Επιλέξτε Σώμα: Color 1 Color 2 Color 3
Youtube Twitter Facebook Rss

ΑΠΟΨΗ

Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση στην Άμυνα: Όνειρο θερινής νυκτός ή σχέδιο για το μέλλον;

17.06.2015 | 22:00
Tου Χρήστου Διαμαντόπουλου*


Η άμυνα και η ασφάλεια δεν αποτελούν ένα νέο πεδίο ενασχόλησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μέσα από την υιοθέτηση της Ευρωπαϊκής Πολιτικής για την Άμυνα και Ασφάλεια (ESDP), τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Στρατιωτικής Επιτροπής (European Union Military Committee), το EUMS (European Union Military Staff), την ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Άμυνας (European Defence Agency), τη διεξαγωγή πλήθους επιχειρήσεων διαχείρισης κρίσεων, στο Κόσσοβο, στην Σομαλία, στο Ιράκ και στην Γουινέα, τα κράτη μέλη προσπαθούν να δημιουργήσουν και να αναδείξουν την στρατιωτική διάσταση στην ευρωπαϊκή πολιτική και να ασκήσουν μία πολιτική άμυνας και ασφάλειας.


Πολλοί είναι αυτοί που υποστηρίζουν ότι η Ευρώπη, αν επιθυμεί να βρίσκεται εντός των διεθνών εξελίξεων και να μην αποτελεί απλά έναν ουραγό τους, είναι απαραίτητο να ενισχύσει τις στρατιωτικές της δυνατότητες και να προβεί στη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Στρατού. Ωστόσο, η ολοκλήρωση που έχει επιτευχθεί στους τομείς της πολιτικής και της οικονομίας δεν είναι τόσο απλό να «περάσει» και στον τομέα της ασφάλειας και των Ενόπλων Δυνάμεων.


Καταρχήν, τα κράτη μέλη παρουσιάζουν σημαντικές διαφοροποιήσεις στα θέματα που αφορούν στην ασφάλεια.
Τα κράτη που βρέχονται από τον Ατλαντικό θεωρούν συμφέρον τους να συμπορεύονται με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ βλέπουν την στρατιωτική τους παρουσία-δράση ως παράγοντα ενίσχυσης των δεσμών τους με τις Η.Π.Α.

Στα βόρεια κράσπεδα της Ευρώπης, τα κράτη έχουν απέναντί τους την Ρωσία και τις προκλήσεις που αναδύονται στην περιοχή της Αρκτικής. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τα κράτη στην ανατολική πτέρυγα της ΕΕ, όπου βλέπουν την Ρωσία ως τη σημαντικότερη «απειλή» για την ασφάλεια στην περιοχή και, ως επόμενο, αναζητούν στήριξη από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Την ίδια στιγμή τα κράτη μέλη που βρέχονται από τα νερά της Μεσογείου είναι απασχολημένα με την αντιμετώπιση της ραγδαίας αύξησης των προσφύγων και των παράνομων μεταναστών, που καθημερινά εισέρχονται με «ορμητήριο» την Αφρική και την Τουρκία.


Κατά συνέπεια, η ύπαρξη διαφορετικών και αντικρουόμενων συμφερόντων αναφορικά με την ασφάλεια, αποτελεί ένα λογικό επακόλουθο. Η κάθε ομάδα κρατών προσπαθεί να προωθήσει τις ιδέες και την οπτική της για το θέμα στα υπόλοιπα μέλη, τις περισσότερες φορές δίχως αποτέλεσμα, με αποτέλεσμα, οι αποφάσεις που αφορούν στην ασφάλεια να είναι τις περισσότερες φορές το αποτέλεσμα συμβιβασμών και όχι ομοφωνίας. Ο περιορισμός των στρατιωτικών δράσεων και τα προβλήματα που έχουν ανακύψει στην υιοθέτηση της πολιτικής απέναντι στην Ρωσία, αποτελούν απλά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο διαμορφώνεται η ευρωπαϊκή πολιτική άμυνας.


