Επιλέξτε Σώμα: Color 1 Color 2 Color 3
Youtube Twitter Facebook Rss

ΑΠΟΨΗ

Άποψη: «Ο μακρύς δρόμος προς τις Πρέσπες: H διέξοδος ενός αδιεξόδου»

15.01.2019 | 09:32
 Του Σπυρίδωνα Σφέτα, καθηγητού Νεότερης και Σύγχρονης Βαλκανικής Ιστορίας ΑΠΘ


Όταν τον Φεβρουάριο του 1974 το σύνταγμα της Γιουγκοσλαβίας κατέστη αποκεντρωτικό και οι Ομόσπονδες Δημοκρατίες απέκτησαν σημαντικό βαθμό αυτονομίας, διευρύνθηκε το χάσμα Βορρά-Νότου και η χώρα μετατράπηκε σε ένα υβρίδιο μεταξύ Ομοσπονδίας και Συνομοσπονδίας. Το σύνταγμα του ’74, το οποίο δεν υπέγραψε ο γηραιός Τίτο, ήταν έργο του Σλοβένου Edvard Kardelj που θεωρούσε ότι η Γιουγκοσλαβία ήταν προσωρινό δημιούργημα του συσχετισμού των Μεγάλων Δυνάμεων και μοιραία θα εξέλειπε, καθώς θα εξελισσόταν η διαδικασία της παγκόσμιας ολοκλήρωσης και θα έδυε η εποχή του ιμπεριαλισμού. Στις 7 Απριλίου 1974, ο Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας, σε βαρυσήμαντη επιστολή προς τον Καραμανλή, ανέλυσε τους εθνικούς κινδύνους: .

«Ως προς την Γιουγκοσλαβίαν. Αι ενδεχόμεναι εξελίξεις εκεί μετά τον θάνατο του Τίτο πρέπει να μας γεννούν ακόμα μεγαλυτέρας ανησυχίας. Ουδείς δύναται να προβλέψει ποια θα είναι η τύχη της γείτονός μας Σλαβικής Ομοσπονδίας. Λέγεται ότι θα διαλυθεί. Δεν είναι βέβαιον, θα σημειωθούν όμως αναμφισβητήτως οξείς εσωτερικοί ανταγωνισμοί. Όλαι αι ενδείξεις, και είναι πολλαί, πείθουν ότι η Σοβιετική Ένωση θα θελήσει να αποκτήσει και πάλιν τον έλεγχο της Γιουγκοσλαβίας τον οποίο η παρουσία Τίτο παρεμποδίζει. Δεν αποκλείεται καθόλου να χρησιμοποιήσει προς τούτο και δυναμικά μέσα».

Σήμερα γνωρίζουμε ότι το 1974 οι σοβιετικές μυστικές υπηρεσίες προετοίμαζαν νέο Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας με πυρήνα Μαυροβούνιους Κομινφορμιστές, εξόριστους μετά το 1948, προκειμένου να αναλάβει δράση μετά τον θάνατο του Τίτο και να φέρει τη Γιουγκοσλαβία στην τροχιά της Μόσχας. Αλλά αποκαλύφθηκε πολύ νωρίς από τις γιουγκοσλαβικές μυστικές υπηρεσίες αυτή η σοβιετική συνωμοσία τότε στο Bar του Μαυροβουνίου.

Μπαίνουμε τώρα σε αυτό που αφορά εμάς. Ο Αβέρωφ συνεχίζει:

«Σήμερον όλοι σχεδόν οι κάτοικοι του ‘’Κράτους’’ των Σκοπίων, οι κάτω των 40 ή 50 ετών, είναι πεπεισμένοι ότι αποτελούν ιδίαν εθνότητα. Πολλοί από τους παλαιότερους βουλγαρίζουν, αλλά οι πρώτοι είναι πολυαριθμότεροι και δυναμικότεροι. Δυσφορούν δε δια τούτο διότι η Βουλγαρία ενεργώς μάχεται την ιδέα της μακεδονικής εθνότητας. Η Βουλγαρία διεκδικεί τους ‘’Μακεδόνας’’ ως ιδικούς τους. .

Αλλά ο φανατισμός των ΄΄Μακεδόνων’’ των Σκοπίων είναι μεγάλος και όπως σημαντική είναι τώρα και η θέση αυτών εις το Βελιγράδιον, δηλαδή εις τη διοίκησης της ομοσπονδιακής Κυβέρνησης.

Όταν λοιπόν θα λείψει ο Τίτο δια να προφυλαχθούν από την Βουλγαρία τον πιστότερο δορυφόρο της Μόσχας εν εκ των δύο πραγμάτων πρέπει να κάμουν. Ή να στηριχθούν εις τη Δύσιν ή να πλειοδοτήσουν εις φιλοσοβιετισμόν.

Το πρώτο το θεωρώ σχεδόν αδύνατο λόγω της εντόνου ιδεολογικής τοποθετήσεώς των και λόγω των κινδύνων που τούτο θα συνεπάγεται δια τους ηγέτας των. Το δεύτερο είναι λίαν πιθανόν και θα οδηγήσει πιθανότατα εις την εφαρμογή του παλιού σχεδίου της Μόσχας εις την δημιουργία υπό την αιγίδα της κάποιας βουλγαρογιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας-ολοκληρωμένης ή μερικής, την οποία επιμόνως αρνείτο ο Τίτο και η οποία υπήρξε η κύρια αιτία της ρήξεώς του με τη Μόσχα το 1948.

Πόσον τούτο θα είναι επικίνδυνο δι΄ εμάς είναι προφανές. Και γίνεται προφανέστερον όταν σκεφτούμε ότι αφενός μεν εις την περιοχή των Σκοπίων ζουν και (συχνά σταδιοδρομούν άριστα) περί τις 35.000 καταφυγόντας εκεί σλαβόφωνοι της Μακεδονίας μας και ότι αφετέρου εις την Ελληνικήν Μακεδονίαν οι σλαβόφωνοι υφίστανται την συστηματική προπαγάνδα που διεξάγει το ραδιόφωνο και η τηλεόραση των Σκοπίων».

Κατανοητό αυτό το φοβικό σύνδρομο στις συνθήκες του Ψυχρού Πολέμου, και ιδιαίτερα για τη Γιουγκοσλαβία με βάση τα δεδομένα του 1974. Κατανοητό επίσης και γιατί η Βουλγαρία δεν έχει πρόβλημα με τον όρο Μακεδονία και Μακεδόνες. Για τον Βούλγαρο η λέξη Μακεδών είναι ο υποδουλωμένος, ο μη ελεύθερος Βούλγαρος. Ουσιαστικά για εμάς έμπαινε ζήτημα ασφάλειας μέσω ανακινήσεως ζητήματος ‘’μακεδονικής μειονότητας’’ ως μακροπρόθεσμη έγερση εδαφικών διεκδικήσεων .Και αυτό φοβόταν ο Αβέρωφ, ότι οι Σλαβόφωνοι οι δικοί μας που υφίσταντο τη σημαντική προπαγάνδα, ράδιο, τηλεόραση κλπ. θα αποτελούσαν το μοχλό της αποσταθεροποίησης στη Βόρειο Ελλάδα, αν η Σοβιετική Ένωση ανακτούσε την επιρροή της στη Γιουγκοσλαβία. Ο Αβέρωφ θυμάται τον εμφύλιο πόλεμο, το ΝΟΦ, τον ρόλο της Γιουγκοσλαβίας στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο με την εκμετάλλευση του Μακεδονικού, τα βουλγαρογιουγκοσλαβικά σχέδια για ομοσπονδία ή συνομοσπονδία των Νοτίων Σλάβων, τη σοβιετική βαλκανική πολιτική των ετών 1944-49, την τότε πολιτική του Βελιγραδίου και των Σκοπίων έναντι της Ελλάδας κ.λπ. και φοβόταν επανάληψη του σεναρίου αυτού στα νέα δεδομένα.

