1821-2012:Πτωχεύσεις και εξοπλισμοί.Πως συνδέονταν;

“Πτωχεύσεις και εξοπλισμοί”.Τα ιστορικά στοιχεία δείχνουν ότι ποτέ δεν ήταν άσχετα αυτά τα δύο.Χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι τις πτωχεύσεις τις προκαλούσαν μόνο οι αγορές εξοπλισμών.
Το Δίκτυο Ελεύθερων Φαντάρων διάβασε το βιβλίο «ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΕΠΤΩΧΕΥΣΑΜΕΝ» του Ν.Π.Σοϊλεντάκη, δικαστή και προέδρου Εφετών στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών και μας πάει αρκετά πίσω στο χρόνο.Στο 1821.

Η ανάγκη δανειοδοτήσεως ήταν επιτακτική από την πρώτη στιγμή της Επανάστασης.

Τον Νοέμβριο του 1821, με εντολή του Άρειου Πάγου, ο Θεοχάρης Κεφαλάς με τον Χ.Δροσινό μετέβησαν στη Γερμανία για να διαπραγματευθούν δάνειο 150.000 φλορινίων.

Ο Κεφαλάς επέστρεψε τέλη του 1822, αφού συνομολόγησε δάνειο 40.000 φλορινίων στη Ζυρίχη και άλλο, 62.000 φράγκων στη Μασσαλία. Ποσά που δαπανήθηκαν κυρίως σε προμήθειες πολεμικού υλικού, για οδοιπορικά και εξοπλισμό Γερμανών φιλελλήνων που έφερε ο Κεφαλάς. Μάλλον από κακοδιαχείριση, λίγο μετά την άφιξη του Κεφαλά, ήταν τέτοια η ένδεια του δημόσιου ταμείου, ώστε ο αντιπρόεδρος του εκτελεστικού συνέστησε στους Γερμανούς που ζητούσαν τους μισθούς τους, να προσπαθήσουν να εξοικονομηθούν εκ των ενόντων, όπως οι Έλληνες αγωνιστές αν ήθελαν να παραμείνουν στην Ελλάδα. Τα δύο δάνεια του Κεφαλά επικυρώθηκαν και αναγνωρίστηκαν ως «εθνικά χρέη» με ψήφισμα του Βουλευτικού στις 15 Οκτωβρίου 1822. Ο Κεφαλάς για την ανωτέρω υπηρεσία του αμείφθηκε με το βαθμό του στρατηγού. Όταν όμως μετά από λίγες εβδομάδες απέθανε, βρέθηκε στα θυλάκιά του 5.000 φράγκα!  

Άξια προσοχής, η προσπάθεια του Γάλλου Ζουρνταίν, ιππότη του Τάγματος του Αγίου Ιωάννου της Ιερουσαλήμ (ή της Μάλτας), που με εξουσιοδότηση του Α.Μεταξά επιχείρησε να εξασφαλίσει δάνειο του Τάγματος. Στην πραγματικότητα, οι Ιππότες (που καθόλου ιππότες δεν ήταν) θα έβρισκαν δανειστή 10 εκατομμυρίων φράγκων για την επαναστατική κυβέρνηση, που θα το διαχειρίζονταν αυτοί, δίνοντας σε δόσεις 4 εκατομμύρια και τα υπόλοιπα θα τα κρατούσαν για την εγκατάσταση τους στα νησιά Ρόδο, Κάρπαθο, Αστυπάλαια, Οινούσες και Σύρο στο πλαίσιο της συμφωνίας παραχώρησης τους, για αναγνώριση της Ανεξαρτησίας της Ελλάδας και άρσης των δικαιωμάτων τους σε Πελοπόννησο και Εύβοια. Ευτυχώς το σχέδιο απορρίφθηκε και ο Φίλιππος Σατελαίν Μαρκίσιος του Σαιν Κρουά, εκπρόσωπος του Ζουρνταίν αποπέμφθηκε με χλευασμούς ως τυχοδιώκτης!    

Το πρώτο δάνειο

Η νίκη της Βρετανίας στους Ναπολεόντειους πολέμους είχε ως αποτέλεσμα να εισρεύσει πακτωλός χρημάτων και να σημειωθεί ακράτητη ροπή δανεισμού ξένων κρατών, ακόμη και μη αναγνωρισμένων (Βραζιλία, Χιλή, Κολομβία κλπ) ή ακόμη και υπόδουλες περιοχές (Κύπρος, Κρήτη) που θα εξοφλούσαν όταν θα απελευθερώνονταν.

