Επιλέξτε Σώμα: Color 1 Color 2 Color 3
Youtube Twitter Facebook Rss

ΑΠΟΨΗ

Η "Οθωμανική νοσταλγία" και η δυναμική της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή - Αμερικανός αναλυτής γράφει

05.07.2014 | 00:01
Mετάφραση/Επιμέλεια: OnAlert.gr

Κωνσταντινούπολη, Τουρκία- Πρόσφατα παρατηρείται μια ανησυχητική άνοδος των νοσταλγικών αισθημάτων για την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η σφραγίδα του Σουλτάνου βρίσκεται παντού στην πάλαι ποτέ αυτοκρατορική πρωτεύουσα της Κωνσταντινούπολης: σε αναμνηστικά μπλουζάκια, διαφημίσεις, κοσμήματα. Ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία προκαλούν οι πρόσφατες διακοινώσεις των τζιχαντιστών του Ισλαμικού Κράτους του Ιράκ και της Συρίας (ISIS ή ISIL ή ΙΚΙΛ), που επιθυμούν την εγκαθίδρυση ενός νέου ισλαμικού χαλιφάτου στα ίχνη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Οι σκιές του παρελθόντος μας ταξιδεύουν πίσω στο 1916, όταν χαράχθηκαν τα σημερινά σύνορα της Μέσης Ανατολής από τις αποικιακές αυτοκρατορίες της Βρετανίας και Γαλλίας, μετά την μυστική Συμφωνία Σάικς-Πικό. Τέσσερα χρόνια μετά, η Συνθήκη των Σεβρών απέβλεπε σε ένα τετελεσμένο γεγονός, αποδομώντας ότι είχε απομείνει από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι επιπτώσεις αυτών των διεργασιών σήμερα, σχεδόν εκατό χρόνια μετά, είναι αισθητές και μνημονεύονται με πικρία στη σημερινή Τουρκία. Όμως, η Άγκυρα θα έπρεπε να προβληματιστεί όχι τόσο για τα συμβάντα του μακρυνού παρελθόντος, αλλά για τα πρόσφατα ιστορικά γεγονότα. Με την πτώση της Μοσούλης και την απαγωγή του Τούρκου Γενικού Προξένου και περισσότερων από 80 Τούρκων πολιτών στην περιοχή, για μια ακόμη φορά οι οδυνηρές σκιές των επιθέσεων της Αλ Κάιντα στην Κωνσταντινούπολη πριν από μια δεκαετία, αιωρούνται απειλητικά πάνω από την Άγκυρα. Κατά τη δεκαετία του 1920, η Μοσούλη διεκδικήθηκε από τη νεοϊδρυθείσα Τουρκική Δημοκρατία και τότε αυτή η διεκδίκηση έγινε το αντικείμενο μιας από τις πρώτες μεγάλες διαιτησίες της “Κοινωνίας των Εθνών”, γεγονός που διασφαλίζει σήμερα την ειδική βαρύτητα που έχει η Μοσούλη στην ιστορική μνήμη των Τούρκων.

 Όσοι χαράσσουν
τη τουρκική πολιτική, αν κάποτε έλπιζαν ότι η κοινή σουνιτική πίστη με την ISIS και οι πραγματιστικές συμφωνίες (συχνά με ένα χαρακτήρα μη εμπλοκής) θα τους παρείχαν προστασία, σήμερα με επώδυνο τρόπο έχουν επιστρέψει στο ιστορικό αξίωμα του Λόρδου Πάλμερστον ότι: “δεν υπάρχουν μόνιμες σχέσεις φιλίας, μόνο μόνιμα συμφέροντα”. Και σε αυτήν την περίπτωση, τα συμφέροντα της ISIS συμπίπτουν ελάχιστα με της Άγκυρας, παρά τις ρομαντικές αναπολήσεις αλλοτινών εποχών. Η Άγκυρα έχει ελάχιστες επιλογές για την αντιμετώπιση της ομηρείας των πολιτών της, μια κρίση ομηρίας που είναι η χειρότερη μετά την κατάληψη της πρεσβείας των ΗΠΑ το 1979 στην Τεχεράνη. Η ασφαλής επιστροφή των πολιτών της εξαρτάται από το πώς οι ΗΠΑ και άλλες δυνάμεις της περιοχής θα καταλήξουν προς τα πού θα κλίνει ο ζυγός σχετικά με το μέλλον του Ιράκ. Όμως η Άγκυρα έχει ήδη πάρει ένα μεγάλο ρίσκο υποστηρίζοντας τις φιλοδοξίες της Κουρδικής Αυτοδιοίκησης αντί αυτών της Βαγδάτης.