Αλλά δεν συνέβη το ανησυχητικό αυτό σενάριο. Η Σοβιετική Ένωση διαλύθηκε, η Γιουγκοσλαβία διαλύθηκε και ο κομμουνισμός κατέρρευσε. Όσο υπήρχε η Τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία, το Μακεδονικό επηρέαζε τις διμερείς ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις ως ζήτημα αναγνώρισης ‘’ μακεδονικής μειονότητας’’ από την Ελλάδα. Το θέμα ανακινούσαν και αυτοτελώς τα Σκόπια, ιδιαίτερα μετά την απομάκρυνση του Ranković το 1966 και την έναρξη της διαδικασίας αποκέντρωσης των Ομόσπονδων Δημοκρατιών, την έξαρση του εθνικού ζητήματος (ιδιαίτερα του Κροατικού), εξελίξεις που οδήγησαν στο σύνταγμα του 1974. Επισημαίνω τι έλεγε το ’73 και ο Φαίδων Άννινος- Καβαλιεράτος, αναπληρωτής- υπουργός Εξωτερικών τότε για ένα διάστημα, όταν ανακινούνταν από τα Σκόπια ζήτημα αναγνώρισης ‘’μακεδονικής’’ μειονότητας από την Ελλάδα.

«Μετά της παλαιάς φίλης Γιουγκοσλαβίας θα επιθυμούσαμε να αναπτύξουμε ταχύτερον τας σχέσεις μας. Λόγω όμως ορισμένων τεχνητών εμποδίων, παρεμβαλλομένων ουχί βεβαίως από ημετέρας πλευράς εν Γιουγκοσλαβία και εξαιτίας της στάσεως ωρισμένων επαρχιακών στοιχείων η οποία δημιουργεί αντιξόους αντιδράσεις εις την ελληνική κοινή γνώμην, αι σχέσεις μετά της χώρας αυτής, ομαλαί βεβαίως και φιλικαί, δεν σημειούν τον υφ΄ ημών επιθυμητόνν ρυθμόν αναπτύξεως.

Το επαρχιακόν στοιχείον, το οποίον εννοούσα, είναι ότι δημιουργείται εν Γιουγκοσλαβία μια τεχνητή εθνότης περί της οποίας π.χ. προ 50 ετών, ουδείς εγένετο λόγος. Και τούτο μεν αν περιωρίζετο εκεί, αν γινόταν μόνο εκεί θα ήτο καθαρό εσωτερικό ζήτημα της Γιουγκοσλαβίας, αφ΄ ης όμως στιγμής η Γιουγκοσλαβία επιμένει να παρεμβάλει το θέμα αυτό εις τα σχέσεις μετά της Ελλάδος είμεθα υποχρεωμένοι να λάβουμε αυτή την απορριπτική θέσιν.

Τώρα πως μπορεί να θεραπευτεί αυτή η δυσκολία; Μπορεί ευχερώς να εξαλειφθεί αν η γιουγκοσλαβική κυβέρνησις παύσει να αναμειγνύη αυτό το τεχνητό θέμα εις τας σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών».

Οι δηλώσεις του Άννινου-Καβαλιεράτου είχαν ως αποτέλεσμα μια προσωρινή κρίση στις ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις και τη ματαίωση της επίσκεψης του υπουργού Εξωτερικών της Γιουγκοσλαβίας Miloš Minić στην Αθήνα. Δεν αντιδρούσαμε για τις εξελίξεις εντός της Γιουγκοσλαβίας, για τη διαμόρφωση της σλαβομακεδονικής ταυτότητας στο βαθμό που δεν έθιγε την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά της αρχαιότητας, αλλά για τη διάχυσή της στους Σλαβόφωνους της Ελληνικής Μακεδονίας, για τον αλυτρωτισμό και προς εμάς και προς τη Βουλγαρία η οποία έβλεπε και βλέπει τους ‘’Μακεδόνες’’ ως αλλοτριωμένους Βούλγαρους.

Δεν είναι τυχαίο ότι η Βουλγαρία υπήρξε η πρώτη χώρα που αναγνώρισε τα Σκόπια ως Δημοκρατία της Μακεδονίας και ότι δεν έχει πρόβλημα με τον όρο Μακεδονία και Μακεδόνες, γιατί θεωρεί ότι αυτοί είναι μη απελευθερωμένοι Βούλγαροι. Και το σύμφωνο φιλίας που υπέγραψε πέρυσι με τα Σκόπια δεν υπεισέρχεται σε τέτοια ζητήματα, κάνει λόγο απλά για ‘’ κοινό παρελθόν’’, κάτι που θα μπορούσε να προοιωνιστεί και κοινό μέλλον. Η Βουλγαρία ζει ακόμα στο πνεύμα του εθνικού ρομαντισμού του 19ου αιώνα.

Επειδή για μας ο όρος Μακεδών , λόγω της αρχαιότητας, είναι συνυφασμένος με τον Ελληνισμό, θέλουμε την οριοθέτηση των ταυτοτήτων, Ελληνισμού και Σλαβισμού, και για αυτό επιμένουμε τόσο πολύ στο να αποσαφηνιστούν ζητήματα ταυτοτήτων, χωρίς να αναγνωρίζουμε ‘’ μακεδονικό έθνος’’ με τους όρους της άλλης πλευράς. Αυτή η οριοθέτηση είναι το πνεύμα που διαχέεται σε όλη τη Συμφωνία.

Δυστυχώς, η Γιουγκοσλαβία διαλύθηκε και συνέβη αυτό το οποίο είχε διαισθανθεί ένας άλλος έξοχος διπλωμάτης, ο Χρήστος Ξανθόπουλος-Παλαμάς, όταν ως υφυπουργός Εξωτερικών επισκέφτηκε το 1971 το Βελιγράδι και συζητούσε διμερή θέματα με τον υπουργό Εξωτερικών της Γιουγκοσλαβίας, Μίρκο Τέπαβατς. Ήταν τότε σε εξέλιξη η Κροατική άνοιξη, η μεγαλύτερη εσωτερική κρίση της Γιουγκοσλαβίας μετά το 1948. .

« αν, πράγμα που ουδαμώς ευχόμεθα διότι διακαώς επιθυμούμε να ίδωμεν την Γιουγκοσλαβία παραμένουσαν ως έχει σήμερον, οιονδήποτε των αποτελουμένων αυτής τμημάτων απέκτα τυχόν διεθνή υπόστασιν τότε φυσικά θα εξετάζομεν το ζήτημα των απευθείας μετ΄ αυτού σχέσεών μας.

Ελπίζω να συμμερίζεστε την άποψίν μας ότι η θέσις αύτη βασίζεται στα δεδομένα του Διεθνούς Δικαίου».

