Επιλέξτε Σώμα: Color 1 Color 2 Color 3
Youtube Twitter Facebook Rss

Διεθνή

H Ρωσία πληρώνει με τον Καύκασο την εμπλοκή της σε Συρία και Ουκρανία

22.04.2016 | 20:00
 Η Ρωσία κινδυνεύει να χάσει μέρος τη επιρροής της στον Καύκασο, εκτιμά η ερευνήτρια του Ινστιτούτου Διεθνών σχέσεων Uliana Artamonova.

Αναλύοντας την γεωπολιτική κατάσταση στην περιοχή του Καυκάσου, εκτιμά ότι η Ρωσία δέχεται πιέσεις λόγω οικονομικών προβλημάτων και της εμπλοκής της στις συγκρούσεις στην Ουκρανία και τη Συρία.

Ταυτόχρονα, υποστηρίζει, η ενεργοποίηση των δραστηριοτήτων άλλων δυνάμεων στην περιοχή μπορεί να αποτελεί μία απειλή για την ασφάλεια και σταθερότητα των κρατών που βρίσκονται εκεί επειδή η ύπαρξη των παγωμένων εθνοτικών συγκρούσεων μαζί με την αντίδραση τις Ρωσία προς τις προσπάθειές εκτοπισμού της από την θέση δεσπόζουσας χώρας στην περιφέρεια μπορούν να οδηγήσουν στην έξαρση βίας.

Το πλήρες κείμενο της ανάλυσης είναι το ακόλουθο:

Το τέλος του 20ου αιώνα χαρακτηρίστηκε από τη διαδικασία της δημιουργίας μιας νέας παγκόσμιας τάξης, η οποία οδήγησε στις νέους ελιγμούς των διαφόρων δυνάμεων, ανάλογα με τα εθνικά και γεωπολιτικά συμφέροντα τους. Έγιναν βαθιές αλλαγές στον πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό τομέα. Στον κόσμο υπάρχουν τουλάχιστον δέκα περιοχές δυνητικά επικίνδυνες ως προς την σύγκρουση. Μεταξύ αυτών σε μία από τις πρώτες θέσεις στην λίστα περισσότερα από δέκα χρόνια βρίσκεται η περιοχή του Καύκασου. Τα γεωγραφικά όρια, το μέγεθος της οικονομικής και δημογραφικής προοπτικής, οι φυσικοί και πνευματικοί πόροι δεν επιτρέπουν στη Ρωσία να μείνει μακριά από την γεωπολιτική αντιπαλότητα στην περιοχή του Καυκάσου. Εκεί τα ρωσικά συμφέροντα συμπίπτουν με τα συμφέροντα της Δύσης, των Ηνωμένων Πολιτείων και του ισλαμικού Νότου.

Ο Καύκασος δεν είναι μόνο ένα φυσικό γεωγραφικό σύνορο μεταξύ των περιφερειών, η παλαιότερη αρτηρία μεταφοράς που συνδέει τις δύο ηπείρους, αλλά και μια πηγή των στρατηγικών φυσικών ενεργειακών πόρων - πετρελαίου και φυσικού αερίου. Δεδομένου ότι στις νέες γεωπολιτικές συνθήκες, ο διαχωρισμός των σφαιρών επιρροής στον κόσμο βασίζεται στην απόκτηση πλήρους ελέγχου των φυσικών πόρων, γεωστρατηγικών και ναυτικών διαδρομών, ένας από τους στρατηγικούς στόχους των μεγάλων δυνάμεων του κόσμου είναι ο εκτοπισμός των αντιπάλων μακριά από τις περιοχές όπως Μεσόγειος, Εύξεινος Πόντος, Καύκασος και Κασπία. Για παράδειγμα, παρατηρούνται οι προσπάθειες μετατροπής των διαθεσίμων ρωσικών αγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου σε μη ανταγωνιστικούς και δαπανηρούς μέσω της δημιουργίας των εναλλακτικών αρτηριών μεταφοράς φθηνών πρώτων υλών από το Καζακστάν, το Αζερμπαϊτζάν, το Ιράν προς την Ευρώπη και την Αμερική.

