Επιλέξτε Σώμα: Color 1 Color 2 Color 3
Youtube Twitter Facebook Rss

ΑΠΟΨΗ

Η Ελλάδα αναζητά το ρόλο της σε νέο περιφερειακό περιβάλλον - Άρθρο του Δρ Κωνσταντίνου Φίλη

12.05.2013 | 00:01
Γράφει ο Κωνσταντίνος Φίλης*

Αν υπάρχει ένα δίδαγμα από τις τελευταίες εξελίξεις για την ελληνική διπλωματία είναι πως όσο εύκολα χτίζονται οι εθνικοί μύθοι άλλο τόσο εύκολα καταρρέουν. Από τα περισπούδαστα περί στρατηγικής συμμαχίας με το Ισραήλ, αρκούσε μια προσπάθεια αναθέρμανσης των σχέσεων του τελευταίου με την Τουρκία για να σπεύσουν ορισμένοι να ζητήσουν εκ νέου αναθεώρηση της πολιτικής μας στην περιοχή.


ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ ΙΣΡΑΗΛ - ΤΟΥΡΚΙΑΣ

Δεν υπερτιμώ ούτε υποτιμώ την απόπειρα μερικής αποκατάστασης των σχέσεων Άγκυρας-Τελ Αβίβ. Είναι μια εν εξελίξει διαδικασία που θα πάρει χρόνο εφόσον το προηγούμενο διάστημα δημιουργήθηκε ψυχολογικό χάσμα, θα δοκιμαστεί δεδομένων των διϊστάμενων συμφερόντων τους σε μια σειρά από ζητήματα, και το πιθανότερο είναι ότι δεν πρόκειται, τουλάχιστον στο εγγύς μέλλον, να ανατρέψει τις περιφερειακές ισορροπίες. Άλλωστε, η ισραηλινή πλευρά είχε τα προηγούμενα χρόνια εμπεδώσει κλίμα εμπιστοσύνης με συνομιλητές Τούρκους κοσμικούς και στρατιωτικούς, οι οποίοι αυτή την περίοδο βρίσκονται στο περιθώριο. Τους ισλαμιστές και τον Ερντογάν, ακόμη και αν θεωρούνται σχετικά μετριοπαθείς εν συγκρίσει με άλλα στοιχεία του Ισλάμ, δεν μπορούν να τους εμπιστευθούν εξίσου.

Και βέβαια, τα διμερή θα δοκιμαστούν από ευαίσθητους χειρισμούς, όπως η εκπεφρασμένη πρόθεση του Ερντογάν να επισκεφθεί την Λωρίδα της Γάζας -εξέλιξη που μεταξύ άλλων θα προκαλέσει την μήνιν των Αιγύπτιων, εφόσον διαμεσολάβησαν για την εύθραυστη εκεχειρία μεταξύ Χαμάς και Ισραήλ και δεν επιθυμούν να αμφισβητηθεί ο ειδικός τους ρόλος στην περιοχή. Αυτό υπενθυμίζει τους περιορισμούς που προκύπτουν για τις σχέσεις Τουρκίας-Ισραήλ-Αιγύπτου λόγω της «απλωμένης» και διευρυμένης ατζέντας της Άγκυρας και δη της προσπάθειάς της να εξελιχθεί σε ηγέτιδα δύναμη των Μουσουλμάνων, από τα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή έως ακόμη και την Αφρική (βλ. Σομαλία) αλλά και την Ασία (βλ. προ τεσσάρων ετών υψηλοί τόνοι απέναντι στην Κίνα για το θέμα των Ουιγούρων της Ξινγιάνγκ).

Από εκεί και πέρα, σοβαρά κράτη, όπως το Ισραήλ, δεν προσεγγίζουν τις σχέσεις τους με λογικές αμοιβαίου αποκλεισμού, δηλαδή πως η βελτίωση των σχέσεων με την Τουρκία περνάει μέσα από το πάγωμα των αντίστοιχων με την Ελλάδα και την Κύπρο. Και ακόμη και αν δεχτούμε πως οι Ισραηλινοί μάς χρησιμοποίησαν για να πιέσουν τους Τούρκους, αυτό αποτελεί μια ευρέως διαδεδομένη τακτική στις διεθνείς σχέσεις. Μακάρι και εμείς να παραδειγματιζόμασταν και να επιδεικνύαμε αντίστοιχη ευελιξία αντί να υποτάσσουμε τις σχέσεις μας σε λογικές μηδενικού αθροίσματος ή σε παλαιολιθικές αντιλήψεις ότι για να είμαστε αρεστοί στη χώρα Α πρέπει να μην αναπτύσσουμε τις επαφές μας με τη χώρα Β.

