Επιλέξτε Σώμα: Color 1 Color 2 Color 3
Youtube Twitter Facebook Rss

ΑΠΟΨΗ

Σιμόν Πέρες: O άνθρωπος που από γεράκι έγινε περιστέρι

28.09.2016 | 11:41
 του Gilles Paris (*)

Απ’όλους τους ηγέτες της χώρας του, ήταν ο πιο μεγάλος και ο λιγότερο «ισραηλινός». Καλλιεργημένος, οραματιστής, τραχύς τόσο με τους αντιπάλους του όσο και με τους συμμάχους του, ο Σιμόν Πέρες είχε αντιπάθειες ακόμη και στον στενό του κύκλο, καθώς πολλοί ήταν εκείνοι που τον ειρωνεύονταν για την ανικανότητά του να κερδίσει εκλογές.

Λόγω των επιλογών του και της ζωής του, ο Πέρες – 18 φορές υπουργός ή πρωθυπουργός – βρισκόταν στον αντίποδα των ισραηλινών ηρώων. Ηταν πάντα ένα είδος πολιτικού υβριδίου, ανάμεσα στο shtetl, το εβραϊκό χωριό της κεντρικής Ευρώπης, και το Yichouv, τον προορισμό των πρώτων Εβραίων στην Παλαιστίνη. Με την έννοια αυτή, ήταν κάτι διαφορετικό από τους άλλους ηγέτες του Ισραήλ, είτε επρόκειτο για τον Γιτζάκ Ράμπιν είτε για τον Αριέλ Σαρόν.

Γιος ενός εμπόρου ξυλείας, ο Σιμόν Πέρσκι γεννήθηκε στις 2 Αυγούστου 1923 στη Βισνέβα της τότε Πολωνίας (και σημερινής Λευκορωσίας). Ο παππούς του από την πλευρά της μητέρας του, ένας πολύ θρήσκος άνθρωπος, ήταν αρχηγός μιας κοινότητας χιλίων Εβραίων. Πολλά χρόνια αργότερα, ο Πέρες θα έλεγε ότι εισέπνεε το χαρτί περιτυλίγματος των πορτοκαλιών που έφταναν από το Ισραήλ, τον τόπο των ονείρων του, μια γη άγνωστη αλλά και τόσο κοντινή.

Στην Παλαιστίνη έφτασε το 1934, σε ηλικία 11 ετών. Εγκαταστάθηκε σε ένα κιμπούτζ της Γαλιλαίας, γράφτηκε σε ένα αγροτικό σχολείο και αποφάσισε να αλλάξει το επίθετό του σε Πέρες (αετός), κάτι που θα προκαλούσε δεκαετίες αργότερα τις ειρωνείες πολλών σχολιαστών οι οποίοι θα τον συνέκριναν με τα αρπακτικά που κινδυνεύουν να εκλείψουν.

Αφού προσηλυτίστηκε στον σοσιαλισμό από τους εβραίους πιονιέρους, ο Πέρες άρχισε να ανεβαίνει με εντυπωσιακή ταχύτητα στην ιεραρχία των νεανικών κινημάτων. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος του 1948, μετά την ανακήρυξη του ισραηλινού κράτους, ήταν υπεύθυνος δυναμικού στη Χαγκάνα, τον παράνομο ισραηλινό στρατό. Στη συνέχεια του ανατέθηκε η αποστολή της αγοράς όπλων για τις αμυντικές ισραηλινές δυνάμεις, που λέγονταν πλέον «Τσαχάλ», μια αποστολή θεμελιώδης αλλά και σκοτεινή, καθώς ήταν ένα πεδίο όπου κατασκευάζονταν πλαστά έγγραφα και πλαστές ταυτότητες.

Το 1949 εγκαταστάθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες με τη γυναίκα του Σόνια και την κόρη τους. Πέρασε μερικούς μήνες στο Χάρβαρντ, ενώ παράλληλα εργαζόταν για το Υπουργείο Αμύνης, με προτεραιότητά του την αγορά όπλων για το νεαρό εβραϊκό κράτος.

Όταν επέστρεψε, ο Νταβίντ Μπεν Γκουριόν τον διόρισε αναπληρωτή γενικό διευθυντή, και στη συνέχεια γενικό διευθυντή του υπουργείου Αμύνης. Ο Πέρες ήταν πολύ δραστήριος στη σύναψη συμβολαίων με το εξωτερικό, και κυρίως την ανατολική Ευρώπη, παρά το εμπάργκο που είχαν επιβάλει τα Ηνωμένα Εθνη. Είχε όμως στενές επαφές και με τη Γαλλία, χάρις στις οποίες γεννήθηκε το ισραηλινό στρατιωτικό πυρηνικό πρόγραμμα – την ύπαρξη του οποίου το Ισραήλ δεν έχει παραδεχθεί ποτέ.