Όσο υπήρχε η Γιουγκοσλαβία, μια κεντρική κυβέρνηση έστω και ανίσχυρη , μια διεθνής φυσιογνωμία της χώρας, μια σημαία, ένας εθνικός ύμνος, δεν ήταν για την Ελλάδα μείζον πρόβλημα το Μακεδονικό. Μόνο όταν ανακινούνταν ζήτημα μειονότητας, η Αθήνα αντιδρούσε, έστω και αν επίσημα η Γιουγκοσλαβία αρνούνταν ότι έχει εδαφικές διεκδικήσεις. Στις 30 Δεκεμβρίου 1969 σημείωνε ο υπουργός Εξωτερικών Παναγιώτης Πιπινέλης σε οδηγίες του προς τον πρέσβη στο Βελιγράδι, Σπύρο Τετενέ.

«Ανάμιξις υπό την μορφήν ενδιαφέροντος δια ‘’μειονότητας’’ πλειστάκις αποτελεί κεκαλυμμένην εδαφικήν διεκδίκησιν, τυχόν δε δήλωσις περί μη υπάρξεως εδαφικών διεκδικήσεων ουδεμίαν αξίαν έχει, δεδομένου ότι η πρώτη μορφή , δηλαδή η μειονοτική, οδηγεί θάττον ή βράδιον εις την εδαφικήν. Περαιτέρω η Ελληνική Κυβέρνησις δεν δύναται να επιτρέψη εις ξένην Κυβέρνησιν να αποφαίνεται περί της εθνικής συνειδήσεως των κατοίκων οιουδήποτε τμήματος της χώρας, έτι δε ολιγώτερον να αποδεχθή εκδήλωσιν σχετικού ενδιαφέροντος. Ταύτα αποτελούν, παρά πάσαν αντίθετον δήλωσιν, εδαφικήν διεκδίκησιν. Δικαιούμεθα και οφείλομεν εκ καθήκοντος ειλικρινείας να διευκρινίσωμεν ότι εφ’όσον δεν λαμβάνονται υπ’όψιν απόψεις επί ζητήματος θεμελιώδους δι’ημάς σημασίας, δεν έχουν πρακτικήν τινά σημασίαν αι διαβεβαιώσεις περί διαθέσεων αναπτύξεως των φιλικών μεθ’ημών σχέσεων».

Ποια είναι όμως αυτή η τεχνητή εθνότης η οποία δημιουργείται; Είναι νομίζω πασιφανές τι εννοεί ο Φαίδων Άνινος Καβαλιεράτος. Και γιατί δεν υπήρχε πριν 50 χρόνια; Το 1923; Εδώ τώρα μπαίνουμε στην καρδιά του προβλήματος, κάτι που μας αφορά. Γιατί βλέπω ότι τα αλυτρωτικά καλύφθηκαν, γενικά οι κόκκινες γραμμές μας ( σύνθετη ονομασία erga omnes, εξάλειψη αλυτρωτισμού, αναθεώρηση του συντάγματος κ.λπ.), αλλά αναμοχλεύονται ζητήματα ταυτότητας, γλώσσας, εθνότητας κ.λπ., σε λίγο και εμπορικών σημάτων, δεν ξέρω και εγώ τι θα ανακαλύψουμε.

Στον Μεσοπόλεμο διεξάγεται έντονος ανταγωνισμός μεταξύ της Βουλγαρίας και του Βασιλείου των Σέρβων , Κροατών και Σλοβένων / Γιουγκοσλαβίας μετά το 1929 για την ταυτότητα του πληθυσμού του τμήματος της Μακεδονίας που το 1913 και το 1919 επιδικάστηκε στην τότε Σερβία. Πρόκειται για τη σερβική Μακεδονία, τη Vardaska Makedonija, που το 1929 συμπεριλήφθηκε στην Vardaska Banovina. Οι όροι Pirinska Makadonija, Vardarska Makedonija , Egejska Makedonija εισήχθησαν το 1913 από την ηττημένη Βουλγαρία για να καταδείξουν τη ‘’ διάσπαση της Μακεδονίας ως ενότητας και βουλγαρικής περιοχής’’ με την επισήμανση ότι μόνο το μικρό βουλγαρικό τμήμα, η Pirinska Makedonija, ήταν το ελεύθερο τμήμα, ενώ το ελληνικό (Egejska) και το σερβικό τμήμα ( Vardaska) αλύτρωτες περιοχές. Τι κληρονομήσανε οι Σέρβοι μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο; Κληρονομήσανε έναν πληθυσμό ο οποίος είχε φιλοβουλγαρικά αισθήματα, άλλοι ήταν ακραιφνείς Βούλγαροι, άλλοι είχαν μια ρευστή συνείδηση, και προσπαθούσαν με τη βία να τον εκσερβίσουν. Το Βελιγράδι δεν αναγνώριζε την ύπαρξη βουλγαρικής μειονότητας. Τα φιλοβουλγαρικά αισθήματα ενός τμήματος του σλαβικού πληθυσμού, ιδιαίτερα στις ανατολικές περιοχές του σερβικού τμήματος της Μακεδονίας, αποδίδονταν στην καλά οργανωμένη βουλγαρική προπαγάνδα του 19ου αιώνα, ο πληθυσμός χαρακτηριζόταν ως άμορφη μάζα που θα μπορούσε να εκσερβιστεί. Ένοπλη αντίσταση στην πολιτική του εκσερβισμού προέβαλλε η βουλγαρική οργάνωση VMRO που με ορμητήριο το βουλγαρικό τμήμα της Μακεδονίας εγκαινίασε από το 1920 μέχρι το 1934 την τακτική του ανταρτοπολέμου κατά των Σέρβων για να αποτρέψει τον εκσεβισμό της περιοχής, θέτοντας βραχυπρόθεσμα ζήτημα αναγνώρισης των δικαιωμάτων της βουλγαρικής μειονότητας και μακροπρόθεσμα την αυτονομία της σερβικής Μακεδονίας. Στην Ελλάδα προσπάθησε (ανεπιτυχώς) να αποτρέψει την εθελούσια ανταλλαγή πληθυσμών με βάση τη συνθήκη του Νεϊγύ ( 27.11. 1919), αλλά δεν είχε ένοπλη δράση, εκτός ορισμένων μεθοριακών επεισοδίων.