Η συνεργασία Άγκυρας-Τελ Αβίβ στον οικονομικό τομέα θα επανακτήσει τη δυναμική της. Θα λάβουν χώρα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και ενδεχομένως θα δούμε ανάκαμψη του τουριστικού ρεύματος Ισραηλινών προς την Τουρκία. Όμως, η όποια δυναμική στην ενεργειακή συνεργασία μετριάζεται, κυρίως από το γεγονός ότι η γείτων χώρα δεν νοείται ούτε αξιόπιστη, ούτε προβλέψιμη, ούτε προσανατολισμένη στις ανάγκες της Ευρώπης.

Όλα αυτά, αν υποθέσουμε ότι το Ισραήλ επιδιώξει να εξάγει μέρος των ενεργειακών ποσοτήτων του στην ΕΕ, λειτουργούν αποτρεπτικά για την επιλογή της τουρκικής οδού. Αν, μάλιστα, προσθέσουμε τον εύλογο σκεπτικισμό πολλών εντός και εκτός Ευρώπης για τις συνέπειες μετεξέλιξης της Άγκυρας σε ενεργειακό «πνεύμονα» της Γηραιάς Ηπείρου, αντιλαμβανόμαστε ότι η κύρια χρησιμότητά της για το Ισραήλ και τους λοιπούς παραγωγούς της περιοχής συνίσταται στο μέγεθος και τη δίψα της αγοράς της και όχι στον ρόλο της ως δυνητικού κόμβου. Σε αυτή την περίπτωση, το όφελος για Ισραηλινούς και Τούρκους θα είναι αμοιβαίο. Οι μεν πρώτοι θα μπορούν να διαθέσουν το αέριό τους σε μια μεγάλη γειτονική αγορά και οι δεύτεροι να απορροφήσουν ποσότητες σε χαμηλότερες τιμές από όσο τις προμηθεύονται αυτή τη στιγμή από την Ρωσία και το Αζερμπαϊτζάν.


Η τροφοδοσία, πάντως, της ευρωπαϊκής αγοράς μέσω αγωγού που θα διέρχεται την τουρκική επικράτεια είναι μια σύνθετη απόφαση με αρκετές παραμέτρους όπως: οι οικονομίες κλίμακας, η ρευστότητα των διμερών σχέσεων, η προβλεψιμότητα και η αξιοπιστία των εμπλεκόμενων πλευρών, ο περιορισμός του ρίσκου που θα ελκύσει το ενδιαφέρον εταιρειών που θα διευκολύνουν χρηματοδοτικά στην υλοποίηση, ο περιορισμός ενδεχόμενων νομικών κωλυμάτων, η διεύρυνση των εναλλακτικών αντί της δημιουργίας νέων ολιγοπωλίων (είτε προμηθευτών είτε διαμετακομιστών). Όλα αυτά θα προσμετρηθούν στην τελική απόφαση, καθότι ένας προμηθευτής δεν ορίζει μόνος του τις τύχες ενός project, αλλά καλείται να το ενσωματώσει σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο με την αγορά ενέργειας να επιζητά βεβαιότητες και διασφαλίσεις για αδιάλειπτη ροή του προϊόντος. Οι προτεινόμενες διαδρομές περιπλέκουν περαιτέρω την κατάσταση. Ο αγωγός θα πρέπει να διασχίσει στη μια περίπτωση το έδαφος Λιβάνου και Συρίας, ενώ στην άλλη να διέλθει από τα κυπριακά χωρικά ύδατα. Και στα δύο ενδεχόμενα, υπάρχουν σημαντικά, αν όχι ανυπέρβλητα, εμπόδια που πολλαπλασιάζουν το ρίσκο μιας τέτοιας επιλογής.