Το 1963 ήρθη το αμερικανικό εμπάργκο. Και ο Σιμόν Πέρες, που είχε εκλεγεί πλέον βουλευτής, διαπραγματεύτηκε με την Ουάσινγκτον μια συμφωνία για την αγορά πυραύλων. Ένα χρόνο αργότερα ήρθαν τα άρματα μάχης Patton και τα καταδιωκτικά αεροπλάνα Skyhawk. Ο Πόλεμος των Εξι Ημερών, το 1967, έφερε στο προσκήνιο τον Ράμπιν, που ήταν αρχηγός του Γενικού Επιτελείου από τις αρχές της δεκαετίας του ’60. Η επιτυχία του Ισραήλ ήταν όμως σε μεγάλο βαθμό προϊόν της επιμονής του Πέρες να αγοράσει ο ισραηλινός στρατός αποτελεσματικό εξοπλισμό.

Το 1968, ο Σιμόν Πέρες εξελέγη γενικός γραμματέας του Εργατικού Κόμματος, που λεγόταν τότε Avoda. Προσέκρουσε όμως στην Γκόλντα Μεϊρ, που ευνοούσε τον Ράμπιν, και υποχρεώθηκε να αρκεστεί σε δευτερεύοντα υπουργικά αξιώματα. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, σύμφωνα με μια ορολογία που δεν είχε ακόμη καθιερωθεί, περιλαμβανόταν στα «γεράκια» της χώρας του. Ηταν, για παράδειγμα, ένα από τα πιο αποφασισμένα στελέχη στην τολμηρή επιχείρηση που εξαπέλυσε ο ισραηλινός στρατός στο Εντεμπε της Ουγκάντας, με στόχο να απελευθερώσει τους ομήρους που είχαν συλλάβει παλαιστίνιοι αεροπειρατές. Και δεν αντιτάχθηκε στα σχέδια του Goush Emounim, του Συνασπισμού της Πίστης, να εποικίσει τα παλαιστινιακά εδάφη που είχαν καταληφθεί μερικά χρόνια νωρίτερα.

Μετά την απροσδόκητη αποχώρηση του Ράμπιν πριν από τις εκλογές του 1977, εξαιτίας ενός οικονομικού σκανδάλου της συζύγου του, ο Πέρες πήρε τη θέση του αλλά έχασε από την εθνικιστική Δεξιά του Μεναχέμ Μπέγκιν. Το 1981 βρέθηκε κοντά στη νίκη, η δημόσια τηλεόραση τον έχρισε μάλιστα για λίγες ώρες πρωθυπουργό, αλλά τελικά αναγκάστηκε να αρκεστεί στο ρόλο της αντιπολίτευσης. Κι αν τελικά βρέθηκε στην εξουσία από το 1984 ως το 1986, το πέτυχε μόνο χάρις σε μια συμφωνία με τη Δεξιά που προέβλεπε την εναλλαγή στην πρωθυπουργία.

Ο απολογισμός αυτής της διετούς του θητείας δεν ήταν αμελητέος: χαλιναγώγησε έναν τριψήφιο πληθωρισμό που απειλούσε τη χώρα του και απέσυρε τα περισσότερα ισραηλινά στρατεύματα από τον Λίβανο, όπου είχαν παγιδευτεί μετά την "Επιχείρηση στη Γαλιλαία" που εξαπέλυσε ο Σαρόν το 1982. Ομως το 1988 οι ψηφοφόροι προτίμησαν και πάλι τη Δεξιά.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο αιώνιος αντίπαλός του Γιτζάκ Ράμπιν – τον οποίο ο Πέρες χαρακτηρίζει στα απομνημονεύματά του «ακούραστο συνωμότη» - τον κερδίζει στις προκριματικές εκλογές του Εργατικού Κόμματος και οδηγεί το κόμμα του στην εκλογική νίκη. Ανοίγει τότε μια καινούργια πολιτική σελίδα στη ζωή του Σιμόν Πέρες, που είναι χωρίς αμφιβολία και η πιο σημαντική. Πείθει τον πρωθυπουργό να του επιτρέψει να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με τους Παλαιστίνιους. Και στις 13 Σεπτεμβρίου 1993 υπογράφονται στον Λευκό Οίκο οι συμφωνίες του Οσλο. Η χειραψία του ισραηλινού πρωθυπουργού με τον Γιάσερ Αραφάτ θα μείνει στην ιστορία. Αλλά ο Πέρες θα περιληφθεί κι αυτός στο τριπλό Νομπέλ Ειρήνης που απονέμεται το 1994. Είναι πλέον το πιο διάσημο «περιστέρι» του Ισραήλ.