Κοντά στο άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου που είναι σήμερα στα Σκόπια στο πλαίσιο του αρχαϊκού κιτς πατριωτισμού του Γκρούεφσκυ, στον Μεσοπόλεμο δέσποζε το άγαλμα του Αλεξάνδρου Καραγιώργη, του βασιλιά της Σερβίας και της μετέπειτα Γιουγκοσλαβίας. Σκοπός των Σέρβων ήταν να εκσερβίσουν τον πληθυσμό αυτό, τμήμα του οποίου είχε φιλοβουλγαρικά αισθήματα, αλλού υπήρχαν ισχυροί βουλγαρικού πυρήνες, αλλά υπήρχε και ρευστότητα στη συνείδηση. Ο όρος Μακεδονία εξισώθηκε από τους Σέρβους εθνικιστές με τον όρο Νότιος Σερβία ή Παλαιά Σερβία, καλλιεργήθηκαν οι ιστορικές μνήμες των Σέρβων, ότι δηλαδή ο Κόσοβο και τα Σκόπια, η πρωτεύουσα του Μεσαιωνικού κράτους του Στέφανου Δουσάν, ήταν η κοιτίδα του Σερβισμού. Συνέπιπτε η ελληνική και η σερβική άποψη για τα όρια της ιστορικής Μακεδονίας. Ιστορική Μακεδονία ήταν για μας το σημερινό ελληνικό τμήμα και η γραμμή Αχρίδα- Μοναστήρι -Κρούσεβο- Γευγελή- Στρώμνιτσα, Νευροκόπι- Μελένικο. Η ευρύτερη περιοχή της πόλης των Σκοπίων ήταν για μας και για τους Σέρβους τμήμα της Παλαιάς Σερβίας. Οι Σέρβοι τον 19ο αιώνα διέκριναν τους όρους Stara Srbija ( Παλαιά Σερβία) και Makedonija. Αλλά για την ευρωπαϊκή διπλωματία και για τη Βουλγαρία ο όρος της μείζονος Μακεδονίας ήταν πολύ ευρύτερος. Συμπεριλαμβανόταν στα τρία οθωμανικά βιλαέτια του Κοσόβου ( με πρωτεύουσα τα Σκόπια ), του Μοναστηρίου και της Θεσσαλονίκης. Έτσι, υπήρχε και η συμβατική χρήση του όρου Μακεδονία.

Μέσω της σερβικής Μακεδονίας το Βασίλειο Σέρβων , Κροατών και Σλοβένων είχε διέξοδο στην ελεύθερη ζώνη της Θεσσαλονίκης. Η σερβική Μακεδονία ήταν εστία έντασης και συγκρούσεων μεταξύ Βουλγάρων κομιτατζήδων της VMRO και σερβικού τακτικού στρατού ή σερβικών παραστρατιωτικών οργανώσεων. Ευρωπαίοι ταξιδιώτες που ταξίδευαν με το Orient Express από το Παρίσι στην Κωνσταντινούπολη διακατέχονταν από τον φόβο βομβιστικών ενεργειών Βαλκάνιων τρομοκρατών, δηλαδή Βουλγάρων κομιτατζήδων. Ο εκσερβισμός σε μακροπρόθεσμη βάση δεν ήταν ανέφικτος. Αν τα αποτελέσματα δεν υπήρξαν ικανοποιητικά, αυτό οφειλόταν στον βίαιο τρόπο που εφαρμόστηκε η πολιτική αυτή , στο κλίμα έντασης και ανασφάλειας που κυριαρχούσε στη σερβική Μακεδονία μέχρι το 1934, στην απουσία μιας ουσιαστικής οικονομικής και κοινωνικής αναβάθμισης της περιοχής ( μικρά βήματα έγιναν από το 1938 από τον πρωθυπουργό της Γιουγκοσλαβίας Milan Stojadinović), και στη σύντομη σχετικά περίοδο του Μεσοπολέμου. Ήπια πολιτική εξελληνισμού των Σλαβοφώνων στην ελληνική Μακεδονία άσκησε και η Ελλάδα , μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών με τη Βουλγαρία και την Τουρκία. Εδώ τα αποτελέσματα υπήρξαν ικανοποιητικά λόγω της πληθυσμιακής υπεροχής του ελληνικού στοιχείου και της απουσίας δράσης της VMRO, υπήρχαν φιλοβουλγαρικές ομάδες ή Βουλγαρόφρονες, αλλά είχαν αποδεχτεί την ελληνική κυριαρχία και δεν δημιουργούσαν προβλήματα στο ελληνικό κράτος.

Θύμα του σερβοβουλγαρικού ανταγωνισμού στη σερβική Μακεδονία απέβη τελικά ο ίδιος ο τοπικός πληθυσμός. Από τη μια πλευρά εξαναγκαζόταν από τη VMRO να προσφέρει άσυλο στους Βούλγαρους κομιτατζήδες και να αυτοπροσδιορίζεται όχι ως σερβικός, αλλά ως βουλγαρικός, από την άλλη καταδιωκόταν από τις σερβικές αρχές, αν στήριζε τη VMRO και δηλωνόταν ως βουλγαρικός και όχι ως σερβικός, βρισκόταν μεταξύ σφύρας και άκμονος. Αν εκφραζόταν ως μακεδονικός, θα εξισορροπούσε τον σερβοβουλγαρικό ανταγωνισμό και πίστευε ότι θα απεμπλεκόταν από τη σερβοβουλγαρική διένεξη. Και εδώ είναι το πρόβλημα ακαταληψίας και δυσπεψίας για εμάς τους Έλληνες.

Υπήρχε η δυνατότητα ένας σλαβόφωνος χωρικός να χρησιμοποιεί τον όρο Μακεδών και να ονομάζει το ιδίωμα που μιλούσε μακεδονική διάλεκτο; Εδώ είναι το πρόβλημα, κάτι το οποίο δεν μπορεί να καταλάβει ο μέσος Έλληνας, όχι μόνο ο μέσος Έλληνας, αλλά και οι διπλωμάτες της εποχής του Μακεδονικού Αγώνα.

Άλλo η Αρχαία Μακεδονία, εννοείται ότι όλα συνδέονται με τον Ελληνισμό, και άλλο ο 19ος – 20ός αιώνας. Οι όροι Μακεδονία και Μακεδόνες άλλαζαν συχνά περιεχόμενο ανά τους αιώνες. Ο όρος Μακεδών χρησιμοποιούνταν από τις σλαβικές κοινότητες ως ένδειξη τοπικής ταυτότητας και οι σλαβικές διάλεκτοι αποκαλούνταν ως μακεδονικές, συγγενείς αλλού περισσότερο με τη βουλγαρική, αλλού με τη σερβική. Αυτό οι δικοί μας Μακεδονομάχοι το παρατηρούσαν. Για παράδειγμα, ποια ήταν η μακεδονική διάλεκτος στην οποία μιλούσε ο Καπετάν Κώτας στους χωρικούς και ο Πύρζας μετέφραζε στα ελληνικά, διότι ο Παύλος Μελάς δεν την καταλάβαινε; Σίγουρα ήταν σλαβικό ιδίωμα, βουλγαρομακεδονικό ιδίωμα το αποκαλεί ο ίδιος ο Μελάς σε άλλη του επιστολή, άσχετα αν στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα αποκαλείται μόνο μακεδονική διάλεκτος. Τι εννοούσε ο Κώτας με τον όρο ‘’ εμείς οι Μακεδόνες’’;