Εντός του επόμενου μήνα η Τουρκία θα διεξάγει προεδρικές εκλογές ιστορικού χαρακτήρα, όπου ανανεώνεται το πολιτικό σύστημα της χώρας. Η πρόσφατη ανακοίνωση της υποψηφιότητας του Πρωθυπουργού Ερντογάν για την Προεδρία από το κόμμα AKP, ήταν ένα από τα χειρότερα κρατημένα μυστικά της Άγκυρας, εντούτοις οι εκλογές είναι ένα κομβικό σημείο για τα διακυβεύματα της εξωτερικής πολιτικής της Άγκυρας. Δεδομένου των τοπικών εκλογικών υπολογισμών, ο Ερντογάν, ακόμη, προηγείται συντριπτικά στη μάχη της Προεδρίας. Ωστόσο, η υποψηφιότητα του Εκμελεντίν Ιχσάνογλου με τον συνασπισμό των κομμάτων της αντιπολίτευσης, αποτελεί μια ενδιαφέρουσα τροπή στην προσπάθεια του Ερντογάν να εισέλθει θριαμβευτικά στο Παλάτι Κανκάγια (στο τουρκικό προεδρικό μέγαρο) και να γραφτεί με χρυσά γράμματα στην τουρκική ιστορία. Ο Ερντογάν έρχεται να διαχειριστεί τις προκλήσεις της εξωτερικής πολιτικής με διαρκείς εγχώριες προεκτάσεις, καθώς είναι ένας πολιτικός, ο οποίος έχει υπηρετήσει ως Γενικός Γραμματέας του Οργανισμού Ισλαμικής Διάσκεψης και επομένως έχει τα διαπιστευτήρια και τις βάσεις να προβλέψει κάθε κίνηση της τουρκικής κυβέρνησης από μια αξιόπιστη, κεντρο-δεξιά οπτική γωνία.

Το εσωτερικά και διεθνή θέματα της Τουρκίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Παρά τις τρέχουσες τυμπανοκρουσίες σχετικά με τις πρώτες ιστορικά προεδρικές εκλογές που πραγματοποιούνται απευθείας από το τουρκικό εκλογικό σώμα, οι εθνικές εκλογές που θα ακολουθήσουν στη συνέχεια είναι σημαντικότερες, καθώς τονίζεται το έλλειμμα της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας αναφορικά με “τοξικά” γεγονότα στο Ιράκ, στη Συρία και αλλού. Ως εκ τούτου, μια πιθανή νίκη του Ερντογάν δεν αναμένεται να αμβλύνει την έντονη πόλωση που χαρακτηρίζει την σημερινή τουρκική κοινωνία.  Ενδεχομένως θα μπορούσε να την επιδεινώσει. Ενώ η εικόνα της Τουρκίας στην παγκόσμια σκηνή έχει αμαυρωθεί, ενώ παραμένει ασαφές κατά πόσο η Άγκυρα θα βρει και πάλι το βηματισμό της στην περιοχή, θα ήταν ανόητο να αποπεμφθεί ο σημαντικότερος Τούρκος πολιτικός της γενιάς του. Ο Ερντογάν σε προεδρικό ρόλο μπορεί ακόμη να είναι μια υπολογίσιμη δύναμη προς όφελος της Τουρκίας, εφόσον μετριάσει τη συναισθηματική καβγατζίδικη ρητορική που εφαρμόζει στη διεθνή σκηνή και προχωρήσει προς ρεαλιστικούς στόχους, όπως είναι οι αμοιβαίες υποχωρήσεις με την Κύπρο και το Ισραήλ.

