Επιλέξτε Σώμα: Color 1 Color 2 Color 3
Youtube Twitter Facebook Rss

ΑΠΟΨΗ

Ο Σαμαράς στις ΗΠΑ - Τι να περιμένουμε και τι όχι

15.07.2013 | 00:31
Γράφει ο
Κωνσταντίνος Φίλης*

Η επικείμενη επίσκεψη Σαμαρά στην Ουάσιγκτον, μετά από πολύμηνες ανεπιτυχείς προσπάθειες της ελληνικής πλευράς, σηματοδοτεί την επιθυμία των ΗΠΑ να στηρίξουν την Ελλάδα σε μία κρίσιμη καμπή, τόσο εσωτερικά, όσο και περιφερειακά αλλά και ευρωπαϊκά.

Παραμένει, βέβαια, ερώτημα γιατί ο Αμερικανός πρόεδρος απέφευγε μέχρι σήμερα να απευθύνει πρόσκληση στον Έλληνα πρωθυπουργό. Και, μάλιστα, σε μία περίοδο που η Ουάσιγκτον απέδιδε ολοένα και αυξανόμενο ρόλο και λόγο στη γείτονα. Oι ΗΠΑ ισορροπούν –έστω στους τύπους- τη στάση τους στην περιοχή, μετά από ένα διάστημα έντονης φιλοτουρκικής στάσης και, ενδεχομένως, αναμένουν από εμάς να πράξουμε ανάλογα σε σχέση με την εμφανή πρόσδεσή μας στο γερμανικό άρμα.

Και ναι μεν η θέση της Τουρκίας για μία σειρά από ζητήματα (Συρία, Ιράν, Ιράκ, μουσουλμανικός κόσμος, Κουρδικό, σχέσεις με Ισραήλ) είναι δεσπόζουσα, εντούτοις με ελάχιστες εξαιρέσεις απέχει απ’το να χαρακτηριστεί εποικοδομητική. Επιπρόσθετα, ο Ομπάμα, που φαίνεται να έχει ιδιαίτερη προσωπική συμπάθεια για τον Ερντογάν, κατά το παρελθόν δεν ήταν διατεθειμένος να τον ενθαρρύνει στην υιοθέτηση μίας πιο υπεύθυνης στάσης, ειδικά στις σχέσεις με Ελλάδα και Κύπρο. Όμως, η αμετροέπεια του Ερντογάν στην εξωτερική πολιτική δημιούργησε νέα μέτωπα για τις ΗΠΑ, σε μία περίοδο που επιθυμούν τη μερική τους αποστασιοποίηση από την περιοχή, ενώ η διαχείριση της εσωτερικής κρίσης έπληξε την εικόνα του, εγείροντας ερωτηματικά για τις πραγματικές του προθέσεις.

Η πτώση Μόρσι στην Αίγυπτο ανέδειξε, με τη σειρά της τα όρια της ανάπτυξης καθεστώτων μίας δήθεν μετριοπαθούς ισλαμικής αντίληψης και συνάμα δημιούργησε δεύτερες σκέψεις στους Αμερικανούς για την αναγκαιότητα υποστήριξης τους.
Το ρευστό περιφερειακό περιβάλλον χαρακτηρίζεται από την ανοιχτή πληγή της Συρίας, το φόβο εξαγωγής της κρίσης στο Λίβανο (ενδεχομένως και στην Ιορδανία), την ανησυχία για τις εξελίξεις στην Αίγυπτο, που πιθανότατα θα γεννήσουν νέα εξτρεμιστικά στοιχεία από τους κόλπους των Αδελφών Μουσουλμάνων, την άτεγκτη στάση Ιράν και Ισραήλ γύρω απ’το πυρηνικό πρόραμμα του πρώτου, την επιστροφή του Ιράκ στην αστάθεια, την οπισθοδρόμηση της Τουρκίας, και τις αβεβαιότητες για την πορεία των χωρών του ευρωπαϊκού νότου. Εντός αυτού του ασφυκτικού πλαισίου, η «προβληματική» και δοκιμαζόμενη Ελλάδα, παρότι δεν φαντάζει πια ως χρήσιμος εταίρος, εντούτοις, αποκτά αξία από το ό,τι νοείται ως ταλαντευόμενη περίπτωση, η τύχη της οποίας μπορεί να γύρει την πλάστιγγα είτε προς δυσμενέστερες εξελίξεις με τη δημιουργία κενού ασφαλείας στην περιοχή, είτε προς τη σταδιακή αποκλιμάκωση της κατάστασης, τουλάχιστον στο ευρωπαϊκό κομμάτι της Μεσογείου.

