Επιλέξτε Σώμα: Color 1 Color 2 Color 3
Youtube Twitter Facebook Rss

Ιστορία

Η Εκστρατεία της Κριμαίας: Η “Μεγάλη Ιδέα” του Βενιζέλου συγκρούεται με τους Μπολσεβίκους - ΦΩΤΟ

07.01.2019 | 07:00
*Του Δημητράτου Αριστείδη

Σαν σήμερα στις 7 Ιανουαρίου του 1919, τα πρώτα ελληνικά στρατεύματα αποβιβάζονται στην Οδησσό, στο πλαίσιο της ελληνικής εκστρατείας στη Μεσημβρινή Ρωσία. Πρόκειται για μια από τις λιγότερο γνωστές στιγμές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας αλλά και της ελληνικής στρατιωτικής ιστορίας. Για πολλούς επισκιάζεται από την Μικρασιατική Εκστρατεία και την τραγική καταστροφή του 1922, γι’ αυτό και δεν της έχει δοθεί μεγάλη σημασία στην ιστορική βιβλιογραφία.

Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι σε αυτήν έλαβαν μέρος προσωπικότητες της εποχής, που στη συνέχεια διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στα πολιτικά και όχι μόνο πράγματα της χώρας, όπως ο συνταγματάρχης Αλέξανδρος Οθωναίος (επιτελάρχης του Α' Σώματος Στρατού) και οι αντισυνταγματάρχες Γεώργιος Κονδύλης (διοικητής του 3ου Συντάγματος Πεζικού) και Νικόλαος Πλαστήρας (διοικητής του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων).

Ποια είναι λοιπόν η ιστορία της “άγνωστης” ελληνικής εκστρατείας στην Κριμαία ;



Ιστορικό Πλαίσιο

Αν το 1917 χαρακτηρίζεται ως “η χρονιά των μαχών” αναφορικά με την εξέλιξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, τότε η επόμενη χρονιά σίγουρα συνιστά την κρίσιμη καμπή της ισορροπίας ισχύος μεταξύ της Αντάντ και των Κεντρικών Δυνάμεων.

Αυτό οφείλεται στην ιστορική Συνθήκη Brest-Litovsk της 3ης Μαρτίου 1918, με την οποία η -πλέον- Ρωσική Σοβιετική Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία συνθηκολόγησε με τις Κεντρικές Δυνάμεις, με τους όρους της εν λόγω Συνθήκης να προβλέπουν -μεταξύ άλλων- την ανεξαρτησία της Φινλανδίας, των κρατών της Βαλτικής, της Βεσσαραβίας (σημερινής Μολδαβίας), της Ουκρανίας και του Καυκάσου, γεγονός που είχε διπλό όφελος για τις Κεντρικές Δυνάμεις.

Συγκεκριμένα, αφενός, οι δυνάμεις αυτές θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τα εύπορα εδάφη της νότιας Ρωσίας για τη σίτιση και τη διοικητική μέριμνα των στρατευμάτων τους, καθώς επίσης και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές του Καυκάσου, που θα ενίσχυαν την “πολεμική μηχανή” των Γερμανών.

Αφετέρου, θα μπορούσαν πλέον να στρέψουν ενισχυμένοι όλες τις δυνάμεις τους προς το Δυτικό Μέτωπο.Οι δυνάμεις της Αντάντ διαπίστωσαν πως η συνθηκολόγηση της Ρωσίας ισοδυναμούσε με ανατροπή του συσχετισμού ισχύος εις βάρος τους, και πολλοί χαρακτήρισαν τους Μπολσεβίκους ως “προδότες”, διότι άφησαν εκτεθειμένους τους Συμμάχους τους στο Δυτικό Μέτωπο.

Η δυσφορία των Συμμάχων δεν έγκειται, ωστόσο, μόνο στην εγκατάλειψη της στρατιωτικής εμπλοκής των Μπολσεβίκων, αλλά και στην απρόσμενη κίνησή τους να μην αναγνωρίσουν τα οικονομικά χρέη με τα οποία είχε επιβαρυνθεί η τσαρική ηγεσία.