Στις 4 Νοεμβρίου 1995, ο Ράμπιν δολοφονείται στο Τελ Αβίβ από έναν ισραηλινό εξτρεμιστή. Και ο Σιμόν Πέρες γίνεται και πάλι πρωθυπουργός από σύμπτωση. Αρνείται όμως να προκηρύξει πρόωρες εκλογές, όπως του ζητά η χήρα του Ράμπιν. Τον Φεβρουάριο σημειώνονται διαδοχικές παλαιστινιακές επιθέσεις σε αντίποινα για τη δολοφονία από το Ισραήλ ενός στελέχους της Χαμάς. Οι συμφωνίες του Οσλο καταρρέουν. Και στις προγραμματισμένες εκλογές του Μαϊου ο Πέρες φτάνει και πάλι κοντά στη νίκη, αλλά στο τέλος ηττάται από τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου και επιστρέφει στην αντιπολίτευση.

Η πολιτική του σταδιοδρομία μοιάζει να έχει τελειώσει. Εχει πατήσει τα 70 και οι Εργατικοί στρέφονται πλέον προς τον πιο παρασημοφορημένο στρατιωτικό στην ιστορία του Ισραήλ, τον Εχούντ Μπαράκ, από τον οποίο περιμένουν να σώσει την ειρηνευτική συμφωνία. Ο Μπαράκ αναθέτει στον Πέρες το Υπουργείο Συνεργασίας, δείχνοντάς του ουσιαστικά την έξοδο. Η αποτυχία των διαπραγματεύσεων του Καμπ Ντέιβιντ, τον Ιούλιο του 2000, μεταφράζεται όμως και σε αποτυχία του Μπαράκ, ο οποίος ηττάται στις εκλογές του 2001 από τον Αριέλ Σαρόν. Οι Εργατικοί θυμούνται τότε εκ νέου τον Πέρες, ο οποίος προσπαθεί να διασφαλίσει τα συμφέροντα του κόμματος σε μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Και αναλαμβάνει ξανά το Υπουργείο Εξωτερικών, υποσχόμενος να αποτρέψει την οριστική κατάρρευση του Οσλο.

Το παλαιστινιακό κράτος είναι απαραίτητο για το Ισραήλ, διακηρύσσει. Αλλά η επιρροή του στον Σαρόν είναι περιορισμένη. Κατηγορείται λοιπόν ότι δεν κάνει τίποτα άλλο από το να «πουλάει» στο εξωτερικό την πολιτική ισχύος του νέου πρωθυπουργού. Μετά την ήττα των Εργατικών στις εκλογές του 2003, ξεκινά και πάλι διαπραγματεύσεις στο όνομα ενός διαλυμένου κόμματος, το οποίο θα δει τον Σαρόν να εκπληρώνει μέρος του δικού του προγράμματος διατάζοντας την αποχώρηση των ισραηλινών στρατευμάτων από τη Λωρίδα της Γάζας.

Τον Νοέμβριο του 2005, ο Πέρες αποχωρεί από τους Εργατικούς και προσχωρεί στο Καντίμα, το κεντρώο κόμμα που ίδρυσε ο Αριέλ Σαρόν. Είναι ένα φιλόδοξο στοίχημα, το οποίο θα του επιτρέψει να γίνει το 2007 πρόεδρος της χώρας, σε ηλικία 84 ετών. Είναι η εποχή των φόρων τιμής και των επαίνων. Τον Ιούλιο του 2014, ύστερα από επτά χρόνια στην προεδρία, ο Πέρες θα αποχωρήσει από την επίσημη κατοικία του στην Ιερουσαλήμ και θα επιστρέψει στο διαμέρισμά του στο Τελ Αβίβ. Ο διάδοχός του, ο Ρεούβεν Ρίβλιν, είναι αντίθετος στην ιδέα ενός παλαιστινιακού κράτους. Και αυτό αποτελεί μια ήττα για τον Πέρες, ο οποίος αποδεικνύεται ανίκανος, όπως άλλωστε και όλη η γενιά του, να ξορκίσει την απαισιοδοξία που έχει καταλάβει ολόκληρη την ισραηλινή κοινωνία.

Ακούραστος συνήγορος του Ισραήλ, πεπεισμένος ότι η παιδεία έχει μεγαλύτερη σημασία από το ποσοστό της κατεχόμενης γης, ο Σιμόν Πέρες αντιστάθηκε πολλές φορές στο θάνατο. Του παραδόθηκε σήμερα στο Ραμάτ Γκαν, κοντά στο Τελ Αβίβ.

(*) O Zιλ Παρί είναι αρθρογράφος της Le Monde

(Πηγή: Le Monde)

 

Στην ίδια κατηγορία

ΣΧΟΛΙΑ


 

Κάντε Like: Onalert.gr στο Facebook