Και ο Ίων Δραγούμης παρατήρησε το φαινόμενο αυτό. Αλλά επειδή τότε είχαμε να αντιμετωπίσουμε τη Βουλγαρία που προσπαθούσε να διαμορφώσει βουλγαρική συνείδηση μέσω της Εξαρχίας και των κομιτάτων στους σλαβόφωνους χωρικούς που ως τοπική ταυτότητα χρησιμοποιούσαν τον όρο Μακεδόνες, εύκολα μπορούσες να δημιουργήσεις τον μύθο ότι πρόκειται για ελληνικούς πληθυσμούς που στην πορεία των αιώνων δέχτηκαν σλαβικές επιδράσεις και υπέστησαν εθνολογικές αναμίξεις. Το ίδιο και για τη γλώσσα . Η ύπαρξη ελληνικών λέξεων στο συνονθύλευμα των (σλαβο) μακεδονικών διαλέκτων λειτουργούσε ως δικλίδα ασφαλείας για την αναγωγή τους σε ελληνική γλώσσα που υπέστη αναμίξεις (σλαβικές, τουρκικές , βλάχικες, αλβανικές) και κατέστη ‘’μιξοβάρβαρο’’ ιδίωμα. Έτσι, πίσω από κάθε τι το μακεδονικό που σχετιζόταν με σλαβικό βλέπαμε κάτι το ελληνικό και το Μακεδονικό ζήτημα ήταν στη πράξη μια ελληνοβουλγαρική διαπάλη. Ο σλαβόφωνος που προσχωρούσε στην Εξαρχία ή στα κομιτάτα, μαζί με την τοπική ταυτότητα Μακεδών, αποκτούσε τώρα και την εθνική ταυτότητα Βούλγαρος. ‘’Πρέπει να ξέρη κανείς να διακρίνη τους σλαβόφωνους χωρικούς της Μακεδονίας από τους καθαυτό Βουλγάρους της Βουλγαρίας.. Κάθε νέαν άνοιξη οι Βούλγαροι της Βουλγαρίας ( και ειδικότερα τα κομιτάτα) προκηρύχνουν στον κόσμο και στους σλαβόφωνους της Μακεδονίας γενικήν εξέγερσιν ενάντια στον «απαίσιο τύραννον». Η ευαίσθητη Ευρώπη κλαίει για την ελειεινή κατάσταση των «δύστυχων Μακεδόνων». …Αν εγνώριζες τους χωρικούς αυτούς, θα πειθόσουν πως δεν σκέπτονται ούτε την εθνικότητά τους ούτε τα δικαιώματα του «Ελεύθερου Πολίτη» , που τ’αγνοούν εντελώς. Υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις, τα σχισματικά ή εξαρχικά χωριά, από καιρό φανατισμένα από τη βουλγαρική προπαγάνδα… Οι λοιποί σλαβόφωνοι χωρικοί είναι μονάχα «αριθμοί» που τα κομιτάτα τους εκμεταλλεύονται και τους επιβάλλονται με τη βία ( τα κομιτάτα καλά κάνουν, αφού τους αφήνουμε το πεδίο ελεύθερο)’’, έγραφε ο Ίων Δραγούμης από τις Σέρρες στις 18/31 Οκτωβρίου 1903. Οι «δύστυχοι Μακεδόνες» ήταν προφανώς οι Σλαβόφωνοι χωρικοί στους οποίους η Βουλγαρία προσπαθούσε να εμφυσήσει βουλγαρική εθνική συνείδηση, και η ευαίσθητη Ευρώπη ήταν το φιλοβουλγαρικό Βαλκανικό Κομιτάτο των αδελφών Buxton που λειτουργούσε ως Think Tank της αγγλικής κυβέρνησης και εισηγούνταν την αυτονομία της Μακεδονίας ως λύση. Αν ο σλαβόφωνος χωρικός παρέμεινε Πατριαρχικός, θεωρούνταν Έλληνας, άσχετα αν δεν μιλούσε ελληνικά, παρόλο που και η διγλωσσία είχε μεγάλη διάδοση.

«Ήταν ένα κράμα όλων των βαλκανικών εθνοτήτων τότε η Μακεδονία…. Η γλώσσα τους ήταν η ίδια, μακεδονίτικη, ένα κράμα και αυτή από σλαβικά κι ελληνικά, ανακατωμένα με λέξεις τούρκικες. ….Όπως και στα βυζαντινά χρόνια , οι πληθυσμοί ήταν ανακατωμένοι τόσο, που δύσκολα χώριζες –τις δύο φυλές που κυριαρχούσαν. Εθνική συνείδηση είχαν τη μακεδονική μονάχα. Όταν όμως οι Βούλγαροι κήρυξαν την εκκλησιαστική τους ανεξαρτησία , και αναγνωρίστηκε στην Κωνσταντινούπολη αρχηγός της βουλγάρικης συνείδησης ο Έξαρχος αντί του Πατριάρχη , και όταν η Σύνοδος του 1872 κήρυξε σχισματικούς τους Βούλγαρους , χωρίστηκε η Μακεδονία σε Πατριαρχικούς Έλληνες κι Εξαρχικούς Βουλγάρους, χωρίστηκαν και οι συντοπίτες, οι συγχωρίτες-ακόμα και οικογένειες», έγραφε η Πηνελόπη Δέλτα Στα Μυστικά του Βάλτου».

Τι προκύπτει από την Πηνελόπη Δέλτα από την οποία δεν απαιτούμε βέβαια τις δάφνες ενός ιστορικού. Ότι ό όρος μακεδονική γλώσσα μπορούσε να ταυτιστεί με σλαβικό ιδίωμα, ότι η τοπική ( όχι ακόμα εθνική) συνείδηση του Μακεδόνα περιελάμβανε τους Σλαβόφωνους.

Δεν υπήρχαν διακριτά χαρακτηριστικά στους Σλαβόφωνους και ιστορική παράδοση για να διαμορφωθεί μια σλαβομακεδονική, μη βουλγαρική, ελληνική ή σερβική, ταυτότητα με εγγενείς δυνάμεις.

Δεν ήταν ελληνική ιδιαιτερότητα. Και οι Σέρβοι στο Κόσσοβο υποστήριζαν ότι οι Αλβανοί ήταν εξισλαμισμένοι Σέρβοι και μέσω του εξισλαμισμού εξαλβανίστηκαν. Το ίδιο λένε και οι Τούρκοι για τους Κούρδους, ότι οι Κούρδοι είναι ορεινοί Τούρκοι που λόγω γειτνίασης με την Περσία δέχτηκαν την επίδραση τη περσικής γλώσσας και αποξενώθηκαν από τους υπόλοιπους Τούρκους. Πριν μερικά χρόνια, το 1984-85 , όταν η κομμουνιστική Βουλγαρία άλλαξε τα ονόματα των τουρκογενών Μουσουλμάνων από τουρκικά και αραβικά σε βουλγαρικά (διαδικασία αναγέννησης), Βούλγαροι ιστορικοί υποστήριζαν τη θέση , ότι οι τουρκογενείς Μουσουλμάνοι είναι βουλγαρικοί πληθυσμοί που έχουν εξισλαμιστεί επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και έτσι εκτουρκίστηκαν. Η βίαιη αλλαγή των ονομάτων ( για παράδειγμα ο Αχμέτ Ντογκάν ονομάστηκε Μέντι Ντογκάνοφ) υπήρξε ατελέσφορη. Η πολιτική αυτή δεν πέτυχε και οι τουρκογενείς Μουσουλμάνοι χρησιμοποιούσαν τα δικά τους ονόματα στο στενό κύκλο. Αυτό σημαίνει ότι και δια των όπλων να καταλάβεις τα Σκόπια, δεν μπορείς να επιβάλεις αυτό το οποίο εσύ θέλεις στην πράξη.