Η επιλογή του Διαδρατικού Αγωγού (TAP), ο οποίος ανοίγει το Νότιο Ευρωπαϊκό ενεργειακό διάδρομο, με απώτερο στόχο τον περιορισμό της εξάρτησης από τη Ρωσία, θεωρήθηκε από τους Αμερικανούς μία θετική εξέλιξη και, κατ’ επέκταση, συνέβαλε στη βελτίωση του κλίματος. Αυτό που, βέβαια, βοήθησε περισσότερο ήταν αφενός η διαφαινόμενη απόκτηση του ΔΕΣΦΑ από την αζέρικη Socar, αφετέρου και κυρίως η αποχώρηση της Gazprom από το διαγωνισμό για τη ΔΕΠΑ. Ως προς την τελευταία, η συμμετοχή εταιρειών με δεσμούς με τις ΗΠΑ (π.χ. από το Κατάρ) δεν αποκλείεται.
Αυτό, πιθανότατα, θα είναι και το μοντέλο συνεισφοράς των Αμερικανών στο κύμα ιδιωτικοποιήσεων, αν βέβαια το επιτρέψουν οι συνθήκες: η προτροπή σε επενδυτές τρίτων κρατών να μετάσχουν της διαδικασίας.

Το ζήτημα της ονομασία της FYROM επανέρχεται, κυρίως, λόγω του μπλοκαρίσματος εισόδου της χώρας στο ΝΑΤΟ. Αν μη τι άλλο, πρέπει να αναλογιστούμε αν μετά από δύο δεκαετίες η στάση μας χρήζει αναθεώρησης, να αναρωτηθούμε γιατί κάθε νέα πρόταση είναι χειρότερη της προηγούμενης και αν εν τέλει αξίζει η εξάντληση του διπλωματικού μας κεφαλαίου για την ονομασία, ενώ τα εθνικά μας συμφέροντα υποχωρούν σχεδόν παντού. Μετά από σειρά πετυχημένων διορισμών, η τοποθέτηση του Παναγιώτη Ψωμιάδη στη θέση ειδικού απεσταλμένου θα δώσει την πολυπόθητη λύση!

Μεγάλη κινητικότητα παρατηρείται και στο Κυπριακό. Εδώ πρέπει οπωσδήποτε να αποσυνδέσουμε την εκμετάλλευση των όποιων κοιτασμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας με τη λύση του Κυπριακού. Η ωριμότητα των συνθηκών επίλυσης δεν προσδιορίζεται ούτε από την πρόσφατη οικονομική κρίση της Μεγαλονήσου, ούτε από την εξέρευση υδρογονανθράκων (που είναι αποκλειστικό θέμα της Κύπρου το πώς θα τους διαχειρισθεί), ούτε από την αναγκαστική συνεκμετάλλευση, όπως επιδιώκει η Τουρκία, ούτε πολύ περισσότερο από τη δημιουργία κλίματος δυνητικής αποσταθεροποίησης λόγω των απειλών της Άγκυρας. Άλλωστε, πολλές εταιρείες διεθνούς εμβέλειας συμμετέχουν ήδη, και θα συνεχίσουν να το κάνουν στην αξιοποίηση των κυπριακών αποθεμάτων, αναιρώντας εν τοις πράγμασοι τους τουρκικούς σχεδιασμούς και εκβιασμούς.

Οι Αμερικανοί αντιλαμβάνονται καλύτερα από τους Ευρωπαίους τι θα συνεπαγόταν για τα συμφέροντά τους και την ευρύτερη περιφέρεια αν η Ελλάδα μετεξελίσσονταν σε «μαύρη τρύπα». Η απομάκρυνση από τους δημοσιονομικούς στόχους, οι ανεδαφικές απαιτήσεις της Τρόικας που μας βυθίζουν στην ύφεση, και η αδυναμία/απροθυμία υλοποίησης στοιχειωδών υποχρεώσεων, καταδεικνύουν το ασταθές εγχώριο περιβάλλον και αργά η γρήγορα -ορίζοντας οι γερμανικές εκλογές- θα επαναφέρουν τα πλέον καταστροφικά σενάρια για τη χώρα.
Πιθανολογώ πως οι ΗΠΑ θα επιδιώξουν να προλάβουν σε κάποιο βαθμό τις εξελίξεις. Συνεπώς, θα προσφέρουν στήριξη στις προσπάθειες της κυβέρνησης, θα επιχειρήσουν να διατηρήσουν το ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα διάσωσης, θα συνεχίσουν να ασκούν έμμεση πίεση προς τη Γερμανία να αλλάξει πολιτική (δεδομένου πως η ευρωπαϊκή κρίση λόγω αλληλεξάρτησης επιδρά και στην αμερικανική οικονομία), ενισχύοντας έτσι μερικώς τη θέση της Ελλάδας εντός της ευρωπαϊκής οικογένειας.
Δεν θα πρέπει, ωστόσο, να λησμονούμε πως μέχρι σήμερα οι πιέσεις των ΗΠΑ σε μία σειρά από ζητήματα –π.χ. περιορισμός λιτότητας- δεν έχουν αποδώσει τα αναμενόμενα αποτελέσματα, ενώ το πρόσφατο ταξίδι Ομπάμα στο Βερολίνο επιβεβαίωσε πως η Ουάσιγκτον θεωρεί σχεδόν αποκλειστικό της συνομιλητή (ίσως και το μεγαλύτερο μέρος του προβλήματος) από πλευράς ΕΕ τη Γερμανία.

*Ο Κωνσταντίνος Φίλης είναι Διεθνολόγος και Διευθυντής Ερευνών του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.
aixmi.gr



 

Στην ίδια κατηγορία

ΣΧΟΛΙΑ


 

Κάντε Like: Onalert.gr στο Facebook