Η Βρετανική πολιτική όμως ήταν εναρμονισμένη με τις επιλογές του Μέτερνιχ και της Ιερής Συμμαχίας που αντιμετώπιζαν εχθρικά κάθε επαναστατικό κίνημα. Αυτό αλλάζει, με την ανάληψη του υπουργείου εξωτερικών από τον Γεώργιο Κάννιγκ, λόγω γεωπολιτικού συμφέροντος: «Η άρκτος του Βορρά (Ρωσία) δεν πρέπει να κατέβει στη Μεσόγειο. Αν η Ρωσσία απωθήσει τη Τουρκία από τη Βαλκανική, η Μεσόγειος θα γίνει ρωσσική θάλασσα». Μια πολιτική αντίληψη που ενστερνίζεται ο Α.Μαυροκορδάτος και φτάνει να προτείνει μέσω του γνωστού του υπομνήματος το σχηματισμό ελληνικού κράτους υπό την αγγλική προστασία, φραγμό στα ρωσικά σχέδια και μελλοντικό σύμμαχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. 

Στην Ερμιόνη φτάνει ως αντιπρόσωπος των Άγγλων κεφαλαιούχων ο Ρούμπενταλ που συνδέεται με το Γάλλο τραπεζίτη Λαφίτ και προτείνει στο Εκτελεστικό δάνειο 40 εκατ. γροσίων, με επιτόκιο 6% και υποθήκη τις εθνικές γαίες. Το τοκοχρεολύσιο θα εδίδετο από τις δημόσιες προσόδους , που θα εισέπρατταν Άγγλοι υπάλληλοι. Σας θυμίζει τίποτε.

Η πρόταση απορρίπτεται αλλά η ανάγκη εξέρευσης κεφαλαίων είναι επιτακτική. Τελικά, μετά από παρέμβαση του Λόρδου Βύρωνα και τις ενέργειες του φιλελληνικού κομιτάτου στο Λονδίνο, το Εκτελεστικό εξουσιοδότησε τον Ιωάννη Ορλάνδο και τον Ανδρέα Λουριώτη να μεταβούν στην αγγλική πρωτεύουσα. Στις 21 Φεβρουαρίου 1824, εκδόθηκε δάνειο 800.000 λιρών, εξοφλητέο σε 36 χρόνια, με χρεολύσιο 8.000 λίρες και τόκο 5% επί της ονομαστικής αξίας. Εγγύηση για την πληρωμή των τόκων ήταν όλα τα δημόσια έσοδα, ενώ για το κεφάλαιο υποθηκεύτηκαν όλες οι εθνικές γαίες.  Το καθαρό ποσό που εκταμιεύθηκε ήταν 472.000 λίρες και το τελικό ποσό που εισέρευσε ανήλθε στις 280.000 λίρες.

Οι Ορλάνδος και Λουριώτης κατηγόρησαν τους Άγγλους τραπεζίτες ως κερδοσκόπους και αχρείους. Δυστυχώς, το δάνειο θα το διαχειριστεί η κυβέρνηση Κουντουριώτη, βυθίζοντας τον επαναστατημένο λαό στο Β’ Εμφύλιο που ξεσπά τον Οκτώβριο του 1824. Ο Ιω.Κωλέττης χρησιμοποιεί τα χρήματα του δανείου για να μεταφέρει τα στρατεύματα των Γκούρα και Καραϊσκάκη στη Πελοπόννησο, που φέρονται με πρωτοφανή βίαιο τρόπο, ως στρατός εισβολής και αργότερα κατοχής, με άγριες λεηλασίες και εγκλήματα, που θυμίζουν τις βιαιότητες των Αλβανών μισθοφόρων του Οθωμανικού στρατού μετά τα Ορλωφικά!   

Το δεύτερο δάνειο

Την επόμενη χρονιά θα συναφθεί και πάλι από τους Ορλάνδο και Λουριώτη, το δεύτερο δάνειο για την αγορά φρεγατών και την αποστολή ξένου στρατού. Αυτό ανήλθε σε 2.000.000 λίρες, που εκκαθαρίστηκε σε 816.000 λίρες και όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Α.Ανδρεάδης μόνο 232.558 λίρες «διέφυγε τους όνυχας των Άγγλων και Αμερικανών κερδοσκόπων». Χορηγοί του δανείου ήταν και διαχειριστές, οι αδελφοί Ρίκαρντ και οι φίλοι τους Έλλις, αποκληθέντες από τους Τάιμς «Τετραρχία». 

Πολεμικές δαπάνες. Από τις 816.000 λίρες σημαντικό ποσό (392.000 λίρες) δαπανήθηκε σε πολεμικές παραγγελίες.