Επρόκειτο, λοιπόν, για μια “κόκκινη γραμμή” που ώθησε τις Μεγάλες Δυνάμεις στην απόφασή τους για επέμβαση στη Ρωσία, κάτι όμως που θα μπορούσε να επιτευχθεί μετά τη λήξη του πολέμου, οπότε στο μεσοδιάστημα ο αποκαλούμενος “Στρατός των Εθελοντών”, υπό την ηγεσία του Στρατηγού Denikin, θα υπαγόταν στο “Λευκό Κίνημα” κατά των Μπολσεβίκων.

Συνεπώς, γεωστρατηγικοί λόγοι και οικονομικά συμφέροντα αποτελούσαν τις κύριες αιτίες της επέμβασης. Τα θέατρα των επιχειρήσεων εντοπίζονται σε διάφορα μέρη της Ρωσίας, με τη συμμετοχή κυρίως της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας, των Η.Π.Α. και της Ιαπωνίας και, δευτερευόντως, δυνάμεων όπως της Ελλάδας, της Πολωνίας και της Ρουμανίας.

Το συγκεκριμένο άρθρο επικεντρώνεται στην εκστρατεία της Κριμαίας, στην οποία συμμετείχε το Ελληνικό Εκστρατευτικό Σώμα (Ε.Ε.Σ.) προς συνδρομή των γαλλικών στρατευμάτων στην Ουκρανία. O Ελευθέριος Βενιζέλος, κατόπιν διαβουλεύσεως με τη γαλλική πλευρά, έκρινε πως ήταν η κατάλληλη στιγμή για να μεγιστοποιήσει τα οφέλη του στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, αναφορικά με τις εδαφικές διεκδικήσεις σε Θράκη και Σμύρνη.



Στρατιωτικές Επιχειρήσεις


Το σύνολο των γαλλικών δυνάμεων που είχε μεταφερθεί στην Οδησσό υπολογιζόταν σε τρεις Μεραρχίες, στις οποίες προστέθηκαν τμήματα του Ρωσικού Εθελοντικού Στρατού (Ρ.Ε.Σ.), καθώς και μια πολωνική Μεραρχία. Όσον αφορά στο Ελληνικό Εκστρατευτικό Σώμα, αυτό συνίστατο στην 1η, στη 2η και στη 13η Μεραρχία του Α’ Σώματος Στρατού υπό τη διοίκηση του Στρατηγού Κων/νου Νίδερ, και περιελάμβανε μια δύναμη 23.351 ανδρών (Δ.Ι.Σ, 1955).

Από την άλλη πλευρά, οι δυνάμεις των Μπολσεβίκων που τάχθηκαν κατά των συμμαχικών αποτελούνταν από το Σώμα Στρατού Grigorieff, το οποίο απαρτιζόταν από δύο Μεραρχίες και δύο Συντάγματα πεζικού, και ανερχόταν στους 31.000 άνδρες.

Oι κύριες επιχειρήσεις έλαβαν μέρος στη Χερσώνα, στο Nikolayev και στη Berezovka, ενώ μετά διεξήχθη υποχώρηση των συμμαχικών στρατευμάτων προς την Οδησσό, σε πρώτη φάση. Τα ελληνικά στρατεύματα υπάγονταν σε μικτά συμμαχικά αποσπάσματα με γαλλική διοίκηση.

Αυτό αποτελούσε τροχοπέδη τόσο στη συνεννόηση όσο και στην αποτελεσματικότητά τους, καθώς σημειώθηκαν φαινόμενα όπου οι Έλληνες στρατιώτες θεωρήθηκαν υποδεέστεροι των αντίστοιχων Γάλλων. Άξιο αναφοράς είναι και το γεγονός ότι η πλειοψηφία του γαλλικού στρατεύματος αποτελούνταν από αποίκους της Αφρικής, οι οποίοι δεν ήταν άρτια εκπαιδευμένοι, ούτε είχαν μεγάλη εμπειρία, ενώ συχνά δεν είχαν και το απαιτούμενο ήθος και σθένος να αναλάβουν δράση στο πεδίο της μάχης.

Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα εμφανίστηκε κατά τις επιχειρήσεις της Berezovka στις 16 και 17 Φεβρουαρίου, όπου οι γαλλικές δυνάμεις εγκατέλειψαν τη συμμαχική παράταξη, με αποτέλεσμα να εκτεθούν τα ελληνικά τμήματα, και να αιχμαλωτισθούν.

Καθ’ όλη τη διάρκεια των επιχειρήσεων, τα ελληνικά στρατεύματα αντιμετώπισαν με επιτυχία τις επιθέσεις των Μπολσεβίκων, οι οποίοι υπερίσχυαν ποσοτικά, αλλά και ποιοτικά, καθώς διέθεταν τεθωρακισμένες δυνάμεις, είχαν επίγνωση του πεδίου της μάχης, ενώ σημαντικός παράγοντας ήταν και η υποστήριξη από τον πληθυσμό των γύρω περιοχών, που λειτουργούσε καταλυτικά στη διάδοση προπαγάνδας, επηρεάζοντας ως έναν βαθμό τους στρατιώτες.

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της επιρροής της προπαγάνδας των Μπολσεβίκων αποτελούν τα γεγονότα της 20ης Απριλίου 1919, στο λιμάνι της Σεβαστούπολης. Πιο συγκεκριμένα, εργάτες της περιοχής, μαζί με τα πληρώματα τεσσάρων θωρηκτών του γαλλικού πολεμικού ναυτικού, στασίασαν, και ξέσπασε μια βίαιη διαδήλωση κατά των ελληνικών δυνάμεων. Το 2ο Σύνταγμα Πεζικού διετάχθη να διαλύσει την εν λόγω διαδήλωση, με αποτέλεσμα να τραυματιστούν μέλη του γαλλικού πληρώματος, ενώ παρενέβη και ο Άγγλος Ναύαρχος Calthorpe, προκειμένου να μην λάβει το συμβάν μεγαλύτερες διαστάσεις.

Η δεύτερη φάση της εκστρατείας ήταν η μετάβαση από τη Σεβαστούπολη προς τη Βεσσαραβία (σημερινή Μολδαβία), όπου τα ελληνικά στρατεύματα διαιρέθηκαν, καθώς μέρος του Ε.Ε.Σ. μετέβη στην Κωνστάντζα της Ρουμανίας, και επιδόθηκε σε προστασία και περιπολίες της περιοχής μέχρι τα τέλη Μαΐου, όταν δόθηκε εντολή για μετάβαση στη Σμύρνη, με την οποία η συγκεκριμένη εκστρατεία έλαβε τέλος, αφού μια νέα εκστρατευτική αποστολή είχε τεθεί σε εφαρμογή.

Οι συνολικές απώλειες του Ε.Ε.Σ. υπολογίζονται στους 1.055 άντρες (4,70% επί του συνόλου του στρατεύματος), ενώ πρέπει, επίσης, να ληφθούν υπόψη οι κακουχίες και οι λεηλασίες που υπέστη η ελληνική μειονότητα στις περιοχές αυτές, λόγω των εχθροπραξιών.

Σε αυτό το σημείο, είναι απαραίτητο να γίνει αναφορά και στη συνεισφορά του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού (Π.Ν.) στις επιχειρήσεις της Μεσημβρινής Ρωσίας. Η συνολική δύναμη που ανέλαβε δράση αποτελούνταν από 13 πλοία, εκ των οποίων μόνο τα έξι είχαν ενεργό ρόλο στις επιχειρήσεις, και υπάχθηκαν υπό γαλλική διοίκηση.

Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στο αντιτορπιλικό “Πάνθηρ”, το οποίο εκτέλεσε τις περισσότερες αποστολές, ενώ καταλυτική ήταν η συμβολή του στη συνοδεία προς τη Σεβαστούπολη, καθώς επίσης και στην άμυνα της πόλης για τρεις ημέρες, σε συνεργασία με το “Αβέρωφ”. Όπως προαναφέρθηκε, το ελληνικό Π.Ν. διαιρέθηκε όπως και το Πεζικό, καθώς το “Πάνθηρ” συνόδευσε τα οπλιταγωγά προς την Κωνστάντζα, ενώ τα “Κιλκίς”, “Λήμνος” και “Αβέρωφ” επιτηρούσαν και συνόδευσαν την αποβίβαση των ελληνικών δυνάμεων στη Σμύρνη, στις 15 Μαΐου 1919.