Η ρωσική πολιτική έναντι των χωρών του Νοτίου Καυκάσου κατά τη διάρκεια των 20 χρόνων της ανεξάρτητης ύπαρξής τους έχει υποστεί μια σύνθετη εξέλιξη, η οποία αντανακλά σε μεγάλο βαθμό τα διάφορα στάδια του σχηματισμού της μετα-κομμουνιστικής Ρωσίας ως ενός νέου κράτους, την αλλαγή των αντιλήψεων της κυβέρνησης για τον ρόλο της χώρας στον κόσμο και στην γεωγραφική περιφέρεια. Η πολιτική αυτή έχει επηρεαστεί από ένα ευρύ φάσμα διαφορετικών παραγόντων - ιδεολογικών, στρατιωτικά-στρατηγικών, οικονομικών. Την έχουν επηρεάσει οι διαφορές στις απόψεις και στα συμφέροντα της πολιτικής ελίτ της Ρωσίας και οι αλλαγές των προτεραιοτήτων της εξωτερικής πολιτικής της, όσο σε παγκόσμιο τόσο και σε περιφερειακό επίπεδο. Παρ 'όλα αυτά βασική προτεραιότητα όπως ήταν και στις ημέρες της τσαρικής αυτοκρατορίας και της Σοβιετικής Ένωσης, παραμένει η εγγύηση της ασφάλειας του κράτους.

Κατά την δεκαετία του ‘90, η Ρωσική Ομοσπονδία είχε κρίνει ότι προτεραιότητα της είναι η προώθηση των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων και η υποστήριξη παρόμοιων διαδικασιών στις γειτονικές δημοκρατίες. Την επόμενη δεκαετία όμως, η Ρωσία έχει τοποθετηθεί ως ένα κράτος που θεωρεί τον εαυτό του ένα ανεξάρτητο πόλο επιρροής στον κόσμο και προσπαθεί να κρατήσει την δεσπόζουσα θέση στον χώρο πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Αν στην αρχή επικράτησε η επιθυμία να προστατευθεί από τις απειλές της αστάθειας που προέρχονται από το Νότο, στη συνέχεια ήρθε στην πρώτη θέση η πρόθεση της Μόσχας να οικοδομήσει ένα τέτοιο σύστημα ασφάλειας και διεθνών σχέσεων στην περιοχή, το οποίο θα επιτρέψει στη Ρωσία μακροπρόθεσμα να διατηρήσει την ηγετική της θέση.

 
Από την αρχή στις σχέσεις της Μόσχας με τα νέα κράτη του Νοτίου Καυκάσου κυριαρχούσε το ζήτημα της ασφάλειας. Με αυτή την έννοια, η αρχική κατάσταση, στην οποία βρισκόταν η Ρωσία, θύμισε έντονα την τοποθέτηση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας στην περιοχή του Καυκάσου στο ΧΙΧ - αρχές του ΧΧ αιώνα. Όπως ορθώς τόνισαν ο Malashenko και ο Trenin, επιδιώκοντας να αντλήσουν διδάγματα από την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, "το πρόβλημα ασφάλειας στην νότια πλευρά στο Κρεμλίνο και το Υπουργείο Εξωτερικών έχουν προσπαθήσει να λύσουν με ένα απλό τρόπο: έξω από καυτά σημεία". Ωστόσο, στην πράξη δεν ήταν δυνατό να εφαρμόσει μια στρατηγική εξόδου από τις περιοχές των συγκρούσεων. Η ρωσική παρουσία στον Νότιο Καύκασο και την πολιτική της επιρροή στην κατάσταση στην περιοχή, αρχικά επικεντρώθηκε στην υποστήριξη εκείνων των μερών στις εθνικές και διακρατικές συγκρούσεις, η νίκη των οποίων θα ήταν περισσότερο σύμφωνη με τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της Ρωσίας.

