Επιλέξτε Σώμα: Color 1 Color 2 Color 3
Youtube Twitter Facebook Rss

ΑΠΟΨΗ

Τύνιδα:η εικόνα πίσω από το καθρέφτη. Ένα "προφητικό άρθρο".

17.01.2011 | 15:01





Του Ηλία Βεργίτση *
onculture.eu



Οι ρόδες τσίριζαν επίμονα την ώρα που το αεροπλάνο της Tunis Air έκοβε ταχύτητα πάνω στην πίστα του αεροδρομίου της Καρθαγένης. Οι επιβάτες χειροκρότησαν ενθουσιασμένοι και πολλοί από αυτούς, λίγα λεπτά μετά την προσγείωση, άναβαν ανυπόμονα τα τσιγάρα τους καθώς περίμεναν τις αποσκευές τους να φτάσουν.

Φανατικοί καπνιστές οι Τυνήσιοι δεν μπόρεσαν να αντέξουν τις δύο ώρες πτήσης από την Κωνσταντινούπολη έως την Τύνιδα. Διότι ναι μεν έφτανα στην πρωτεύουσα της μεσογειακής αυτής χώρας με την πτήση Αθήνα-Τύνιδα, αλλά κανείς δεν μου είχε πει –ούτε εμένα ούτε και σε κανέναν άλλο επιβάτη απ’ ό,τι κατάλαβα αργότερα- ότι θα φτάναμε μέσω Κωνσταντινούπολης, γεγονός που πληροφορηθήκαμε μετά την απογείωση από το Ελ.Βενιζέλος.



Αν και έχω ταξιδέψει αρκετά στον αραβικό κόσμο και νομίζω ότι τον γνωρίζω πολύ καλά σε σύγκριση με τον μέσο ταξιδιώτη, η Τυνησία ήταν από τις μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού χώρες της πολιτιστικής αυτής ζώνης που μου είχε διαφύγει. Τόσο κοντά στην Ελλάδα και ταυτόχρονα τόσο μακριά. Άραγε πότε ήταν η τελευταία φορά που άκουσε κανείς κάποια είδηση να βγαίνει από την βορειοαφρικανική αυτή χώρα και να φτάνει στις σελίδες των εφημερίδων μας ή στις οθόνες των τηλεοράσεών μας;

Εγώ προσωπικά θυμάμαι ότι η τελευταία σημαντική είδηση που έφτασε στη Δύση από την Τύνιδα ήταν το 1985 όταν η ισραηλινή αεροπορία βομβάρδισε το αρχηγείο της PLO αφήνοντας δεκάδες νεκρούς. Άλλη μία το 1994 όταν ο Αραφάτ άφησε την πόλη που τον φιλοξενούσε στην εξορία του για να επιστρέψει στην Παλαιστίνη ως εθνάρχης και όχι ως τρομοκράτης. Ά ναι... και τότε που η τυνησιακή πρωτεύουσα φιλοξενούσε με τιμές και δόξες τον καταζητούμενο στην πατρίδα του και σε όλη την Ευρώπη για πολλαπλά σκάνδαλα διαφθοράς Μπετίνο Κράξι, ο οποίος από το 1994 ζούσε πλουσιοπάροχα στην έπαυλή του στο Χαμαμέτ με συντροφιά του αμούστακα γεροδεμένα αγόρια από τις φτωχογειτονιές της Τύνιδας, τους παρακμιακούς προαγωγούς τους και κουστουμαρισμένους Σιτσιλιάνους, ως το 2000 που πέθανε. Πέραν τούτου... ειλικρινά δεν θυμάμαι άλλες ειδήσεις από την Τυνησία...




Με αυτά στο μυαλό έφτασα στην πρωτεύουσα της μικρής αυτής χώρας των δώδεκα εκατομμυρίων ανθρώπων προκειμένου να επισκεφθώ μια Γαλλίδα φίλη που την έχει επιλέξει για σπίτι της εδώ και 15 χρόνια και βάλε.