Και εδώ τώρα τίθεται το μεγάλο μας πρόβλημα. Υπάρχει η τοπική ταυτότητα Μακεδών η οποία όμως δεν μπορεί να εξελιχθεί σε εθνική, διότι τότε δεν υπήρχαν εγγενείς δυνάμεις ούτε ευνοούσαν οι συνθήκες. Πολύ εύκολα ένας Σλάβος που είχε την τοπική ταυτότητα Μακεδών μπορούσε να αποκτήσει βουλγαρική συνείδηση μέσω βουλγαρικών σχολείων κλπ. Η Βουλγαρία όμως φαινόταν ότι δεν μπορούσε να επιτελέσει τον εθνικό της στόχο, δηλαδή να ενσωματώσει τη Μακεδονία στη Βουλγαρία 25 χρόνια μετά το σοκ του Συνεδρίου του Βερολίνου ( 13.7.1878) που αναθεώρησε την προκαταρκτική συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (3. 3. 1878 ) με την οποία η μείζων Μακεδονία ( πλην Χαλκιδικής και Θεσσαλονίκης) ενσωματωνόταν στη Βουλγαρία. Και κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του Ίλιντεν (20 Ιουλίου/2. Αυγούστου 1903) , παρόλο που η Βουλγαρία υποκίνησε τους Βουλγαρομακεδόνες σε εξέγερση, δεν κήρυξε πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπως υποσχέθηκε. Ούτε η Ρωσία, απασχολημένη με την Ιαπωνία, ήθελε ταραχές στα Βαλκάνια και επέδειξε αδράνεια. Η εξέγερση του Ίλιντεν κατεστάλη εύκολα από τον οθωμανικό στρατό και κατέστησε ορατό στην Αθήνα τον βουλγαρικό κίνδυνο για τον Ελληνισμό της Μακεδονίας. Ήταν το έναυσμα για την ένοπλη φάση του Μακεδονικού Αγώνα.

Μια ομάδα Σλάβων διανοουμένων από τη Μακεδονία που προέρχεται από τους κόλπους του Βουλγαρισμού, αλλά αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι η Βουλγαρία δεν μπορεί να επιτελέσει την εθνική της αποστολή, με αποτέλεσμα ο ‘’μακεδονικός λαός ‘’, όπως τον αποκαλούν , να διασπάται, τα βαλκανικά κράτη να ανταγωνίζονται στη Μακεδονία, η οθωμανική κακοδιοίκηση να διαιωνίζεται, και ο κίνδυνος διανομής της Μακεδονίας μεταξύ των βαλκανικών κρατών να είναι ορατός, τόνισε την ανάγκη διαμόρφωσης μιας σλαβομακεδονικής ταυτότητας ως μιας διαδικασίας διαφοροποίησης από τους Βούλγαρους, Σέρβους και Έλληνες. Κύριος εκπρόσωπος ήταν ο Κρστε Μισίρκωφ ο οποίος το 1903εξέδωσε την μπροσούρα του ‘’Ζα makedonckite raboti –Περί των μακεδονικών υποθέσεων’’ που αποτελεί το πολιτικό μανιφέστο του σλαβομακεδονικού εθνικού σεπαρατισμού. Ως όρους για τη διαμόρφωση της νέας ταυτότητας θεωρεί την κωδικοποίηση μιας σλαβομακεδονικής γλώσσας με βάση την κεντρική διάλεκτο (Βελεσσών, Περλεπέ, Μοναστηρίου και Αχρίδας), την ανασύσταση της Αρχιεπισκοπής Αχρίδας ως αυτοκέφαλης με εκκλησιαστική γλώσσα την σλαβονική, και ένα αυτόνομο πολιτικό καθεστώς με την καλλιέργεια φιλικών σχέσεων με την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Γνωρίζει τις εύλογες απορίες που θα προκαλέσουν οι χωρίς ιστορικά ερείσματα θέσεις του, ότι στη Μακεδονία υπήρχαν και υπάρχουν μόνο δύο σλαβικές εθνότητες, οι Βούλγαροι και οι Σέρβοι, ότι στη Μακεδονία δεν υπάρχει γλώσσα , υπάρχουν μονάχα πολλές διάλεκτοι που διαφέρουν μεταξύ τους, αλλά είναι συγγενείς με τη βουλγαρική ή σερβική γλώσσα, ανάλογα με την περιοχή. Τις αντιρρήσεις αυτές αντέκρουσε με το επιχείρημα « ό,τι δεν υπήρχε στο παρελθόν, μπορεί να δημιουργηθεί αργότερα, αρκεί να το απαιτούν ιδιαίτερα οι διάφορες ιστορικές περιστάσεις». Ο Μισίρκωφ, δρώντας ως πολιτικός, προκατέλαβε την εποχή μας.


«Το όνομα Μακεδόνας χρησιμοποιούνταν αρχικά από τους Μακεδόνες Σλάβους ως γεωγραφικός όρος για την ένδειξη της καταγωγής τους. Αυτό το όνομα είναι γενικά γνωστό στους Μακεδόνες Σλάβους και όλοι ονομάζονται με αυτό. Καθώς ισχύει αυτό και πλέον η διαμόρφωση της εθνότητας είναι διαδικασία πολιτικού μηχανισμού, υπάρχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις η Μακεδονία να αποτελέσει αυτόνομη εθνογραφική περιοχή… Η διαμόρφωση των Μακεδόνων σε ξεχωριστή σλαβική εθνότητα είναι η πλέον συνηθισμένη ιστορική διαδικασία , παρόμοια με τη διαδικασία της διαμόρφωσης του βουλγαρικού και του σερβοκροατικού λαού, από τους άλλοτε Νότιους Σλάβους… Είναι σαφές ότι το όνομα Βούλγαρος δεν ταυτίζεται με βουλγαρική εθνότητα στη Μακεδονία. Το όνομα αυτό τώρα τεχνητά παραμένει στη Μακεδονία, όπως σπέρνεται εκεί και το όνομα Σέρβος τον τελευταίο καιρό. Το όνομα Βούλγαρος στη Μακεδονία δεν έχει τώρα θέση, διότι ήδη 25 ολόκληρα έτη ζήσαμε εμείς οι Μακεδόνες ξεχωριστή ζωή από τους Βούλγαρους. Ανάμεσα σε μας και τους Βούλγαρους υπάρχουν πάρα πολύ λίγα κοινά συμφέροντα… Ο πατέρας μου , ο παππούς μου, ο προπάππος μου, αν από ακαταληψία ονομάζονταν Βούλγαροι, αυτό δεν σημαίνει οπωσδήποτε ότι και εγώ πρέπει όπως και αυτοί να έχω άγνοια για την εθνικότητά μου.. Στους Μακεδόνες το όνομα Βούλγαρος είναι κίβδηλο νόμισμα με το οποίο αυτοί πληρώνουν και τη Βουλγαρία και τον ηγεμόνα της και την πατρίδα τους και το λαό τους. Είναι καιρός να αποκαλυφθεί αυτή η δολιότητα για να σταματήσει η εκμετάλλευσή της… Οι καλές σχέσεις ανάμεσα στους Έλληνες και σε μας τους Μακεδόνες (Σλάβους) εξαρτώνται πάλι περισσότερο από τους πρώτους παρά από μας. Για να βελτιωθούν αυτές, οι Έλληνες θα πρέπει να αρνηθούν τη ‘’ Μεγάλη τους Ιδέα’’ και να αναγνωρίσουν το δικαίωμα ύπαρξης και μακεδονικής εθνότητας μαζί με την ελληνική στη Μακεδονία. Ιδιαίτερα το Πατριαρχείο ως οικουμενικός θεσμός πρέπει να σταματήσει να δρα ως θεσμός με ελληνικό χαρακτήρα.. ».