Σε σύγκριση με την τελευταία διεθνή παρέμβαση στο Ιράκ, όπου η Αμερική κέρδισε τα εύσημα ενώ η Τουρκία παρέμεινε στο περιθώριο, η Άγκυρα σήμερα βρίσκεται στο επίκεντρο, έχοντας τον δύσκολο ρόλο να πρέπει να διαπραγματευτεί την απελευθέρωση των πολιτών της, αναγνωρίζοντας όμως ότι, στην μετα-Μοσούλη εποχή τίποτε δεν θα είναι το ίδιο στο Ιράκ. Οι Κούρδοι έχουν κατοχυρώσει την αραβο-κουρδική πόλη του Κιρκούκ, η οποία βρισκόταν κάποτε στο επίκεντρο παλαιότερων ενδο-ιρακινών διαπραγματεύσεων. Μάλιστα, από την πρώτη στιγμή, ξεκίνησαν την εξαγωγή πετρελαίου μέσω Τουρκίας προς τη διεθνή αγορά, δίχως την συγκατάθεση είτε της Βαγδάτης, μήτε της Ουάσιγκτον.

Η δοκιμαζόμενη σχέση μεταξύ Άγκυρας και Βαγδάτης και η άνθηση των επαφών με το κουρδικό Ερμπίλ ερμηνεύεται ως η Τουρκία να υποστηρίζει τη δημιουργία ενός de facto ανεξάρτητου Κουρδικού κράτους, όμορου με τα σύνορα της. Η κίνηση αυτή απειλεί τη σημερινή τουρκική δημοκρατία, όπου ο κουρδικός εθνικισμός είχε απωθηθεί στο περιθώριο και μάλιστα απεικονιζόταν ως ένα ανάθεμα για την ίδια την οντότητα της Τουρκίας. Το ενδεχόμενο μελλοντικών αμερικανικών αεροπορικών επιδρομών με στόχο την ISIS, με αφετηρία βάσεις της Τουρκίας, έχει απορριφθεί από τον Ερντογάν, αλλά η γεωπολιτική σε τοπικό επίπεδο έχει πλέον φθάσει σε ένα σημείο καμπής σε σχέση με τους εξεγερμένους στο Ιράκ. Ποτέ πριν έως τώρα, η Ουάσιγκτον και η Άγκυρα δεν χρειάζονταν τόσο πολύ η μια την άλλη με φόντο το Ιράκ.

Παρομοίως, παρά τις αντιθέσεις που έχει η Τουρκία με το Ιράν αναφορικά με τη Συρία και την τουρκική ρήξη με τη Σαουδική Αραβία αναφορικά με την Αίγυπτο, τα άμεσα συμφέροντα της Τουρκίας στο Ιράκ ευθυγραμμίζονται με τις δυο αυτές δυνάμεις σε μια σπάνια ευκαιρία πιθανής περιφερειακής συνεργασίας.


Η φίμωση των μέσων ενημέρωσης στην Τουρκία σχετικά με το θέμα της ομηρίας Τούρκων πολιτών και η χλιαρή απάντηση της κυβέρνησης στο μέτωπο τρομοκρατίας της ISIS, έχουν διαβρώσει σημαντικά την αίσθηση εμπιστοσύνης των Τούρκων στην στρατιωτική ισχύ της χώρας και την εμπιστοσύνη τους στη συμμαχία του ΝΑΤΟ, η οποία παγίως αντιπροσώπευε την απόλυτη εγγύηση ασφάλειας της Άγκυρας.

Για την Τουρκία οι περιπτώσεις της Συρίας και του Ιράκ είναι διαφορετικές. Στην περίπτωση της Συρίας, η Άγκυρα μπορούσε ρίξει ευθύνες στην Ουάσιγκτον για την απραξία του διεθνούς συστήματος που επέτρεψε το χρόνιο αιματοκύλισμα των Σύριων πολιτών και την μετακίνηση περισσότερων του 1 εκ. προσφύγων που μέχρι τώρα έχουν διαβεί τα σύνορα της Τουρκίας. Το Ιράκ είναι διαφορετική περίπτωση, καθώς η Τουρκία μέχρι τώρα ήταν ένα ενεργός παράγοντας από την εποχή του Σαντάμ Χουσεΐν, από την πτώση του και μετά έχει χτίσει συμμαχίες και τώρα θεωρείται ως ένας σημαντικός συνομιλητής στην περιοχή, όχι μόνο από το ομοεθνές Τουρκμενιστάν, ή στους ομόθρησκους σουνίτες, αλλά και από τους Κούρδους. Ως εκ τούτου, η μελλοντική στάση θα κρατήσει έναντι του Ιράκ θα είναι ανάλογη της νέας πολιτικής χάραξης και κατά πόσο αυτή θα έχει προληπτικό ή κατασταλτικό χαρακτήρα.