Βγαίνοντας από το αεροδρόμιο, αγνοώ τους δεκάδες ντόπιους εθελοντές ταξιτζήδες που σχεδόν με το ζόρι θέλουν να σε πάρουν κούρσα για το κέντρο χρεώνοντας το πενταπλάσιο απ’ ό,τι συνήθως και χωρίς ταξίμετρο (μια διαδρομή επτά διναρίων για 15 λεπτά δρόμου ως το κέντρο μπορεί να την πληρώσεις ως και 30, δηλαδή 17 ευρώ περίπου). Επιλέγω ταξί και οδηγό και με ύφος γεμάτο αυτοπεποίθηση του δίνω στα γαλλικά τον προορισμό μου, για τον οποίο επίσης πρέπει να διαπραγματευτώ καθώς του φαίνεται λογικότερο να με οδηγήσει σε ξενοδοχείο της αρεσκείας του (απ’ όπου σίγουρα θα βγάλει το μπαξίσι του). Όχι, του λέω κοφτά. Θέλω σε αυτή τη διεύθυνση παρακαλώ.

Χαζεύοντας από το παράθυρο στη διαδρομή προς την πόλη υποπτεύθηκα γιατί η χώρα δεν βγάζει ειδήσεις.

Η εικόνα του “πατερούλη” του έθνους πανταχού παρούσα. Σε γιγαντοαφίσες, σε τοίχους δημοσίων κτιρίων, σε στάσεις λεωφορείων. Ο (ισόβιος) 72χρονος πρόεδρος Μπεν Αλί με το κατάμαυρο κορακί (βαμμένο) μαλλί χαμογελάει στους υπηκόους του υπενθυμίζοντας ότι αυτός αποφασίζει τι είναι και τι δεν είναι είδηση σε αυτή τη χώρα τα τελευταία 21 χρόνια που βρίσκεται στην προεδρία (μη ρωτάτε πώς... με έναν εκ των γνωστών και δοκιμασμένων τρόπων με τους οποίους υφαρπάζουν την εξουσία όλοι οι καθώς πρέπει δικτάτορες: συνωμοσία, πραξικόπημα ή και τα δύο μαζί).

Δεν σκόπευα να δώσω πολιτική χροιά στο άρθρο αυτό, αλλά ειλικρινά είναι τόσο γελοίο το καθεστώς που σου προξενεί σχεδόν ασταμάτητο χαχανητό (όταν δεν είσαι πολίτης αυτής της χώρας, διότι αν είσαι σου προξενεί φόβο υποθέτω). Και καλά, το συνεχές λιβανιστήρι στον φωτισμένο ηγέτη είναι κατανοητό (από το περιοδικό πτήσης της Tunis Air έως και τις γαλλόφωνες εφημερίδες που λες και ως εκ του νόμου υποχρεούνται να δημοσιεύουν καθημερινά τη φωτογραφία του Μπεν Αλί -με το βαμμένο κορακί μαλλί- στην πρώτη σελίδα. Δεν έχει σημασία με ποια αφορμή, φτάνει να συνοδεύει ύμνο στο πρόσωπό του). Όμως, το επίπεδο της προπαγάνδας είναι τόσο ακατέργαστο και σχεδόν πρωτόγονο που ο κάθε σοβαρός άνθρωπος απορεί πώς είναι δυνατόν να το χρησιμοποιεί το καθεστώς, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι γελοιοποιείται.

