Επιλέξτε Σώμα: Color 1 Color 2 Color 3
Youtube Twitter Facebook Rss

ΑΠΟΨΗ

ΔΕΠΑ: από τους ευσεβείς πόθους στην σκληρή πραγματικότητα

18.06.2013 | 23:18
Γράφει ο Κωνσταντίνος Φίλης
Δ/ντής Ερευνών του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο


Μία εβδομάδα μετά την ανέλπιστη για πολλούς άρνηση της Gazprom να υποβάλλει προσφορά για τη ΔΕΠΑ, η κατάσταση έχει αρχίσει να ξεκαθαρίζει. Ο ρωσικός ενεργειακός κολοσσός κατέληξε σε αυτή την απόφαση για μία σειρά από λόγους. Τους απαριθμώ χωρίς σειρά προτεραιότητας, καθότι συνετέλεσαν λιγότερο ή περισσότερο στην ακύρωση του διαγωνισμού.

Α. Ο ευρωπαϊκός παράγοντας. Χωρίς δημόσιες προτροπές, αλλά με ιδιαίτερη πίεση στο παρασκήνιο δημιούργησε ανασφάλεια στην ελληνική κυβέρνηση για ενδεχόμενες συνέπειες σε περίπτωση εξαγοράς της ΔΕΠΑ από την Gazprom. Σε αυτό το κλίμα συνέβαλαν και εταιρείες δυτικών συμφερόντων ή συνεργαζόμενων με τη Δύση, που ούτε λίγο ούτε πολύ άφηναν να εννοηθεί πως η χώρα μας θα περιθωριοποιούνταν στον ενεργειακό χάρτη. Η πλέον απτή απειλή ήταν για τον TAP (Trans-Adriatic Pipeline) που, σε περίπτωση που επιλεγεί, θα μεταφέρει αζέρικο αέριο μέσω και της Ελλάδας. Παράλληλα, παρά το μικρό μέγεθος της ΔΕΠΑ, το διακύβευμα ήταν μεγαλύτερο, από τη στιγμή που πιθανή είσοδος της Gazprom στην Ελλάδα, με την απόκτηση πλειοψηφικού ποσοοστού, θα δημιουργούσε προηγούμενο για αντίστοιχες περιπτώσεις εντός της ΕΕ.
Η κυβέρνηση, διαπραγματευόμενη την πώληση της ΔΕΠΑ μόνο με την Gazprom, είχε ξεμείνει από εναλλακτικές. Έτσι, με τους Ρώσους οι συζητήσεις γινόντουσαν από θέση αδυναμίας, ενώ επικρέμονταν η απειλή απόρριψης της προσφοράς τους σε μεταγενέστερο στάδιο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Μάλιστα, το γεγονός ότι η τελευταία, θέλοντας να αποτρέψει την καθετοποιημένη δραστηριότητα της ρωσικής εταιρείας (προμήθεια, μεταφορά, διάθεση), εδώ και κάποιους μήνες έχει ξεκινήσει έρευνα για πιθανή παραβίαση των κανόνων antitrust σε συγκεκριμένες ευρωπαϊκές χώρες, ασφαλώς θα συνυπολογίσθηκε από τη ρωσική πλευρά.   

Β. Η ελληνική κυβέρνηση, η δυσλειτουργική αγορά ενέργειας  και το ΤΑΙΠΕΔ. Το τελευταίο, χωρίς να φέρει μεγάλη ευθύνη, αν μη τι άλλο αποδεικνύεται ανεπαρκές για την αποτελεσματική προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων. Το γεγονός ότι στελέχη μικρού βεληνεκούς αναλαμβάνουν εξ’ολοκλήρου να «τρέξουν» τη διαδικασία, χωρίς καν να συμβουλεύονται, στην περίπτωση της ΔΕΠΑ, τη διοίκηση της και το υψηλού επιπέδου προσωπικό της, είναι μέρος της προβλήματος. Διαπραγματεύονται, έτσι, χωρίς γνώση όλων των δεδομένων, των κατά συνθήκη αναγκών της αγοράς στην οποία απευθύνονται, των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της κάθε περίπτωσης (άλλο ΟΠΑΠ, άλλο Ελληνικό, άλλο ΔΕΠΑ, κοκ).
Η κυβέρνηση από την πλευρά της, στην ανάγκη της να παρουσιάσει ένα success story για να αλλάξει το κλίμα λειτούργησε ως αρχάρια. Κατέστησε την Gazprom προνομιακό αλλά και αποκλειστικό συνομιλητή και ενώ γνώριζε εξαρχής τις δυσκολίες, δεν αναζήτησε ένα plan b. Φαινομενικά ήταν ζεστή με την προοπτική των Ρώσων, ωστόσο, όσο πλησιάζαμε στις τελικές προθεσμίες άρχισε να «κάνει νερά». Διέρρεε ότι στην περίπτωση του ΔΕΣΦΑ πρέπει να τηρηθούν οι ισορροπίες, άρα χωρίς να έχουν ανοίξει οι προσφορές έδινε προβάδισμα στην αζέρικη Socar (αντιφάσκοντας με την πάγια θέση ότι η ιδιωτικοποίηση θα γίνει με αποκλειστικό γνώμονα το τίμημα). Παράλληλα, παρουσίαζε την Gazprom ως αναγκαστική επιλογή, εφόσον δεν προσήλθε καμία δυτικών συμφερόντων εταιρεία.