Επιπρόσθετα, θα θελήσει, άραγε, το Ισραήλ να ενισχύσει εμμέσως την Τουρκία (που επιδιώκει την περιφερειακή ηγεμονία) δίνοντάς της πρόσβαση στις πηγές ενέργειας της περιοχής; Ή εκτιμούν οι διαχρονικά καχύποπτοι Ισραηλινοί ότι η ενεργειακή συνεργασία με την Τουρκία θα κατευνάσει τις βλέψεις της, χάριν της εμπέδωσης ενός κλίματος εμπιστοσύνης; Και πώς συνδέονται στην ευρύτερη εξίσωση οι ήδη προχωρημένες συνέργειες με την Κύπρο αλλά και η δυναμική που αναπτύχθηκε τα τελευταία τρία χρόνια με την Ελλάδα, που προσφέρει στο Τελ Αβίβ το απαιτούμενο στρατηγικό βάθος;


ΤΟ ΙΣΡΑΗΛ ΠΡΟ ΚΡΙΣΙΜΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ

Οι τελικές αποφάσεις της ισραηλινής κυβέρνησης πιθανότατα θα ληφθούν σε περίπου ένα χρόνο, και πάντως όχι άμεσα. Άρα, η δημοσιοποίηση απόψεων από διάφορους κύκλους είναι είτε φιλολογική είτε εντάσσεται στη λογική υποστήριξης (lobbying) συγκεκριμένων σχεδίων είτε αποτελεί ευσεβή πόθο, εντούτοις, δεν δεσμεύει κανέναν. Εδώ και καιρό έχει ανοίξει εντός του Ισραήλ μια έντονη δημόσια συζήτηση για το τι συμφέρει περισσότερο τη χώρα.

Α. Να κρατήσει τη συντριπτική πλειοψηφία της παραγωγής του για εγχώρια κατανάλωση ώστε αφενός να αναπτύξει καθαρότερες μορφές ενέργειας (αλλάζοντας το ενεργειακό του μείγμα υπέρ του αερίου), αφετέρου να εκμηδενίσει την εξάρτησή του από εισαγωγές από κράτη που δεν είναι πάντα επαρκώς αξιόπιστα για το δυνατόν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα;

Β. Να εξάγει σχετικά περιορισμένες ποσότητες αερίου στα γειτονικά κράτη προκειμένου να τα «εξευμενίσει», εφόσον προτάξουν το κοινό όφελος της συνεργασίας; Πρώτοι υποψήφιοι είναι η Ιορδανία και η Παλαιστινιακή Δυτική Όχθη (μικρές ποσότητες που δεν ξεπερνούν τα 2 δισ. Κυβικά μέτρα ετησίως), ενώ έπονται η Τουρκία, και -υπό προϋποθέσεις- ακόμη και η Αίγυπτος. Υπενθυμίζεται ότι το 40% του αερίου που κατανάλωνε το Ισραήλ προερχόταν μέχρι πρόσφατα από το Κάιρο. Η αδιάλειπτη από τη δεκαετία του 1980 τροφοδοσία, ωστόσο, διακόπηκε πριν μερικούς μήνες, στον απόηχο συνεχών βομβιστικών επιθέσεων στο δίκτυο αγωγών αλλά και λόγω σχετικής απόφασης της κρατικής εταιρείας της Αιγύπτου. Πλέον υπάρχουν δύο νέα δεδομένα, από τη μια η έναρξη λειτουργίας του ισραηλινού πεδίου Tamar που διοχετεύει τις ποσότητές του στην ισραηλινή αγορά και από την άλλη η καθίζηση της αιγυπτιακής οικονομίας που καθιστά σχεδόν απαραίτητη την επαναλειτουργία του αγωγού αερίου προς το Ισραήλ. Συνέπεια αυτών, οι διαπραγματεύσεις θα γίνουν σε νέα, επωφελέστερη για το Τελ Αβίβ, βάση.

Γ. Να εξαχθούν ποσότητες προς την Ευρώπη είτε μέσω αγωγού είτε με τη μορφή LNG (υγροποιημένου φυσικού αερίου); Η υφεσιακή πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας προβληματίζει ως προς τη ζήτηση αλλά και την μερικώς αναγκαστική πτώση των τιμών

Δ. Να τροφοδοτηθεί η διψασμένη ασιατική αγορά με υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG); Η σχετικά μεγάλη απόσταση σε συνάρτηση με τον ανταγωνισμό από χώρες με τεράστιες παραγωγικές δυνατότητες (όπως το Κατάρ) και ανερχόμενες δυνάμεις, όπως η Αυστραλία, δυσχεραίνουν το εν λόγω εγχείρημα.
Και στα δύο ενδεχόμενα εξαγωγής LNG, η Κύπρος, τουλάχιστον μέχρι πρότινος, φάνταζε ως ο ιδανικός προορισμός για την υγροποίηση του ισραηλινού αερίου. Το Τελ Αβίβ, χωρίς να έχει αναθεωρήσει τις θέσεις του, φαίνεται να σκέπτεται εκ νέου τα οφέλη μιας τέτοιας επιλογής. Πάντως, και λόγω των οικονομικών δυσχερειών της Κυπριακής Δημοκρατίας, σε περίπτωση που δεν συμπεριληφθεί ισραηλινό φυσικό αέριο, η προοπτική δημιουργίας τερματικού σταθμού LNG αποκλειστικά για τη διαχείριση των ποσοτήτων της Κύπρου, αυτή τη στιγμή δεν συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες.

