς δύσκολη, θα έχει υψηλό πολιτικό και
οικονοµικό κόστος, αλλά ο καλόπιστος δηµόσιος - κοινωνικός διάλογος,
µακριά από ιδεοληψίες, µικρο-σκοπιµότητες και «προκατασκευασµένες»
στερεοτυπικές αντιλήψεις θα πρέπει να ξεκινήσει γρήγορα αφού κάθε
καθυστέρηση σε ένα τέτοιο ζήτηµα υψηλής στρατηγικής µακροπρόθεσµα
µπορεί να καταστεί µοιραία.
Πέραν των άµεσων αυτών βηµάτων τα οποία και προτείνεται να λάβουν
χώρα για το κάθε θέµα ξεχωριστά κρίνεται αναγκαίο µια εκ βαθέων
συζήτηση µε τη Μόσχα για το τι ακριβώς µία τόσο αναβαθµισµένη σχέση
της µε την Άγκυρα σηµαίνει για την Ελλάδα. Φυσικά κάθε χώρα έχει το
δικαίωµα να ακολουθήσει τα δέοντα ως προς το συµφέρον της, όπως το
αντιλαµβάνεται αυτή. Σε κάθε όµως περίπτωση η Αθήνα θα πρέπει να
εξασφαλίσει τουλάχιστον τα αυτονόητα από την Μόσχα.
Η Ρωσία θα πρέπει να πιέσει τη Βουλγαρία ώστε να «ξεµπλοκάρει» ο
αγωγός Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολης και εάν δεν είναι δυνατόν να
αποτραπεί η κατασκευή του Σ-Τ, να εξασφαλιστούν τα απαραίτητα
αποθέµατα για τη λειτουργία και των δύο διαδροµών (κάτι το οποίο
εκτιµάται ως πολύ δύσκολο).
Η Μόσχα πρέπει να εξασφαλίσει πως η ροή φυσικού αερίου από τον
SS δεν πρόκειται σε καµία περίπτωση να τεθεί υπό διαπραγµάτευση
ή υπό αµφισβήτηση από την Άγκυρα. Το ίδιο θα πρέπει να
εξασφαλισθεί για τον ΒSII εάν και εφόσον θα πηγαίνει και στην
Κύπρο.
Σε κάθε περίπτωση η ρωσική πλευρά θα ελέγχει κάθε βήµα της
Άγκυρας στον τοµέα της πυρηνικής ενέργειας. Θεωρείται αυτονόητο
πως η Μόσχα δεν επιθυµεί η Τουρκία να αποκτήσει στρατιωτική
πυρηνική τεχνολογία. Θεµιτό θα ήταν η Αθήνα να λάβει τις
απαραίτητες διαβεβαιώσεις από την Μόσχα πως σε περίπτωση που η
Άγκυρα «παρεκκλίνει» από τα συµπεφωνηµένα, η Αθήνα δεν θα
βρεθεί ξαφνικά χωρίς την ανάλογη υποστήριξη. Εξυπακούεται ότι
υποστήριξη θα πρέπει να ζητηθεί τόσο από τους συµµάχους µας στο
ΝΑΤΟ όσο και τους εταίρους µας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς η
πυρηνική «παρεκτροπή» της Τουρκίας θα οδηγήσει σε
αποσταθεροποίηση την ευρύτερη περιοχή.
Οι επισκέψεις του Πρωθυπουργού κ. Γεωργίου Παπανδρέου και του
Υπουργού Εθνικής Άµυνας κ. Ευάγγελου Βενιζέλου στην Μόσχα εκτιµάται
πως θα µπορούσαν να αποτελέσουν το εφαλτήριο για µία πιο
αποτελεσµατική –πραγµατικής στρατηγικής εµβέλειας- συνεργασία
µε την Ρωσία, µε την προϋπόθεση ότι δεν θα υποβιβαστούν στο
επίπεδο ευκαιριακών και αµφιβόλου αποτελεσµατικότητας
αγοραπωλησιών.
Η Αθήνα σε ένα γενικότερο πλαίσιο θα έπρεπε να «ξυπνήσει» από τον
γεωπολιτικό «λήθαργο» και να αντιληφθεί πως το «παιχνίδι» στην
περιοχή µας έχει «αγριέψει» και πως την περίοδο που διανύουµε
λαµβάνει χώρα ευρεία ανακατανοµή δυνάµεων µε αποτέλεσµα να
µεταβάλλονται λεπτές ισορροπίες.
Θα πρέπει να γίνει αντιληπτό πως η δικαιολογία της οικονοµικής κρίσης ισχύει για
όλους τους γεωπολιτικούς δρώντες, δεν είναι µόνο η Ελλάδα που αντιµετωπίζει
προβλήµατα. Κάθε «απουσία» µε πρόφαση την οικονοµική δυσπραγία
αναµένεται να δηµιουργήσει σοβαρότατα ζητήµατα στο άµεσο µέλλον.
Ζητούµενο πλέον είναι η αποφασιστική παρουσία της χώρας µας στον
φυσικό της χώρο που δεν είναι άλλος από τον άξονα Μαύρη Θάλασσα –
Στενά – Αιγαίο - ανατολική Μεσόγειος.

Tags:

 

Στην ίδια κατηγορία

ΣΧΟΛΙΑ


 

Κάντε Like: Onalert.gr στο Facebook