Η επί της ουσίας διστακτικότητα της ελληνικής πλευράς (και ας μαρτυρούσαν το αντίθετο οι συνεχείς και αχρείαστες συναντήσεις Σαμαρά-Μίλερ) επιβεβαίωσαν στους έτσι και αλλιώς σκεπτικούς Ρώσους ότι η επένδυση τους πιθανόν να συναντούσε στο μέλλον ανυπέρβλητα εμπόδια. Η απροθυμία της κυβέρνησης να θέσει ένα αυστηρό νομικό και θεσμικό πλαίσιο που θα διασφάλιζε ότι στο μέλλον δεν θα δημιουργηθούν νέα χρέη προς τη ΔΕΠΑ, επίσης, προσμετρήθηκε στην απόφαση της Μόσχας. Όμως, πόσο εξασφαλισμένη αισθανόταν η Gazprom από τις εγγυήσεις του ελληνικού δημοσίου, ενώ ο κίνδυνος δημιουργίας νέων χρεών ακόμη και στο ενδεχόμενο κάλυψης των υφιστάμενων είναι ορατός; Παρότι η ΔΕΠΑ κατάφερε, κόντρα στις επιθυμίες ισχυρών συμφερόντων, να περιορίσει τα χρέη των ηλεκτροπαραγωγών προς αυτή κατά το ήμισυ, η ομαλοποίηση της κατάστασης θα επέλθει μόνο μέσα από την αλλαγή του θεσμικού πλαισίου. Αντί, λοιπόν, να εγγυώμαστε για τα χρέη ιδιωτών, και δη σε μία συγκυρία που εγγύηση και ελληνικό δημόσιο μόνο ταυτόσημες έννοιες δεν λογίζονται, θα έπρεπε να δείξουμε τη απαιτούμενη αποφασιστικότητα στη δημιουργία των προϋποθέσεων προκειμένου η αγορά ενέργειας να αρχίσει να λειτουργεί σε συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού, επαναφέροντας σταδιακά και την αναγκαία για την εύρυθμη λειτουργία ρευστότητα.

Γ. Πιθανές παράπλευρες απώλειες. Οι συζητήσεις με την Gazprom για την αναθεώρηση των τιμών φυσικού αερίου, καθώς και η έναρξη των διαπραγματεύσεων για την ανανέωση της σύμβασης που λήγει το 2016, ενδέχεται να επηρεαστούν επί τω χείρω από τις τελευταίες εξελίξεις. Η παγωμένη νότια διακλάδωση (που περιλαμβάνει τη χώρα μας) του αγωγού South Stream πιθανόν να μη διαφοροποιηθεί, αφήνοντας την Ελλάδα εκτός νυμφώνος. Εκ των βασικών κριτηρίων για την εξέλιξη των ελληνορωσικών σχέσεων θα είναι ο βαθμός και το μέγεθος ευθύνης που μας αποδίδει για το ναυάγιο το Κρεμλίνο και κατά πόσο η Gazprom προτίθεται να επανέλθει στον επόμενο γύρο (δύσκολο αλλά όχι απίθανο).     

Η αδυναμία επίτευξης του στόχου των 2,6 δις ευρώ από ιδιωτικοποιήσεις, παρά τις σχετικές διαβεβαιώσεις από τον πρωθυπουργό, δεν μπορεί παρά να επιφέρει προσαρμογές. Αν αυτό, κατόπιν σχετικής συνεννόησης με την Τρόικα, μετατεθεί για αργότερα μικρή σημασία έχει.
Η αποκατάσταση του κλίματος εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία, καθυστερεί χαρακτηριστικά. Με το συστημικό κίνδυνο να μην έχει εξαλειφθεί, η πίεση προς την πλευρά μας θα μεγαλώσει. Αυτή θα μεταφερθεί εύλογα και στις επικείμενες διαπραγματεύσεις με δυνάμει επενδυτές, δυσχεραίνοντας τις προσπάθειες μας να θέσουμε τους δικούς μας όρους και προϋποθέσεις. Και όσο βέβαια δεν επιτυγχάνεται έστω και μία νίκη στον τομέα των ιδιωτικοποιήσεων, η πίεση μπορεί να δώσει τη θέση της στην αγωνία και τις σπασμωδικές κινήσεις. Ας ελπίσουμε ότι σύντομα θα αναστραφεί η ψυχολογία τόσο στο εσωτερικό όσο και το εξωτερικό. Εν αντιθέσει, πάντως, με τα επικοινωνιακά τεχνάσματα των τελευταίων μηνών, απαιτείται ουσία, περιεχόμενο και προπάντων χειροπιαστά αποτελέσματα.

ΠΗΓΗ: newmoney.gr 

 

Στην ίδια κατηγορία

ΣΧΟΛΙΑ


 

Κάντε Like: Onalert.gr στο Facebook