Θα πει κανείς ότι όλα αυτά είναι συμπεράσματα ενός “δυτικού” που δεν αντιλαμβάνεται την ψυχοσύνθεση των ντόπιων. Κι όμως, όλα αυτά είναι πράγματα που μου είπαν ψιθυριστά πολλοί από τους καταπληκτικούς Τυνήσιους τύπους που είχα την τύχη να γνωρίσω κατά τη διάρκεια της επίσκεψής μου. Άνθρωποι μορφωμένοι και καλλιεργημένοι, καλλιτέχνες, επιστήμονες, νέοι και μεγαλύτεροι σε ηλικία, θαμώνες στα διάφορα υπέροχα υπαίθρια καφέ της κεντρικής λεωφόρου Μπουργκίμπα, με τους οποίους κουβέντιαζα με τις ώρες για τέχνη και πολιτική πίνοντας μπύρες Celtia και δυνατούς γαλλικούς καφέ ο λέ ή ντιρέκτ, όπως τους λένε οι ντόπιοι.

Άνθρωποι που ασφυκτιούν από την ασχήμια ενός απόλυτα διεφθαρμένου καθεστώτος που με δικαιολογία τον πόλεμο κατά της ισλαμικής τρομοκρατίας και την αμέριστη συμπαράσταση των ΗΠΑ παρακολουθεί και ελέγχει τα πάντα με τη μυστική αστυνομία του, τους εκατοντάδες φανερούς και πάνοπλους αστυνομικούς του σε κάθε γωνιά του δρόμου, τους αφανείς χαφιέδες που καταγράφουν συνομιλίες των ντόπιων για να τους καρφώσουν στις αρχές.



Το πιο γραφικό ίσως πρόσωπο αυτού του γελοίου καθεστώτος είναι η κυρία του κυρίου, καθώς και η συμμορία της πολυμελούς και ταπεινής καταγωγής οικογένειάς της (αδέρφια, ξαδέρφια, θείοι, κολλητοί φίλοι, κτλ.) που νέμεται τον εθνικό πλούτο της χώρας χωρίς –φυσικά- κανέναν έλεγχο και αιδώ. Η κυρία Λεϊλά Τραμπελσί και οι άνθρωποί της κερδοφορούν ασύστολα από το κομμένο και ραμμένο στα μέτρα τους πρόγραμμα μαζικών αποκρατικοποιήσεων, το τραπεζικό σύστημα σκανδαλωδών δανείων, τη μαύρη αγορά ακινήτων, τις εξαγωγές και εισαγωγές και άλλες παράνομες δραστηριότητες οι οποίες σε κάθε άλλη ευνομούμενη πολιτεία θα είχαν στείλει μερικές εκατοντάδες απατεώνες στο σκαμνί. Και όλα αυτά, τη στιγμή που ο μέσος Τυνήσιος κερδίζει 200 δινάρια το μήνα (120 ευρώ περίπου) και που ένας στους δύο τελειόφοιτους των πανεπιστημίων της χώρας είναι άνεργοι.

Παρά τις εντυπωσιακά χαμηλές τιμές στην αγορά της χώρας, είναι να απορεί κανείς πώς τα βγάζουν πέρα οι άνθρωποι. 

Οι περισσότεροι άνεργοι νέοι στην πρωτεύουσα περπατούν με τις ώρες πάνω-κάτω στην κεντρική λεωφόρο Μπουργκίμπα και επιδίδονται στην ανδρική πορνεία, που είναι εντυπωσιακά διαδεδομένη. Στο Café de Paris και κάθε άλλο κεντρικό στέκι της πόλης, σε τουριστικά σημεία, αλλά και σε ανύποπτα σοκάκια, εκατοντάδες νέοι πουλάνε πολύ απλά το μόνο που διαθέτουν πραγματικά δικό τους, δηλαδή το κορμί τους, έναντι 10 διναρίων ή έξι ευρώ περίπου, σε παχύσαρκους μεσήλικες Ιταλούς και άλλους δυτικούς τουρίστες που επισκέπτονται τη χώρα ειδικά για το φτηνό –και καλό- σεξ.