Η προσέγγιση αυτή συνέβαλε σημαντικά στη συνολική ιδεολογικοποίηση της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής. Το Κρεμλίνο και το Υπουργείο Εξωτερικών στις αρχές της δεκαετίας του ‘90, πίστευαν ότι είναι απαραίτητο να υποστηριχθούν εκείνες οι μετα-κομμουνιστικές χώρες και τα πολιτικά καθεστώτα που μαζί με τη Ρωσία, ήταν έτοιμοι να προχωρήσουν προς ένα δημοκρατικό μέλλον. Ως εκ τούτου, στην σύγκρουση Αρμενίας και του Αζερμπαϊτζάν, σε αντίθεση με την ηγεσία της ΕΣΣΔ, η οποία προσέγγιζε την επίσημη Μπακού ως πιο πιστή στο κέντρο της Ένωσης από το Ερεβάν, η Ρωσία υποστήριξε την Αρμενία. Ενώ σε περίπτωση της Γεωργίας-Αμπχαζίας αρχικά η Ρωσία πήρε το μέρος της Γεωργίας. Αλλά κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1992, υπό την επήρεια του φόβου της επιδείνωσης της κατάστασης στον Βόρειο Καύκασο, η Μόσχα άλλαξε δραματικά θέση υποστηρίζοντας την Αμπχαζία.

Κατά τη διάρκεια των εθνοτικών συγκρούσεων στον Νότιο Καύκασο, η Ρωσία είχε μεταβάλλει σημαντικά τη θέση της. Η πολιτική ηγεσία της χώρας έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι στις συνθήκες ατελούς σύγκρουσης πιο αποτελεσματική μορφή της διατήρησης της ρωσικής επιρροής και παρουσίας στην περιοχή θα είναι η συμμετοχή στις ειρηνευτικές διαδικασίες.

Το καλοκαίρι του 1992, είχε συσταθεί η Μεικτή Επιτροπή Ελέγχου (ΜΕΕ) για τη διατήρηση της ειρήνης στη ζώνη της σύγκρουσης Γεωργίας-Οσετίας. Μετά τον Μάιο του 1994, όταν υπογράφτηκε στη Μόσχα η συμφωνία Γεωργίας-Αμπχαζίας για κατάπαυση του πυρός και τον διαχωρισμό των δυνάμεων, τα ρωσικά στρατεύματα κάτω από τη σημαία των ειρηνευτικών δυνάμεων της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών ανέλαβαν θέσεις και στις δύο πλευρές της γραμμής της σύγκρουσης. Αυτή η διαδικασία διατήρησης της ειρήνης είχε εγκριθεί από τον ΟΗΕ. Το 1992 η Ρωσία έγινε μέλος της Ομάδας του Μίνσκ (MG) του ΟΑΣΕ για τη διευθέτηση της σύγκρουσης στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ.

Από το 1993, η Ρωσία δεν μπορούσε να διεκδικεί κάποιο σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση ενός νέου παγκοσμίου συστήματος, ακόμα και στον περιορισμένο χώρο της πρώην ΕΣΣΔ. Το μόνο καθήκον που η Μόσχα ήταν σε θέση να αναλάβει ήταν η διατήρηση των αποτελεσμάτων της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης στις μορφές και στα στάδια στα οποία έχουν ανασταλεί οι διαδικασίες αποσύνθεσης. Όπως ήταν αναμενόμενο, η Μόσχα διατήρησε τον ρόλο του εγγυητή της σταθερότητας αυτής της "προσωρινής" τάξης. Ταυτόχρονα, επειδή η Ρωσία βλέπει τον ρόλο της στο Νότιο Καύκασο ως ρόλο μιας σημαντικής δύναμης ικανής να διατηρήσει τη σταθερότητα στην περιοχή, αυτό εν μέρει οδήγησε στην αναπαραγωγή των ίδιων προσεγγίσεων που είχαν προηγουμένως εφαρμοστεί στην περιοχή από την τσαρική Ρωσία.