Οι αιρετικές αυτές θέσεις του Μισίρκωφ δεν έγιναν τότε ευρύτερα κατανοητές , κύκλοι της VMRO έκαψαν τη μπροσούρα του και ο ίδιος καταδικάστηκε σε θάνατο από την οργάνωση. Το έργο του Μισίρκωφ ήταν μια αυτοσχέδια πολιτική (όχι επιστημονική) πραγματεία, όπως ομολόγησε και ο ίδιος το 1907. Άλλωστε, η Βουλγαρία δεν είχε ακόμα χρεοκοπήσει στη μακεδονική της πολιτική. Ο σλαβομακεδονισμός παρέμεινε μια πολιτική επιλογή, αν η Βουλγαρία δεν εκπλήρωνε την ιστορική αποστολή στη Μακεδονία. Ό, τι όμως ήταν ανέφικτο το 1903, κατέστη εφικτό το 1943-44, επειδή η Βουλγαρία είχε οριστικά χρεοκοπήσει στο Μακεδονικό.

Στους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913 στη Σερβία επιδικάστηκε ένα μεγάλο τμήμα της Μακεδονίας, Ελλάδα και Σερβία απέκτησαν κοινά σύνορα, αυτό ήταν το όραμα Ελλήνων και Σέρβων πολιτικών του 19ου αιώνα. Ο Βενιζέλος πάντα μιλούσε για άξονα Αθηνών-Βελιγραδίου. Η Βουλγαρία ήταν η ηττημένη και δεν αποδέχτηκε το εδαφικό status quo. Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο προσχώρησε στις Κεντρικές Δυνάμεις. Όταν εισήλθαν πρώτοι οι Σέρβοι, επιστράτευσαν τον τοπικό πληθυσμό ως δυνητικά σερβικό. . Όταν μετά την κατάρρευση της Σερβίας τον Νοέμβριο του 1915 εισήλθαν οι Βούλγαροι, προέβησαν σε νέα επιστράτευση στο όνομα του βουλγαρισμού. Σε μια οικογένεια υπήρχε το πρόβλημα ο ένας γιος υπηρετεί στο βουλγαρικό στρατό και ο άλλος γιος να υπηρετεί στο σερβικό στρατό. Μέσα σ’αυτό το πολεμικό κλίμα κατανοεί κανείς του αυτόπτη μάρτυρα Στρατή Μυριβήλη τη ρήση, «Ως τόσο δεν θέλουν νάναι μήτε ‘’ Μπουλγκάρ’’ μήτε ‘’Σρρπ’’, μήτε ‘’ Γκρρτς’’. Μοναχά ‘’ Μακεντόν ορτοντόξ ’’», κάτι που προκάλεσε αλλεργικό σύνδρομο στην Ελλάδα και εξοβελίστηκε από τις μεταγενέστερες εκδόσεις του βιβλίου του Η Ζωή εν Τάφω. Το λέει κάποιος ο οποίος είναι σλαβόφωνος και ο Στρατής Μυριβήλης ως Έλληνας αξιωματικός της Αντάντ, φιλοξενούμενος σε οικογένεια Σλαβοφώνων, προσπαθεί εκεί ( περιοχή Μοναστηρίου) να εξακριβώσει ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι που μιλούν μια γλώσσα που την καταλαβαίνουν και οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι. «Τους πρώτους τους μισούνε, γιατί τους πιλατεύουν και του μεταχειρίζονται για Βουλγάρους. Και τους Βουλγάρους τους μισούνε , γιατί πήραν τα παιδιά τους στον πόλεμο. Εμάς τους Ρωμιούς μας δέχονται με κάποια συμπαθητική περιέργεια, μόνο και μόνο γιατί είμαστε οι γνήσιοι πνευματικοί υποταχτικοί του Πατρίκ, δηλαδή του Οικουμενικού Πατριάρχη. Η ιδέα του Πατριαρχείου απλώνεται ακόμα, τυλιγμένη σε μια μυστικοπάθεια πολύ παράξενη, πάνω σε τούτο τον απλοϊκό χριστιανικό κόσμο… Μολοταύτα η γοητεία από το ελληνικό Βυζάντιο βαστάει. Ύστερα είναι και οι τάφοι των προεστών και των παπάδων τους πούναι σκαλισμένοι με τα ιερά και μυστηριώδικα ελληνικά γράμματα. Τα ίδια γράμματα είναι γραμμένα στα παλαιά σκεβρωμένα κονίσματά τους, γύρω από τ΄ασκητικά κεφάλια των αγίων του Βυζαντίου και μέσα στα κιτρινισμένα Βαγγέλια. Όλα αυτά μας κάνουν προνομιούχους αντίκρυ στα μάτια τους. Μολοταύτα δε θέλουν νάναι μήτε Μπουλγκάρ, μήτε Σρρπ, μήτε Γκρρτς. Μοναχά Μακεντόν ορτοντόξ».


Και κατόπιν στο Mεσοπόλεμο έχουμε τη διαπάλη Βουλγαρίας-Γιουγκοσλαβίας στη σερβική Μακεδονία με την ένοπλη δράση της βουλγαρικής VMRO κατά των Σέρβων: Από το 1920 μέχρι το 1924 η VMRO υπό την ηγεσία του Todor Aleksandrov και του Aleksander Protogerov διεξήγαγε ανταρτοπόλεμο κατά των Σέρβων, από το 1925 μέχρι το 1934 υπό τη ηγεσία του Ιvan Mihajlov επιδιδόταν και σε δολοφονίες κρατικών στελεχών του γιουγκοσλαβικού κράτους, με αποκορύφωμα τη δολοφονία στη Μασσαλία (9.10.1934) του βασιλιά της Γιουγκοσλαβίας Αλέξανδρου Καραγιώργη και του υπουργού Εξωτερικών της Γαλλίας Louis Barthou.

Στις 11 Ιανουαρίου 1930, ο Γερμανός δημοσιογράφος Max Fisher δημοσίευσε στην Deutsche Allgemeine Zeitung ένα άρθρο με τον τίτλο «Η μακεδονική σφίγγα», στην οποία χαρακτήρισε τους Σλαβόφωνους ( Μακεδόνες κατά τη δική του ορολογία) ως άμορφη μάζα, ως ένα ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ Σέρβων και Βουλγάρων και προδιέγραψε την επιτυχία του εκσερβισμού στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία, αν τα Βαλκάνια δεν γνώριζαν νέους πολέμους.