Προκειμένου να έχουμε μια τάξη μεγέθους για τις δυνατότητες της Ανατολικής Μεσογείου, βάσει των υφιστάμενων ευρημάτων –που προφανώς θα αναθεωρηθούν προς τα πάνω- Ισραήλ και Κύπρος διαθέτουν περίπου 950 και 500 δισ. κυβικών μέτρων αερίου προς κατανάλωση και διάθεση σε βάθος χρόνου. Όταν, λοιπόν, η Ρωσία παράγει άνω των 600 δισ. κυβικών μέτρων αερίου ετησίως, είναι αντιληπτή η τεράστια διαφορά δυναμικότητας. Από την άλλη, η αναμονή ανακαλύψεων νέων κοιτασμάτων σε Κύπρο και Ισραήλ, καθώς και η δραστηριοποίηση της Ελλάδας (αλλά εσχάτως και του Λιβάνου), με τον εύλογο προσανατολισμό της Αιγύπτου επίσης προς την αναζήτηση νέων πηγών που θα διευκολύνουν τη διαχείριση της οικονομικής της κρίσης, αποτελούν ενθαρρυντικούς παράγοντες για την ανάδειξη της Ανατολικής Μεσογείου σε συμπληρωματική –ή ακόμη και καθοριστική- συνισταμένη της ενεργειακής εξίσωσης.

Η ΕΛΛΑΔΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΙΣ ΝΕΕΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ

Εντούτοις, για να αποτρέψουμε δυσμενείς για τον ευρύτερο ελληνισμό καταστάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, οφείλουμε αφενός να καταστούμε χρήσιμοι για τους ισχυρούς δρώντες (εντός και εκτός περιοχής), αφετέρου να «δέσουμε» τις σχέσεις μας υπό το κοινό συμφέρον, που ποικίλει ανάλογα την περίπτωση. Δεν μπορεί να δεχόμαστε στωικά το γεγονός ότι η Τουρκία συνομιλεί σχεδόν με όλες τις μεγάλες δυνάμεις τόσο για διεθνή όσο και περιφερειακά ζητήματα, πολύ περισσότερο από τη στιγμή που πιθανόν να θελήσει να εξαργυρώσει τις υπηρεσίες της με ανταλλάγματα στο Κυπριακό και τα Ελληνοτουρκικά.

Πρέπει, αφού εντοπίσουμε τα σημεία ενδιαφέροντος, να δούμε επισταμένως το πώς εμείς μπορούμε να προσφέρουμε (ασφαλώς με το γεωπολιτικό αζημίωτο) τις υπηρεσίες μας, εξελισσόμενοι σε μέρος της λύσης προβλημάτων που ταλανίζουν την περιφέρεια αντί σε μέρος του ίδιου του προβλήματος.
Και αν η χρησιμότητα της γειτονικής Τουρκίας είναι αδιαμφισβήτητα μεγαλύτερη της δικής μας σε θέματα όπως η Συρία και το Ιράν, στο ενεργειακό ζήτημα (και τις προεκτάσεις του) η Ελλάδα πρέπει να αποκτήσει λόγο και ρόλο. Να αναλάβει πρωτοβουλίες με ευρωπαϊκό πρόσημο, καταδεικνύοντας αφενός την προσήλωσή της στις ανάγκες της Ένωσης, αφετέρου την ικανότητά της να συν-διαμορφώνει τις περιφερειακές εξελίξεις προς όφελος της ΕΕ. Εντός του εν λόγω πλαισίου θα πρέπει να αναδείξει τη σημασία τής Ανατολικής Μεσογείου για την ασφάλεια τροφοδοσίας της Ευρώπης και να «κουμπώσει» σε αυτή την προοπτική τον καθοριστικό ρόλο Κύπρου και Ελλάδας, τόσο χάριν της ωριμότητας επιχειρηματικών σχεδίων όσο και της ευρωπαϊκής τους ταυτότητας.