Η κυβέρνηση της Αγίας Πετρούπολης στα τέλη του 19ου - αρχές του 20ου αιώνα, θεωρούσε ότι για να εξασφαλιστεί η ασφάλεια της χώρας είναι απαραίτητη η διατήρηση δύο γραμμών άμυνας: μίας μέσω του Κεντρικού Καύκασου, και της άλλης κατά την περίμετρο των συνόρων της αυτοκρατορίας στο Νότιο Καύκασο. Σε σύγκριση με την εκείνη την περίοδο οι στόχοι ρωσικής πολιτικής ασφάλειας στην περιοχή στα τέλη του εικοστού αιώνα - αρχές του 21ου έχουν αλλάξει μόνο εν μέρει. Έχουν ως στόχο την παρεμπόδιση της διείσδυσης στο έδαφος της χώρας του εξτρεμισμού και της τρομοκρατίας από το Νότο, συμπεριλαμβανομένης της Μέσης Ανατολής. Και για αυτό απαιτούνται δύο γραμμές ασφαλείας. Όπως έχουν αποδείξει τα γεγονότα που ακολούθησαν στον Βόρειο Καύκασο - δύο πόλεμοι στην Τσετσενία, η εξάπλωση στρατιωτικής σύγκρουσης στην Ινγκουσετία και το Νταγκεστάν - αυτή η γραμμή ασφαλείας του Καύκασου ήταν πραγματικά κρίσιμη για την ασφάλεια και τη σταθερότητα του νέου ρωσικού κράτους. Η έννοια της γραμμής ασφάλειας στον Νότιο Καύκασο έχει αλλάξει. Πλέον έχει να κάνει με τις επαφές με τα μέρη εθνοτικών και διακρατικών συγκρούσεων. Η Ρωσία επιδιώκει να διατηρεί την σταθερότητα αυτών των γραμμών .

Στη σύγκρουση Γεωργίας-Αμπχαζίας, η Μόσχα, σε γενικές γραμμές, προσπαθούσε να κολλήσει στη γραμμή των ίσων αποστάσεων από τις δύο πλευρές της σύγκρουσης μέχρι τον Αύγουστο του 2004, όταν ο Γεωργιανός πρόεδρος Μιχαήλ Σαακασβίλι προσπάθησε να αναγκάσει την επίλυση της σύγκρουσης με τη Νότια Οσετία. Από εκείνη τη στιγμή, συνεχίζοντας τις προσπάθειες για τη διατήρηση την ειρήνης, η Μόσχα ξεκίνησε να συμβάλει πιο ενεργά στην ενίσχυση της πραγματικής ανεξαρτησίας της Αμπχαζίας και της Νότιας Οσετίας.

Η Ρωσία ακολούθησε την ίδια προσέγγιση, με στόχο τη διατήρηση της σταθερότητας στην περιοχή και την προσεκτική προσέγγιση μεταξύ των θέσεων των μερών, σε σχέση με τη σύγκρουση Αρμενίας και του Αζερμπαϊτζάν. Για να διατηρήσει τις δύο πιο σημαντικές θέσεις της εξωτερικής πολιτικής στον Νότιο Καύκασο - την Αρμενία ως το μοναδικό στρατιωτικό σύμμαχο και το Αζερμπαϊτζάν ως βασικό οικονομικό εταίρο στο σημαντικό ζήτημα της διαμετακόμισης ενέργειας, η Ρωσία αναγκάστηκε να ισορροπήσει. Την ίδια στιγμή στη Μόσχα ήταν κατανοητό απολύτως ότι η επανάληψη των ένοπλων συγκρούσεων στην Καραμπάχ και γύρω από αυτό θα οδηγήσει αναπόφευκτα στην κατάρρευση της θέσης της Μόσχας, τόσο στο Ερεβάν και το Μπακού.

