Brexit: Η ταπείνωση της Βρετανίας και το αδιέξοδο του εθνο-λαϊκισμού

 Του Δημήτρη Καιρίδη

Οι υπέρμαχοι του Brexit, της εξόδου της Μεγάλης Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, είχαν ως βασικό επιχείρημά τους την ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας και αξιοπρέπειας της χώρας τους από τις καταπιεστικές Βρυξέλλες. Δυο χρόνια μετά το βρετανικό δημοψήφισμα, τον Ιούνιο του 2016, τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως σχεδίαζαν. Η πρωθυπουργός της Βρετανίας, Τερέζα Μέι, βρέθηκε απομονωμένη στην άτυπη σύνοδο της Ε.Ε. στο Σάλτσμπουργκ, την περασμένη εβδομάδα, και επέστρεψε στο Λονδίνο ταπεινωμένη, καθώς σύσσωμο το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο απέρριψε τις προτάσεις της.

Δυο χρόνια τώρα η Βρετανία επιμένει να διαπραγματεύεται με τον εαυτό της, επιχειρώντας να τετραγωνίσει τον κύκλο: να ικανοποιήσει τους υπέρμαχους του Brexit, τιμώντας τη λαϊκή εντολή του δημοψηφίσματος, χωρίς να κάνει κακό στην οικονομία της. Όμως οι Ευρωπαίοι, εξ αρχής, είχαν ξεκαθαρίσει ότι δεν μπορούν να διασπάσουν την ενότητα της κοινής αγοράς για χάρη της Βρετανίας ή της ενότητας του Ηνωμένου Βασιλείου στη Βόρεια Ιρλανδία. Η άνοδος των εθνικιστικών, ευρω-σκεπτικιστικών δυνάμεων πανευρωπαϊκά έχει σκληρύνει ακόμα περισσότερο την ευρωπαϊκή στάση έναντι της Βρετανίας, προκειμένου να αποθαρρυνθούν τυχόν επίδοξοι μιμητές της και να σταλεί το μήνυμα ότι δεν μπορεί να υπάρξει συμμετοχή στην Ε.Ε. αλά καρτ, με δικαιώματα χωρίς τις αντίστοιχες υποχρεώσεις. Σε αυτό φαίνεται να συμφωνούν όλοι οι ηγέτες της Ε.Ε. σήμερα.

Η Βρετανία θεώρησε ότι μπορεί να διαιρέσει το Συμβούλιο προσεταιριζόμενη συγκεκριμένα μέλη του. Καταρχήν, την Ιρλανδία που δεν θέλει την επανάκαμψη των συνοριακών ελέγχων με τη Βόρεια Ιρλανδία αλλά και την Ολλανδία, η οικονομία της οποίας εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, από το εμπόριο με τη Βρετανία. Επιπλέον, οι Βρετανοί Συντηρητικοί προσέφεραν την υποστήριξή τους στον Βίκτωρ Ορμπάν, στην πρόσφατη σύγκρουσή του με τις Βρυξέλλες, πιστεύοντας ότι οι πρώην ανατολικο-ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ουγγαρία, θα διαφοροποιούνταν από τη σκληρή γραμμή έναντι του Λονδίνου. Τέλος, η Μέι φαίνεται να έτρεφε ελπίδες ότι ακόμα και η Άγκελα Μέρκελ, η καγκελάριος της Γερμανίας, θα έβαζε νερό στο κρασί της, για χάρη των γερμανικών εξαγωγών στη Βρετανία, και θα υποστήριζε έναν συμβιβασμό αντάξιο των καλύτερων παραδόσεων της Ε.Ε.

Τελικά, η Βρετανία κατάφερε να συσπειρώσει την Ε.Ε. εναντίον της, πέρα από κάθε προσδοκία. Τώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με αυτό που εξαρχής αποτελούσε τη μόνη ρεαλιστική επιλογή: μια σχέση με την Ε.Ε. όπως αυτή της Νορβηγίας ή του Καναδά. Η νορβηγική επιλογή θα αποτελεί την απόλυτη ταπείνωση της Βρετανίας, καθώς προβλέπει μεν την πλήρη πρόσβαση στην κοινή αγορά αλλά με όλες τις δεσμεύσεις του κοινοτικού δικαίου, χωρίς ψήφο και συμμετοχή στα όργανα της Ε.Ε. Στην ουσία, σημαίνει ότι η Βρετανία με το δημοψήφισμα αποφάσισε να παραμείνει στην Ε.Ε., απεμπολώντας όμως την πολιτική της επιρροή στις Βρυξέλλες. Η καναδική επιλογή προβλέπει μια πιο χαλαρή σχέση ελεύθερου εμπορίου με την Ε.Ε., χωρίς όμως τα οικονομικά πλεονεκτήματα της πρώτης.

Είναι φανερό ότι, όπως και σε τόσα άλλα θέματα, δεν πρόκειται για μια διαπραγμάτευση μεταξύ ισότιμων πλευρών, αλλά απλώς για την περιορισμένη δυνατότητα επιλογής του υπό αποχώρηση μέλους της σχέσης του με την Ε.Ε., με βάση την κοινοτική νομοθεσία. Η Βρετανία δεν μπορεί να προσδοκά μιας ειδικής μεταχείρισης και έχει μπροστά της πολύ δύσκολες επιλογές για την οικονομία της, καθώς ο χρόνος τελειώνει και μια καταστροφική έξοδος χωρίς συμφωνία γίνεται κάθε μέρα πιθανότερη.

Τελικά, όλη η ιστορία του Brexit, μιας αχρείαστης πολιτικής καταστροφής τόσο για τη Βρετανία όσο και για την Ευρώπη συνολικά, αποδεικνύει τη γύμνια του λαϊκισμού. Ακόμα και τώρα, οι υπέρμαχοι του Brexit αδυνατούν να παρουσιάσουν ένα ρεαλιστικό σχέδιο της σχέσης της Βρετανίας με την Ε.Ε., το οποίο θα υποστήριζαν, αρκούμενοι να απορρίπτουν συλλήβδην την Ε.Ε. και τον όποιο συμβιβασμό επιχειρεί η δυστυχής Μέι. Η γύμνια του, ωστόσο, δεν καθιστά τον λαϊκισμό λιγότερο επικίνδυνο. Απλώς δίνει επιχειρήματα στους αντιπάλους του, αρκεί αυτοί να έχουν τη σοφία και την ικανότητα να τα εκμεταλλευτούν, κάτι που παραμένει σήμερα το μεγάλο ζητούμενο.

Φωτογραφία Αρχείου EPA