«Οι Μακεδόνες δεν είναι ούτε Βούλγαροι ούτε Σέρβοι. Όπως και οι δύο τελευταίοι, έτσι και αυτοί αποτελούν μια ιδιαίτερη νοτιοσλαβική φυλή, έχουν τη δική τους γλώσσα η οποία συγγενεύει με την εκκλησιαστική σλαβονική και διαφέρει τόσο από τη βουλγαρική όσο και από τη σερβική. Οι Μακεδόνες έχουν τα δικά τους λαϊκά τραγούδια και έθιμα, αλλά με πολλά κοινά στοιχεία τόσο με τους Σέρβους όσο και με τους Βούλγαρους. Αλλά οι Μακεδόνες δεν έχουν μια σύγχρονη λογοτεχνία με την ευρωπαϊκή σημασία της λέξης. Ως λόγια γλώσσα ο Μακεδόνας μαθαίνει είτε τη βουλγαρική είτε τη σερβική. Με την εκμάθηση του αλφαβήτου λύνεται και το ζήτημα του εκσερβισμού του ή του εκβουλγαρισμού του. Επειδή Βούλγαροι, Μακεδόνες και Σέρβοι έχουν μεγάλη συγγένεια, η αφομοίωσή τους μέσω της σερβικής ή βουλγαρικής κουλτούρας είναι εφικτή ακόμα και από την πρώτη γενιά. Όταν η Μακεδονία βρισκόταν υπό την επιρροή της βουλγαρικής εκκλησίας, η ευάριθμή της διανόηση είχε εκβουλγαριστεί. Σήμερα η μακεδονική νεολαία, η οποία μαθαίνει γραφή και ανάγνωση, εκπαιδεύεται μέσω σερβικών σχολείων και εκκλησιών στη σερβική εθνική ιδέα και θα εκσερβιστεί με τη ίδια επιτυχία , όπως είχαν εκβουλγαριστεί οι πρόγονοί της».



Κινούμενος στο πνεύμα της επίσημης σερβικής πολιτικής του Μεσοπολέμου, ο Fischer επιδίωκε προφανώς να τονίσει ότι οι Σλαβόφωνοι αποτελούσαν μια απροσδιόριστη εθνοτική ομάδα, χωρίς να έχουν τα εγγενή στοιχεία να εξελιχθούν σε αυτοδύναμο έθνος, και έτσι υπέκυπταν είτε στον εκσερβισμό είτε στον εκβουλγαρισμό. Τις παρενέργειες του σερβο-βουλγαρισμού ανταγωνισμού υφίστατο και η Ελλάδα, πιεζόμενη από τη Σόφια να αναγνωρίσει βουλγαρική μειονότητα και από το Βελιγράδι σερβική. Η εξέλιξη της υπόθεσης του Πρωτοκόλλου Πολίτη-Καλφώφ ήταν χαρακτηριστική. Για να απεμπλακεί η Ελλάδα από τον σερβοβουλγαρικό ανταγωνισμό και για την ταυτότητα των Σλαβοφώνων της ελληνικής Μακεδονίας, αλλά και για να φανεί συνεπής στις μειονοτικές της υποχρεώσεις έναντι της Κοινωνίας των Εθνών, ο Βενιζέλος ήταν πρόθυμος να επιτρέψει τη λειτουργία σχολείων με γλώσσα διδασκαλίας όχι τη σερβική ή τη βουλγαρική, αλλά τις τοπικές σλαβομακεδονικές διαλέκτους , εφόσον όμως οι ίδιοι οι Σλαβόφωνοι το ζητούσαν. «Θα ήμην διατεθειμένος , αν κατά τον εσωτερικόν νόμον ο απαιτούμενος αριθμός μας ζητήση το άνοιγμα σχολείων από αυτούς τους Σλαβόφωνους , νάνοίξω με την μόνην διαφοράν, ότι θα τα ήνοιγα ως μακεδονοσλαβικά, και δεν θα επέτρεπα καμμίαν επαφήν με κυβερνήσεις άλλων κρατών», έλεγε ο Βενιζέλος τον Ιούνιο του 1930 στον υπουργό Εξωτερικών της Γιουγκοσλαβίας Vojslav Marinković. Αλλά παρόμοια αιτήματα δεν τέθηκαν.

Δυστυχώς, τα περισσότερα από τα 20 χρόνια του Μεσοπολέμου ήταν περίοδος πολεμικών συγκρούσεων στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία, κάτι που απέτρεψε την ολοκλήρωση του εκσερβισμού. Ήταν άλλωστε και σχετικά λίγα τα χρόνια. Αν δεν είχαμε τις ανακατατάξεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στα Βαλκάνια, εννοείται ότι ο εκσερβισμός θα είχε ολοκληρωθεί, όπως και αν η περιοχή είχε επιδικαστεί στη Βουλγαρία το 1912-1913 θα είχε εκβουλγαριστεί, αλλά η Βουλγαρία θα είχε τότε από καλύτερη βάση διεκδικήσεις και στην ελληνική Μακεδονία. Έχοντας η Βουλγαρία τα Σκόπια το πρώτο θύμα θα ήταν η ελληνική Μακεδονία.

Υπήρχε ωστόσο και μια άλλη σημαντική παράμετρος στο Μακεδονικό ζήτημα κατά τον Μεσοπόλεμο, η δράση τη Κομμουνιστικής Διεθνούς και των Βαλκανικών Κομμουνιστικών Κομμάτων. Δεν είναι σκόπιμο επί του παρόντος να αναλύσουμε την τακτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς στο Μακεδονικό ενταγμένη στη στρατηγική της προώθησης του Κομμουνισμού, μας ενδιαφέρει μόνο να επισημάνουμε ότι από το 1934 η Κομμουνιστική Διεθνής, μετά από έντονες συζητήσεις, εισήγαγε το όρο ‘’ μακεδονικό έθνος’’ με αποκλειστική αναφορά στους Σλάβους που πριν χαρακτηρίζονταν ως Βούλγαροι ή ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ Βουλγάρων και Σέρβων. Η γραμμή αυτή υιοθετήθηκε και από τα Βαλκανικά Κομμουνιστικά Κόμματα. Οι ιδεολογικές και πολιτικές αφετηρίες της Κομμουνιστικής Διεθνούς ήταν βέβαια διαφορετικές από αυτές του Μισίρκωφ και οι πρώιμοι θιασώτες του σλαβομακεδονισμού δεν χαρακτηρίστηκαν ως προδρομικές μορφές, ωστόσο το εγχείρημα ήταν το ίδιο , η διαμόρφωση μιας ομοιογενούς σλαβομακεδονικής ταυτότητας. Υπήρχαν τώρα πολιτικές δυνάμεις για για να προωθήσουν τη μετεξέλιξη της τοπικής ταυτότητας ‘’ (Σλαβο)μακεδόνας’’ σε εθνική ταυτότητα, αν οι πολιτικές συγκυρίες ήταν ευνοϊκές. Η λύση αυτή εξισορροπούσε τον σερβοβουλγαρικό ανταγωνισμό στη σερβική Μακεδονία και παρείχε στον πληθυσμό τη δυνατότητα εθνικής ολοκλήρωσης εντός μιας νέας ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας. Σε αυτή τη λύση του εθνικού ζητήματος άρχισε να προσανατολίζεται το Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας το 1937, έχοντας ήδη ιδρύσει το 1934 σε εθνική βάση Κομμουνιστικά Κόμματα Κροατίας και Σλοβενίας και προβλέποντας στο άμεσο μέλλον και την ίδρυση ‘’ Κομμουνιστικού Κόμματος Μακεδονίας’’. Δεν κατέστη δυνατή η ίδρυση ‘’ Κομμουνιστικού Κόμματος Μακεδονίας’’, αλλά μιας Περιφερειακής Επιτροπής λόγω

 

Στην ίδια κατηγορία

ΣΧΟΛΙΑ