Πολλοί από αυτούς τους νέους είναι φοιτητές ή ανήλικοι και η δραστηριότητά τους κάθε άλλο παρά κρυφή είναι. Οι πάντες γνωρίζουν τι συμβαίνει και οι πάντες σιωπούν. Φυσικά και η κυρία Λεϊλά γνωρίζει και η φαμίλια της και οι φίλοι ή συμπαθούντες που κυκλοφορούν στους δρόμους με ακριβά πολυτελή μοντέλα της Peugeot και κτίζουν χλιδάτες επαύλεις στην πολύ σικ Λα Μάρσα, μερικά χιλιόμετρα από το κέντρο της πόλης.



Τώρα, γιατί δεν μαθαίνουμε τίποτα από αυτά στην Δύση; Πρώτον γιατί όλη αυτή η κατάσταση δεν ενοχλεί την “διεθνή κοινότητα” (τις ΗΠΑ δηλαδή, που στηρίζουν το καθεστώς) και δεύτερον διότι στην ονειρεμένη αυτή χώρα οι ξένοι δημοσιογράφοι είναι μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού και ζουν και εργάζονται υπό συνεχή έλεγχο και υπό συνεχείς απειλές. Τελευταίο θύμα της λογοκρισίας ήταν το διεθνές δίκτυο Αλ Τζαζίρα, τα γραφεία του οποίου στην Τύνιδα έκλεισαν κακήν κακώς και οι ανταποκριτές τους έφυγαν κλοτσηδόν όταν το κανάλι αποκάλεσε “δικτατορικό” το καθεστώς Μπεν Αλί.

Και σα να μην έφτανε αυτό, ακόμα και το website του Αλ Τζαζίρα (και πολλά άλλα ύποπτα για το καθεστώς, όπως το youtube.com) μπλοκαρίστηκε για να μην μπορεί να μολύνεται κανείς ντόπιος από την δηλητηριώδη προπαγάνδα του.

Βέβαια, όλα αυτά ελάχιστα ενδιαφέρουν έναν τυχαίο επισκέπτη της χώρας που επιλέγει την Τύνιδα για τις ολιγοήμερες διακοπές του. Οι πάντες θέλουν να δουν τα αξιοθέατα, να επισκεφθούν τον εντυπωσιακό αρχαιολογικό χώρο της Καρθαγένης, της αρχαίας Καρχηδόνας (όπου κρατικοί υπάλληλοι αρχαιοφύλακες επιχείρησαν να μου πωλήσουν αυθεντικά ρωμαϊκά νομίσματα που ξέθαψαν στην ευρύτερη περιοχή έναντι 50 ευρώ έκαστο), να θαυμάσουν τα υπέροχα ψηφιδωτά στο ονομαστό Μουσείο Μπαρντό (τα οποία φυλάσσονται σε απαράδεκτους μουσειολογικά χώρους με ανοιχτά παράθυρα και υγρασία), να γευτούν την πλούσια ντόπια κουζίνα, να ψωνίσουν στη Μεδίνα, την εξαίσια παλιά πόλη με το πιο υπέροχο –ίσως- ανατολίτικο παζάρι που έχω δει στον αραβικό κόσμο, να τραβήξουν πολλές φωτογραφίες στο ειδυλλιακό παραθαλάσσιο θέρετρο του Σίντι μπου Σαΐντ με το υπέροχο ηλιοβασίλεμα και τις πανάκριβες βίλες των φίλων της κυρίας Λεϊλά που λέγαμε πρωτύτερα.