Κατά την δεκαετία 2000 αρχίζει να αλλάζει σταδιακά ο ρόλος της περιοχής της Κασπίας και της Μαύρης Θάλασσας στην παγκόσμια πολιτική σκηνή. Γίνεται ένα έδαφος μέσω του οποίου μπορούν να περάσουν οι διάδρομοι για τη διαμετακόμιση ενεργειακών πόρων από την Κεντρική Ασία και το Αζερμπαϊτζάν προς την Ευρώπη. Αυτό προσθέτει στη ρωσική πολιτική στον Νότιο Καύκασο άλλο ένα σημαντικό στόχο: να διατηρηθεί ο καθοριστικός ρόλος της Ρωσίας ως χώρας διέλευσης του πετρελαίου. Το Κρεμλίνο αντέδρασε οδυνηρά για τα έργα των εναλλακτικών τρόπων παράδοσης των υδρογονανθράκων στην Ευρώπη, θεωρώντας ότι αποτελεί απειλή για το ρόλο της Ρωσίας ως μιας σημαντικής χώρας διαμετακόμισης των ενεργειακών πόρων6. Αλλά στην πραγματικότητα, η αύξηση του ανταγωνισμού στο θέμα των οδών διαμετακόμισης ενέργειας αντικειμενικά ανάγκασε την ρωσική πολιτική στον Νότιο Καύκασο να επιδιώκει μια πιο ευέλικτη προσέγγιση για τα κράτη της περιοχής, κάτι που επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τη στάση της Ρωσίας για το Αζερμπαϊτζάν.

Στη δεκαετία του 2000, η κατάσταση γύρω από τον Νότιο Καύκασο άρχισε να αλλάζει σημαντικά λόγω της ενίσχυσης του ενδιαφέροντος για την περιοχή από την πλευρά των Μεγάλων Δυνάμεων - Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι στρατιωτικοί και πολιτικοί κύκλοι στη Δύση άρχισαν να συζητούν την ιδέα της επέκτασης του ΝΑΤΟ προς ανατολάς, η οποία προϋποθέτει την άσκηση επιρροής στις δύο μετα-σοβιετικές χώρες της Μαύρης Θάλασσας - την Ουκρανία και τη Γεωργία. Το 2007 η Βουλγαρία και η Ρουμανία έγιναν τα νέα κράτη μέλη της ΕΕ. Στη Ρωσία, η οποία, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ και την ΕΕ δεν μπορούσε να προσφέρει στις χώρες του Νοτίου Καυκάσου ένα μοντέλο ελκυστικής κοινωνικής τάξης, έβλεπαν την επέκταση αυτή ως έναν σημαντικό παράγοντα που αποδυναμώνει την επιρροή της στην περιοχή. Λόγω της επέκτασης της παρουσίας των ΗΠΑ και της ΕΕ στο Νότιο Καύκασο, οι χώρες που βρίσκονται στην περιοχή ξεκίνησαν να πιστεύουν ότι αυτές οι παίκτες θα βοηθήσουν στην επίλυση των παγωμένων συγκρούσεων. Η ανάπτυξη αυτών των προσδοκιών στις χώρες του Νοτίου Καυκάσου έχει επίσης προκαλέσει την ανησυχία στη Μόσχα η οποία φοβήθηκε να χάσει τελικά το μονοπώλιό της στις διαδικασίες αποκατάστασης της ειρήνης στην περιοχή. Σε γενικές γραμμές, η δραστηριότητα των δυτικών χωρών στον Νότιο Καύκασο από την αρχή έγινε αντιληπτή από το Κρεμλίνο ως μια προσπάθεια περιορισμού της επιρροής της Ρωσίας σε αυτόν τον σημαντικό για αυτήν τομέα του μετασοβιετικού χώρου.