Αποτίμηση

Πρόκειται για την πρώτη εκστρατεία του Ελληνικού Στρατού η οποία δεν έχει λάβει ιδιαίτερης προσοχής και αναφοράς, τόσο στη βιβλιογραφία όσο και στα ιστορικά βιβλία. Πράγματι, η εκστρατεία αυτή έχει χαρακτηριστεί ως “αποτυχία”, και συνήθως παραβλέπεται λόγω της Μικρασιατικής Εκστρατείας και καταστροφής του 1922.

Πρέπει, ωστόσο, να επισημανθούν οι ασάφειες στον σχεδιασμό της στρατηγικής, αφού ο αντικειμενικός σκοπός δεν ήταν ξεκάθαρος, γεγονός για το οποίο έφερε ευθύνη η δυσλειτουργική επικοινωνία και συνεννόηση μεταξύ των συμμαχικών ηγεσιών. Ανώτεροι αξιωματικοί του γαλλικού στρατού εξέφραζαν την αντίθεσή τους με την όλη εκστρατεία, ενώ επεσήμαναν τις ελλείψεις σε πολεμικό υλικό, σε διοικητική μέριμνα, καθώς και στην ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού.

Επιπροσθέτως, η δύναμη που υποστηριζόταν από τους Συμμάχους, ο Ρ.Ε.Σ., δεν διέθετε ικανό στράτευμα, αντιμετωπίζοντας αρκετές λιποταξίες, ενώ η απροθυμία για εκτέλεση διαταγών στο πεδίο της μάχης δημιουργούσε προβλήματα στην αποτελεσματικότητα και στη συνοχή των συμμαχικών παρατάξεων.

Πράγματι, ενώ οι ελληνικές δυνάμεις εστάλησαν ως υποστηρικτικά τμήματα, αποτέλεσαν εν τέλει τα πιο αξιόμαχα και πιο έμπιστα -ως προς την εκτέλεση των διαταγών- τμήματα των συμμαχικών δυνάμεων. Γι’ αυτό και το Ε.Ε.Σ. δέχθηκε εύφημο μνεία τόσο από τη Γαλλική Βουλή όσο και από τον Συνταγματάρχη Grigorieff, διοικητή των σοβιετικών δυνάμεων.

Συμπερασματικά, η εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία αποτέλεσε τμήμα της υψηλής στρατηγικής του Ελευθερίου Βενιζέλου, αξονικό στοιχείο της οποίας ήταν η πραγμάτωση της “Μεγάλης Ιδέας”. Η συμμετοχή του Ε.Ε.Σ. στη συγκεκριμένη περίπτωση θα δημιουργούσε ευνοϊκότερες συνθήκες στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, διασφαλίζοντας το διεθνές έρεισμα -εν προκειμένω τη Γαλλία- για την κατάκτηση των πολυπόθητων εδαφών της Θράκης και της Μικράς Ασίας.

Εντούτοις, δεν δόθηκε η απαιτούμενη προσοχή στον σχεδιασμό και στην οργάνωση της εκστρατείας, ούτε και κατά τη διεξαγωγή των επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα να ηττηθούν οι συμμαχικές δυνάμεις από έναν εμψυχωμένο σοβιετικό στρατό. Η λήξη της παραπάνω εκστρατείας διαδραμάτισε -σε ένα βαθμό- σημαντικό ρόλο στη διεξαγωγή της εκστρατείας στη Μικρά Ασία, μιας ιστορικής καμπής στην ελληνική στρατιωτική ιστορία, με σοβαρές συνέπειες σε εθνικό, περιφερειακό και διεθνές επίπεδο.

* Ο Αριστείδης Δημητράτος είναι διεθνολόγος-ς αναλυτής στις Ερευνητικές Ομάδες Στρατιωτικής Ιστορίας και Στρατηγικής Κουλτούρας του Τομέα Αμυντικών Θεμάτων και Ευρωατλαντικών Μελετών του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.

Πηγή: Powerpolitics

 

Στην ίδια κατηγορία

ΣΧΟΛΙΑ