Η αλήθεια είναι ότι η Τυνησία όντως είναι ιδανικός προορισμός για τον μέσο Ευρωπαίο τουρίστα. Είναι δίπλα στην Ευρώπη, έχει ένα υπέροχο μεσογειακό κλίμα, φιλικούς ανθρώπους, παρέχει ασφάλεια στον ταξιδιώτη (χάρη στην πρωτοφανή αστυνόμευση δεν κουνιέται φύλλο). Στην Τύνιδα δεν θα δείτε σκηνές ακραίας φτώχιας, όπως στην Αίγυπτο, καθώς η χώρα βρίσκεται σε καλή οικονομική κατάσταση σε σχέση με τις περισσότερες αραβικές. Δεν θα δείτε κρυμμένες γυναίκες, μια και το καθεστώς έχει όντως κάνει εντυπωσιακά βήματα για τη γυναικεία χειραφέτηση. Δεν θα δείτε γενικά το βαθύ ισλάμ στη βίαιη μορφή του, αν και μεγάλο μέρος του πληθυσμού στρέφεται όλο και περισσότερο στην ασφάλεια που παρέχει η ισλαμική παράδοση, ως αντίδραση στην ολοένα και μεγαλύτερη διαφθορά και πρόκληση του απολυταρχικού καθεστώτος.

Η Γαλλίδα φίλη μου, μου ζήτησε να προσέχω τα μέτωπα πολλών ανδρών που με προσπερνούσαν στον δρόμο: οι δύο στους δέκα είχαν το σημάδι μιας ουλής που είχε προκληθεί από τις συχνές κουτουλιές που έδιναν στο έδαφος κατά τη διάρκεια της προσευχής.

Εν πάσει περιπτώσει, το άρθρο αυτό υποτίθεται ότι είναι ταξιδιωτικού ενδιαφέροντος και άρα εγώ είμαι εκτός θέματος. Ίσως και όχι, όμως. Κάποιους ταξιδιώτες στην όμορφη αυτή μεσογειακή χώρα θα τους ενδιαφέρει το τι βρίσκεται πίσω από τη βιτρίνα. Αν περιμένετε λοιπόν να σας μιλήσω για την ιστορία του τόπου, ή να σας προτείνω τι και πού να ψωνίσετε, ή τι να φάτε χάνετε τον χρόνο σας. Αντ’ αυτού σας παραπέμπω στα πολύ χρήσιμα λινκς που βρήκα στο διαδίκτυο και τα οποία μπορούν να σας οδηγήσουν σε έναν πλούτο τέτοιων χρηστικών πληροφοριών.


Κλείνοντας, λοιπόν, η μόνη συμβουλή που σας δίνω αν αποφασίσετε τελικά να επιλέξετε την Τύνιδα και τα όμορφα περίχωρά της για ένα μικρό διήμερο ή τριήμερο ταξίδι, είναι να έχετε πάντα τα μάτια σας ανοικτά και να βλέπετε πίσω από τις ειδυλλιακές εικόνες που βλέπει ο μέσος τουρίστας που ταξιδεύει για να ψωνίσει άχρηστα σουβενίρ που θα διακοσμήσουν το σαλόνι του ή να βγάλει φωτογραφίες χαμογελώντας μπροστά από σιντριβάνια που δεν έχουν όνομα. Οι περισσότεροι άνθρωποι που θα συναντήσετε σε αυτόν τον τόπο –ιδίως οι νεότεροι- θα πούλαγαν ακόμα και τη μάνα τους για να διαφύγουν και να ζήσουν αλλού, ελεύθεροι και αξιοπρεπείς. Όταν θα περνάτε τον έλεγχο των διαβατηρίων στο διεθνές αεροδρόμιο Καρθαγένη της Τύνιδας, αυτό να το θυμάστε καλά. Και αν είστε δημοσιογράφοι, μην το δηλώσετε. Δεν θα είστε ευπρόσδεκτοι...

*Ο Ηλίας Βεργίτσης είναι δημοσιογράφος και Διευθυντής Ενημέρωσης του ΥΕΘΑ.
Το κείμενο είχε γραφτεί  τον Ιανουάριο του 2009,σε ταξίδι του στη Τυνησία.




Tags: ΔΕΛΤΙΟ

 

Στην ίδια κατηγορία

ΣΧΟΛΙΑ


 

Κάντε Like: Onalert.gr στο Facebook