Σήμερα, ο Νότιος Καύκασος για τους κυρίαρχους κύκλους στη Μόσχα γίνεται μια από τις σημαντικότερες γραμμές άμυνας των συμφερόντων της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Η δημιουργία μιας νέας πολιτικής προσέγγισης για την Γεωργία και τις συγκρούσεις στο έδαφός της έχει προκαλέσει σοβαρή συζήτηση στους ρωσικούς πολιτικούς κύκλους.

Η ένταση στις ρωσο-γεωργιανές σχέσεις αυξανόταν συνεχώς. Μετά την εκδίωξη από τη Γεωργία των Ρώσων στρατιωτών κατηγορούμενων για κατασκοπεία, η Ρωσική Ομοσπονδία απάντησε με την εισαγωγή του καθεστώτος άδειας παραμονής το 2006 και την μαζική απέλαση από τη χώρα με διάφορα προσχήματα των γεωργιανών πολιτών. Και, παρ' όλα αυτά, ο πόλεμος μεταξύ Γεωργίας και Νότιας Οσετίας δεν ήταν μια αναπόφευκτη διέξοδος από αυτή την κατάσταση. Αρκετές συνθήκες συνέβαλαν στο γεγονός ότι οι τεταμένες διμερείς σχέσεις έχουν εισέλθει στο στάδιο της ένοπλης σύγκρουσης. Από την κυβέρνηση Μπους πριν από τον πόλεμο έφτασαν στην Τιφλίδα, προφανώς, τα διφορούμενη σήματα, τα οποία θεωρήθηκαν από την κυβέρνηση του Μιχαήλ Σαακασβίλι, ως ένα είδος εγγύησης υποστήριξης των ΗΠΑ σε περίπτωση μιας στρατιωτικής αντιπαράθεσης με τη Ρωσία.

Ούτε οι ΗΠΑ ούτε η ΕΕ δεν κατάφεραν να πείσουν τη Μόσχα ότι είναι έτοιμοι να λάβουν υπόψη τα συμφέροντα της Ρωσίας στην επίλυση των συγκρούσεων γύρω από τις αυτονομημένες περιοχές της Γεωργίας. Αντίθετα, οι δηλώσεις και οι ενέργειες των διπλωμάτων των ΗΠΑ και της Ευρώπης ερμηνεύτηκαν από το Κρεμλίνο ως ένα ανησυχητικό σύμπτωμα που έδειξε ότι η Δύση για άλλη μια φορά αγνοεί τα ρωσικά συμφέροντα. Στην Μόσχα φοβόταν επίσης ότι εάν η Ρωσία δεν λάβει δραστικά μέτρα για την προστασία πληθυσμού της Αμπχαζίας και της Οσετίας από τις προσπάθειες της Τιφλίδας να επιβάλλει με τη βία την εδαφική επανένταξη με τη Γεωργία, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντική επιδείνωση της πολιτικής κατάστασης στο Βόρειο Καύκασο. Ως εκ τούτου, η ρωσική ηγεσία κατέληξε στο συμπέρασμα σχετικά με τη δυνατότητα χρήσης στρατιωτικής βίας κατά της Γεωργίας για την εξασφάλιση status quo στη ζώνη της σύγκρουσης μεταξύ Γεωργίας-Αμπχαζίας και Γεωργίας-Οσετίας.
Ο πόλεμος του 2008 ήταν ένα σημαντικό στάδιο στη ρωσική πολιτική στον Νότιο Καύκασο8. Ο ρόλος της Ρωσίας στην περιοχή άλλαξε και αντί για μία δύναμη η οποία προστατεύει το status quo έγινε μια ρεβιζιονιστική δύναμη.