Η προχωρημένη συνεργασία ενός κράτους-μέλους, όπως η Κύπρος, σε πρώτη φάση με το Ισραήλ και ακολούθως με άλλα κράτη της περιοχής (π.χ. Λίβανος), καθιστά την Κύπρο έναν ελκυστικό προμηθευτή, ενώ η «προβλέψιμη» Ελλάδα αποδυναμώνει αισθητά τον μονοπωλιακό ρόλο της Τουρκίας ως κόμβου μεταφοράς για όλα τα μη ρωσικά σχέδια του νότιου ευρωπαϊκού ενεργειακού διαδρόμου, δημιουργώντας μια περισσότερο αξιόπιστη εναλλακτική διαδρομή για τη διαμετακόμιση αερίου.

Η Ελλάδα πρέπει να προωθήσει την πρόταση για τις κατά το δυνατόν μεγαλύτερες συγκλίσεις μεταξύ των κρατών της περιοχής, ως προαπαιτούμενου για την προσέλκυση των αναγκαίων κεφαλαίων και της απαραίτητης τεχνογνωσίας, χωρίς, όμως, εκπτώσεις στα εθνικά θέματα. Στην πορεία επίτευξης συνεργειών, η Αθήνα πρέπει να είναι σε θέση οδηγού, αξιοποιώντας στο έπακρο όλα τα πλεονεκτήματά της ως έντιμου διαμεσολαβητή. Δεν θα λύσει το Παλαιστινιακό ή το Κυπριακό αλλά μπορεί να συμβάλει στην εξομάλυνση των προβληματικών σχέσεων μεταξύ κρατών της περιοχής.

Η Ελλάδα πρέπει να κινηθεί υπερβατικά και πέρα από αποκλεισμούς, ώστε να μη δώσει άλλοθι σε όποιους επιθυμούν να αυτοαποκλειστούν, να το πράξουν επιχειρηματολογώντας σε βάρος της. Συνάμα, οφείλει να εκθέσει σε όλα τα επίπεδα τα κράτη που προσπαθούν να ενισχύσουν τις θέσεις τους δια της αποσταθεροποίησης ή της απειλής αλλαγής του status quo αν δεν γίνουν σεβαστές οι επιθυμίες τους. Όταν μιλούμε για την ανάγκη ομαλοποίησης της κατάστασης, ασφαλώς δεν πρέπει να εννοούμε μια ευκαιριακή διαδικασία με συγκεκριμένους αποδέκτες αλλά μια συνολικά –και έμπρακτα- καλή διάθεση ουσιαστικής αποκλιμάκωσης χωρίς τελεσίγραφα και ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα.

Αναρωτιέμαι, συνεπώς, κατά πόσο εντάσσονται σε αυτή τη λογική οι κυρώσεις σε βάρος εταιρειών που «διανοήθηκαν» να δραστηριοποιηθούν στους διαγωνισμούς της μόνης νόμιμης και καθολικά αναγνωρισμένης κρατικής οντότητας, ή η έμπρακτη συστηματική αμφισβήτηση της κυριαρχίας τρίτων κρατών μέσω της απόπειρας δημιουργίας τετελεσμένων; Έτσι, άραγε, οραματίζονται οι ΗΠΑ την εξισορρόπηση των διαφορών προκειμένου να αποφύγουν κλυδωνισμούς που θα θέσουν σε αμφισβήτηση την ικανότητά τους να ορίζουν τα δρώμενα; Με τρόπο που το συμφέρον των κείμενων κρατών περνάει μέσα από την «αναγκαστική» συνεννόηση με την Τουρκία, μόνο και μόνο επειδή η τελευταία αναδεικνύεται εκ νέου σε κρίσιμη μεταβλητή για την εξυπηρέτηση των σχεδιασμών της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής;

Μια –η μοναδική προς το παρόν- υπερδύναμη κινδυνεύει να υπονομεύσει τα συμφέροντά της αν κινείται και δρα με οπορτουνιστικούς όρους, αν δημιουργεί αίσθημα άδικης μεταχείρισης έναντι των συμμάχων της και δη από τη στιγμή που ενισχύει τις αβεβαιότητες, περιφρονώντας άλλους εταίρους της στην περιοχή, τα συμφέροντα των οποίων πλήττονται από το «ελευθέρας» που αυτή προσφέρει στην Άγκυρα. Αλήθεια, η καλοπροαίρετη Τουρκία σε τι προτίθεται να υποχωρήσει έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου προκειμένου να κάνει το χατίρι των Αμερικανών που μοιάζουν να επιζητούν νέα μοντέλα συνεργασίας;