To περίγραμμα ενός πιθανού “μικρο-κερματισμού” του Ιράκ είναι ευρέως γνωστό και έχει εκτεταμένα συζητηθεί ήδη από το 2006, όταν οι τότε γερουσιαστές Τζο Μπάιντεν και Λέσλι Γκελμπ πρότειναν για πρώτη φορά ένα σχέδιο διαμελισμού του Ιράκ. Έκτοτε, η εσωτερική πολιτική της Τουρκίας έχει αλλάξει, όπως και κάθε πτυχή της εξωτερικής πολιτικής της. Ως εκ τούτου, διαφαίνεται μια νέα ευκαιρία για την Τουρκία στη μετα-Μοσούλη εποχή, όπου οι ανομοιογενείς Ιρακινοί, όπως και οι τοπικές και παγκόσμιες δυνάμεις καλούνται να προχωρήσουν προς μια συνολική διευθέτηση που θα φέρει σταθερότητα στην ταραγμένη περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Αφού η ίδια η Τουρκία προβάλλεται ως σημαντική ηγετική δύναμη στην περιοχή, τα εσωτερικά θέματα της Τουρκίας, και ειδικότερα το κουρδικό της ζήτημα (το οποίο αποτελεί και σημείο κλειδί ως προς το που θα γείρει τελικά το εκλογικό σώμα στις προεδρικές εκλογές) υπαγορεύουν ότι καμία τουρκική κυβέρνηση δεν μπορεί να μένει αδρανής ενόσω αποσυντίθεται το Ιράκ. Μονομερής δράση από την πλευρά της Άγκυρας κρίνεται μάλλον απίθανη, δεδομένου των έως τώρα ενεργειών της και της κυβερνητικής ρητορικής των Τούρκων. Ως εκ τούτου, στο εγγύς μέλλον είναι πιθανότερη μια στενότερη συνεργασία με τις ΗΠΑ και τους συναφείς τοπικούς παράγοντες. Καθώς η Αμερική, με επικεφαλής τον Υπουργό Εξωτερικών Τζον Κέρι, επιδιώκει να συντονίσει μια συμφωνία σε τοπικό επίπεδο, η ενεργή υποστήριξη της Κουρδικής Αυτοδιοίκησης του Ιράκ και των Ιρακινών Σουνιτών, που είχαν μειωμένες πολιτικές εξουσίες υπό την διακυβέρνηση Αλ Μαλίκι, είναι δυο κρίσιμα σημεία που εναρμονίζονται με τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της Τουρκίας στην μετα-Μοσούλη εποχή.

Συνδυάζοντας κατάλληλα την τοπική βούληση και την ενίσχυση του ιρακινού στρατού, η ISIS και οι άλλες παραστρατιωτικές οργανώσεις που απειλούν την Βαγδάτη θα μπορέσουν να συνθλιβούν, αλλά τελικά, ο μόνος τρόπος να επιτευχθεί αυτό συνεπάγεται πολιτικούς συμβιβασμούς από όλες τις πλευρές. Η πραγματικότητα του Ιράν για τους Σιίτες, της Σαουδικής Αραβίας για τους Σουνίτες και της Τουρκίας για τους Κούρδους δεν θα πρέπει απλά να ληφθεί υπόψη, αλλά να συμπεριληφθεί στις διεθνείς συνομιλίες που λαμβάνουν χώρα αυτόν τον καιρό. Στην τελική, αντίθετα με την περίοδο πτώσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εκατό χρόνια πριν, η Τουρκία αυτήν τη φορά, έχει τα μέσα, την ικανότητα και το κίνητρο να είναι μέρος της λύσης αντί να στέκει διαμαρτυρόμενη απλώς για τα προβλήματα στο Ιράκ.

Mετάφραση/Επιμέλεια: OnAlert.gr
Πηγή: Του Joshua Walker WAR ON THE ROCKS

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ:

Οι Patriot μένουν μόνιμα στην Τουρκία

Ελεύθεροι 32 Τούρκοι οδηγοί στο Ιράκ

Ολοκληρώθηκε η διαδικασία μεταφοράς των xημικών της Συρίας

Αμερική & Ιράν Μπορούν να Σώσουν το Ιράκ


 

Στην ίδια κατηγορία

ΣΧΟΛΙΑ


 

Κάντε Like: Onalert.gr στο Facebook