Προκειμένου να αποδείξει την πίστη της στην πολιτική διατήρησης status quo, η Ρωσία ριζικά ενεργοποίησε τις μεσολαβητικές προσπάθειες για ειρηνική διευθέτηση της σύγκρουσης στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ.
Την ίδια στιγμή, η παγκόσμια χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση που ξεκίνησε λίγο μετά τον Σεπτέμβριο του 2008 έχει αλλάξει την παγκόσμια πολιτική σκηνή. Οι ΗΠΑ και η ΕΕ, για διάφορους λόγους, αναγκάστηκαν να μειώσουν δραστικά την δραστηριότητα τους στον χώρο της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης του Νότιου Καύκασου. Σε αυτό το πλαίσιο, έχουν χάσει την ικανότητα να δρουν ως παίκτες που είναι σε θέση να προσφέρουν στην περιοχή ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης και των διεθνών σχέσεων. Στη Μόσχα, θεώρησαν ότι ο κύριος στόχος έχει επιλυθεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης. Το ζήτημα της ένταξης της Γεωργίας στο ΝΑΤΟ αναβάλλεται επ' αόριστον. Η στρατιωτική παρουσία της Ρωσίας στην Αμπχαζία και τη Νότια Οσετία ενισχύθηκε και απόκτησε μια νέα, πιο σταθερή κατά τη νομική έννοια και μακροπρόθεσμη βάση.

Η κατάσταση στις ρωσο-γεωργιανές σχέσεις ξεκίνησε να αλλάξει αισθητά μετά τις βουλευτικές εκλογές στη Γεωργία, που οδήγησαν σε πραγματική αλλαγή εξουσίας στη χώρα. Η νέα κυβέρνηση του συνασπισμού "Γεωργιανό Όνειρο" ανακοίνωσε πρόθεση για την εξομάλυνση των σχέσεων με τη Ρωσία. Σύντομα ξεκίνησε ένα διάλογος μεταξύ των δύο χωρών στο επίπεδο των ειδικών εκπροσώπων των κυβερνήσεων. Για να εξασφαλιστεί η πρόοδος των διαπραγματεύσεων, τα μέρη συμφώνησαν να αποσύρουν από την συζήτηση τα πιο επείγοντα ζητήματα για τα οποία οι θέσεις τους αποκλίνουν δραματικά. Κατά τη διάρκεια των έξι μηνών από την έναρξη του διαλόγου κατάφεραν να συμφωνήσουν σχετικά με την επανάληψη των εξαγωγών προς τη Ρωσία των γεωργιανών προϊόντων, κυρίως γεωργικών, την επανάληψη της πλήρους παροχής αεροπορικών υπηρεσιών μεταξύ των δύο χωρών. Υπάρχουν καλές πιθανότητες για τη συνεργασία μεταξύ της Ρωσίας και της Γεωργίας στη διασφάλιση της ασφάλειας στην περιοχή και την καταπολέμηση της τρομοκρατίας.

Τον τελευταίο καιρό η διπλωματική δραστηριότητα της Ρωσίας στον Νότιο Καύκασο έγινε πιο ενεργή και Ρώσοι αξιωματούχοι έχουν λάβει μέρος στις διαπραγματεύσεις για διάφορα θέματα, μεταξύ των οποίων η εξαγωγή φυσικού αερίου προς τη Γεωργία, πωλήσεις όπλων προς την Αρμενία, και η διεύρυνση των σχέσεων με το Αζερμπαϊτζάν στον τομέα της πολιτικής και της ασφάλειας. Τέτοια ενεργοποίηση διπλωματίας παρατηρείται την ίδια στιγμή που άλλοι παίκτες, όπως η Τουρκία και η Δύση, αρχίζουν πιο δυναμικά να αμφισβητήσουν το δικαίωμα της Μόσχας για την πρωτοκαθεδρία στην περιοχή.

Γενικά όσον αφορά τις τάσεις των χώρων του Καύκασου, η Γεωργία είναι σε μεγαλύτερο βαθμό προσανατολισμένη προς τη Δύση, η Αρμενία είναι στενά συνδεδεμένη με τη Ρωσία, ενώ το Αζερμπαϊτζάν διατηρεί ισχυρές σχέσεις με την Τουρκία. Στην πράξη, η σχέση μεταξύ των χωρών αυτών είναι πολύ περίπλοκη και κινδυνεύει να αλλάξει ριζικά ανά πάσα στιγμή.