Αυτό πρέπει εγκαίρως και ανερυθρίαστα να το γνωστοποιήσουμε στην Ουάσιγκτον, προτού αναγκαστούμε να αναθεωρήσουμε τη δική μας πολιτική στην περιοχή, ακόμη και αν έτσι διχάσουμε τους εταίρους μας, που ασφαλώς δεν επιθυμούν να ανοίξουν ένα ακόμη μέτωπο ενός, έτσι και αλλιώς, δοκιμαζόμενου εταίρου. Άλλωστε, σε περίπτωση που καλλιεργηθεί η εικόνα ενός περιφερειακού κενού ασφαλείας, με κάποιον τρόπο και από κάποιους αυτό θα πρέπει να καλυφθεί.

Ο ΠΑΡΑΓΩΝ ΧΡΟΝΟΣ

Δεν θα πρέπει να λησμονούμε, μολαταύτα, τον παράγοντα χρόνο. Και η Ανατολική Μεσόγειος των τόσων αβεβαιοτήτων δεν έχει άπλετο χρόνο, αφού ο ανταγωνισμός θα ενταθεί και νέες μορφές ενέργειας θα αναδυθούν, αλλάζοντας, ενδεχομένως τον ενεργειακό χάρτη. Επί παραδείγματι, η νέα (παρότι αμφιλεγόμενη) μορφή ενέργειας του σχιστολιθικού αερίου, η πλήρης ενεργειακή αυτονόμηση των ΗΠΑ καθώς και η διαφαινόμενη δυνατότητά τους να εξάγουν σχιστολιθικό αέριο σε άκρως ανταγωνιστικές τιμές και η ενίσχυση των επενδύσεων για την εξεύρεση νέων πεδίων ανά τον κόσμο αφαιρούν από τις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου τη χρονική πολυτέλεια να εκμηδενίσουν τα προβλήματα που ταλανίζουν τις σχέσεις τους ή να καθυστερήσουν τις αποφάσεις τους. Η ομαλοποίηση των σχέσεων, αν γίνει πάνω σε σωστές και δίκαιες βάσεις, και μακριά από εκβιαστικές λογικές, ακόμη και αν δεν λύσει διαχρονικά ζητήματα (π.χ. Κυπριακό) είναι καλοδεχούμενη.

Από την άλλη, εκεί που υπάρχει ωριμότητα στα εν εξελίξει σχέδια, αυτά θα πρέπει να προχωρήσουν χωρίς χρονοτριβή με τους περισσότερο πρόθυμους για συνέργειες. Είναι ξεκάθαρο πως τα πρόσφατα ευρήματα, πολλώ δε μάλλον αυτά που διαμοιράζονται σε αναγνωρισμένες θαλάσσιες ζώνες, μπορούν κατά το πρότυπο συνεκμετάλλευσης Κύπρου-Ισραήλ (στο οικόπεδο 12, «Αφροδίτη») να εξελιχθούν σε εργαλείο εμπέδωσης μιας συνεργατικής λογικής, ενοποιώντας τα συμφέροντα. Για αυτούς, όμως, που έχουν ατζέντα μηδενικού αθροίσματος, οι ίδιες οι εξελίξεις θα τους θέσουν στο περιθώριο. Τα εθνικά οφέλη δεν είναι μονοδιάστατα. Άλλο κράτος θα προσφέρει ποσότητες υδρογονανθράκων στην αγορά, άλλο θα διαμετακομίσει το προϊόν, ένα τρίτο θα διασφαλίσει καλύτερες τιμές εισαγωγής λόγω γειτνίασης, ενώ ένα τέταρτο θα μπορούσε να φιλοξενήσει υποδομές και αποθηκευτικούς χώρους εντός της επικράτειάς του. Ο κοινός παρανομαστής σε μια τέτοια περίπτωση είναι η κοινή μοίρα που εύλογα θα αφυδατώσει τις φιλοδοξίες όποιων επιθυμούν να αμφισβητήσουν το νέο ενεργειακό status quo της περιοχής.

*Ο δρ Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής Ερευνών του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Το άρθρο του δημοσιεύθηκε στο foreignaffairs.gr 

 

ΣΧΟΛΙΑ


 

Κάντε Like: Onalert.gr στο Facebook