Από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, μονάχα η Βρετανία και η Γαλλία έχουν «παράδοση» σε στρατιωτικές επιχειρήσεις πολύ μακριά από τα σύνορά τους. Η μεταψυχροπολεμική περίοδος άλλωστε, κατέστησε αναγκαία τη δυνατότητα της διεξαγωγής πολυεθνικών στρατιωτικών επιχειρήσεων πέραν της ευρωπαϊκής ηπείρου, ενώ, στο σύνολο σχεδόν των επιχειρήσεων που έχουν διεξαχθεί, δεν διακυβεύονταν εθνικά συμφέροντα των κρατών μελών που συμμετείχαν. Αυτός είναι και ο ουσιαστικός λόγος για τον οποίο δεν παρατηρείται ιδιαίτερη προθυμία για δέσμευση στρατιωτικών δυνάμεων προς αυτούς τους σκοπούς.


Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου βρήκε τους Συμμάχους, σε θέση να μπορούν να αντλήσουν οφέλη από την ανυπαρξία του μέχρι τότε πατροπαράδοτου εχθρού που άκουγε στο όνομα «Σοβιετική Ένωση». Οι οικονομικοί πόροι που προορίζονταν για τις αμυντικές δαπάνες άρχισαν να περιορίζονται, εξυπηρετώντας άλλες, σημαντικότερες πλέον ανάγκες, ενώ τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια, παρατηρούμε τη χρόνο με το χρόνο μείωση των σχετικών δαπανών. Καθώς πλέον δεν υπήρχε ένας «υπαρκτός» - «χειροπιαστός» εχθρός, τα ευρωπαϊκά κράτη άρχισαν να περικόπτουν τους αμυντικούς τους προϋπολογισμούς. Βέβαια, τα τελευταία χρόνια αυτό αποτελεί και το επακόλουθο της οικονομικής κρίσης και της προσπάθειας των κρατών μελών να βρουν τον οικονομικό τους βηματισμό μέσα από περικοπές «μη αναγκαίων» δαπανών.


Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι ότι πλέον στην Ευρώπη, τα κράτη διαθέτουν μικρές στρατιωτικές δυνάμεις, ο συνδυασμός των οποίων δεν μπορεί να οδηγήσει σε προβολή ισχύος ικανή για εμπλοκή σε μεγάλες στρατιωτικές επιχειρήσεις – τουλάχιστον όχι δίχως την παρέμβαση – ενίσχυση από το ΝΑΤΟ.

Περνώντας στο οικονομικό πεδίο, όπως ήδη αναφέρθηκε, τα ευρωπαϊκά κράτη μειώνουν συνεχώς τους αμυντικούς τους προϋπολογισμούς. Η μέση ετήσια αμυντική δαπάνη των κρατών μελών είναι περίπου έξι δις ευρώ το χρόνο, με πολλά από τα κράτη, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, να δαπανούν πολύ λιγότερα (ιδίως υπό το βάρος της οικονομικής κρίσης). Σημειώνεται ότι, αυτά τα έξι δις αποτελούν μόνο το 1% των ετήσιων αμυντικών δαπανών των Ηνωμένων Πολιτειών.


Οι διαφορές με τις Η.Π.Α δεν είναι λίγες. Οι αμυντικές δαπάνες, η αντίληψη για τις εν δυνάμει αλλά και τις ήδη υπαρκτές απειλές, οι προτεραιότητες στη διαχείριση των Ενόπλων Δυνάμεων, αποτελούν μόνο λίγα από τα πεδία στα οποία η Ευρώπη αποκλίνει από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ακόμη και αν υλοποιηθούν οι υποσχέσεις των πολιτικών στις τελευταίες συνόδους του ΝΑΤΟ, όπου έγινε λόγος για δέσμευση του 2% του προϋπολογισμού κάθε ευρωπαϊκού κράτους για αμυντικές δαπάνες, τίποτε δεν διασφαλίζει ότι θα υπάρξει συμπόρευση και ταύτιση των Ευρωπαίων, αναφορικά με τις προτεραιότητες στην άμυνα και στην ασφάλεια.

Μετά από όλα τα παραπάνω, είναι άραγε εφικτή η ολοκλήρωση στην άμυνα;



*Ο Χρήστος Διαμαντόπουλος είναι Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων του Πάντειου Πανεπιστημίου



 

Στην ίδια κατηγορία

ΣΧΟΛΙΑ


 

Κάντε Like: Onalert.gr στο Facebook