Έκτος από την παρουσία ενόπλων δυνάμεων της Ρωσίας στην Αμπχαζία και Νότια Οσετία, αξίζει να σημειωθεί ότι στην Αρμενία, υπάρχουν 5.000 Ρώσοι στρατιώτες, και παρόλο που στο Αζερμπαϊτζάν η Ρωσία δεν έχει επισήμως καμία στρατιωτική παρουσία, οι στρατιώτες πιστοί στη Μόσχα, περικυκλώνουν το κράτος αυτό στα βόρεια και στα δυτικά, εξαναγκάζοντας Μπακού να συντονίζει τις αποφάσεις της με τα στρατηγικά συμφέροντα της Ρωσίας.

Η εμπλοκή της Ρωσίας στις συγκρούσεις στην Ουκρανία και την Συρία μαζί με την οικονομικές επιδράσεις της πτώσης των τιμών του πετρελαίου και των δυτικών κυρώσεων έχουν επηρεάσει αρνητικά την δυνατότητα της Ρωσίας να ασκεί την επιρροή στην περιοχή.
Η Γεωργία υπέγραψε την Συμφωνία Σύνδεσης με την ΕΕ το 2014 και άνοιξε το εκπαιδευτικό κέντρο της ΝΑΤΟ στο έδαφός της το 2015. Λόγω των βλέψεων της Ευρώπης για το Αζερμπαϊτζάν ως μία πιθανή επίλυση του προβλήματος ενεργειακής εξάρτισης από την Ρωσία, το τελευταίο αισθανόμενο την αυξανόμενη σημασία του στα μάτια της διεθνούς κοινότητας προσπαθεί να διατηρήσει πιο επιθετική θέση στην σύγκρουση με την Αρμενία.

Φαίνεται επίσης ότι η ΕΕ προσεγγίζει και την Αρμενία. Η Ύπατης Εκπρόσωπος της ΕΕ για θέματα εξωτερικής πολιτικής επισκεπτόμενη την Αρμενία μίλησε για την υιοθέτηση ενός διεθνούς μηχανισμού έρευνας των περιπτώσεων παραβίασης του καθεστώτος κατάπαυσης πυρών στην ζώνη του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, την ιδέα αυτή την έχουν προτείνει αρχικά οι ΗΠΑ στα πλαίσια του ΟΑΣΕ. Αφού παραδοσιακά η Ρωσία έχει αναλάβει τον ρόλο του βασικού διαμεσολαβητή στην σύγκρουση αυτή, μάλλον αυτές οι κινήσεις της Δύσης θα προκαλέσουν μία αρνητική αντίδραση της Μόσχας.
Συνοψίζοντας, φαίνεται ότι σήμερα για πρώτη φορά μετά από την έναρξη παγκόσμιας οικονομικής κρίσης παρατηρείται μία σοβαρή αύξηση ενδιαφέροντος από την πλευρά όλων των βασικών παικτών για την περιοχή του Καύκασου.

Η Ρωσία κινδυνεύει να χάσει μέρος τη επιρροής της στο συγκεκριμένο χώρο, αφού παράλληλα δέχεται πιέσεις λόγω οικονομικών προβλημάτων και της εμπλοκής της στις πολεμικές συγκρούσεις. Ταυτόχρονα η ενεργοποίηση των δραστηριοτήτων άλλων δυνάμεων στην περιοχή μπορεί να αποτελεί μία απειλή για την ασφάλεια και σταθερότητα των κρατών που βρίσκονται εκεί επειδή η ύπαρξη των παγωμένων εθνοτικών συγκρούσεων μαζί με την αντίδραση τις Ρωσία προς τις προσπάθειές εκτοπισμού της από την θέση δεσπόζουσας χώρας στην περιφέρεια μπορούν να οδηγήσουν στην έξαρση βίας.

 

Στην ίδια κατηγορία

ΣΧΟΛΙΑ


 

Κάντε Like: Onalert.gr στο Facebook