Α. για παραγγελία ελαφρών και βαρέων όπλων (77.000 λίρες), όπου για την αγορά μετρητοίς των όπλων και των πολεμοφοδίων αξίας 49.160 λιρών, κατηγορήθηκαν οι επίτροποι γιαπί δεν επέτυχαν την προβλεπόμενη έκπτωση 10%, ενώ σημαντικά λάθη έγιναν και στη προμήθεια των κανονιών.

Β. παραγγέλθηκε στις ΗΠΑ η ναυπήγηση δύο φρεγατών των 50 κανονιών και έξι μικρότερων που θα έπρεπε να είναι έτοιμες σε 6 μήνες. Όμως τα αμερικανικά ναυπηγεία ακολούθησαν γκανγκστερική τακτική, καθυστέρησαν, ανέβασαν υπέρογκα το κόστος με διάφορες προφάσεις, απειλώντας τελικά ότι αν δεν καταβληθούν οι εξτρεμιστικές απαιτήσεις τους θα πουλήσουν τα ημιτελή πλοία σε άλλες χώρες. Λύση στο αδιέξοδο δίνει ο Αλέξανδρος Κοντόσταβλος που φτάνει στις ΗΠΑ τον Απρίλιο του 1826, μετά από επέμβαση του Προέδρου Άνταμς και την απόφαση του Κογκρέσου να αγοράσουν οι ΗΠΑ τη μια φρεγάτα. Τελικά στην Ελλάδα φτάνει η φρεγάτα «Ελλάς» με 64 κανόνια, αρχές Δεκεμβρίου 1826, για να την ανατινάξει στο αντικαποδιστριακό κίνημα του 1831, ο Ανδρέας Μιαούλης μαζί με την κορβέτα «Ύδρα».

Γ. ο τραπεζικός οίκος Ρίκαρντ επέβαλε την πρόσληψη του ναυάρχου Κόχραν, που ανέλαβε ως Ναύαρχος όλου του επικουρικού στόλου», με αμοιβή 57.000 λίρες, από τις οποίες προκαταβλήθηκαν 37.000 λίρες, ποσό που χαρακτηρίστηκε αποζημίωση απαιτήσεως 37.000 λιρών που είχε ο Κόχραν κατά της Βραζιλίας και δεν μπορούσε να αξιώσει την πληρωμή. Επίσης, παρακατέθεσε 113.000 λίρες για την αγορά ή ναυπήγηση 5 ατμόπλοιων, ενώ αγόρασε αντί 4.700 λιρών την ημιολία «Μονόκερως» ως θαλαμηγό, εξοπλίζοντας την με πολυτελή τρόπο. Η ναυπήγηση των ατμόπλοιων αργεί δραματικά καθώς το ναυπηγείο Δέστφορντ συνεργάζεται με τον Ιμπραήμ.

Τέλος, ο Κόχραν βαρύνεται για τα σχεδιαστικά λάθη και της εγκατάστασης ακατάλληλων μηχανών, που αργά ή γρήγορα οδήγησαν τα πλοία στην αχρηστία. Καλύτερη τύχη είχε μόνο η κορβέτα «Καρτερία», οφειλόμενη στον αγνότερο των φιλελλήνων, τον Άγγλο πλοίαρχο Φρανκς Άμπνευ Άστιγξ, που ανέλαβε την επίβλεψη της ναυπήγησης της και αργότερα διορίστηκε κυβερνήτης της. Μάλιστα, καθοδηγώντας την επάνδρωση της συγκρούστηκε με τους Υδραίους λέγοντας:

«δεν ήλθα για διασκέδαση. Ήλθα να πολεμήσω και όχι να ρίξω βόμβες στον αέρα. θα προσλάβω χρήσιμους»!

 Έμελλε να τραυματιστεί θανάσιμα στην επίθεση κατά του Αιτωλικού το Μάιο του 1828 και να εκπνεύσει μετά από λίγες ημέρες στη Ζάκυνθο. Αντίθετα, ο Κόχραν ευθύνεται για η διάλυση του στρατοπέδου του Πειραιά και την σφαγή στον Ανάταλο. Σε όλα τα πολεμικά επεισόδια που καθοδηγούσε παρέμενε στη θαλαμηγό του «γιατί δεν εύρισκε σκόπιμο να πάρει το ταμείο του, που έφθανε τις 20.000 λίρες, μακριά από την προστασία της αγγλικής σημαίας». Αργότερα, ο Καποδίστριας απέλυσε τον Κόχραν που δεν εμπιστευόταν και αποκατέστησε στην ναυαρχία το Μιαούλη.

Ποια η τύχη των Επιτρόπων Για τη διαχείριση εκ μέρους των Ορλάνδου και Λουριώτη διεξήχθη έρευνα γιατί κατηγορήθηκαν από τον Γ.Σπανιολάκη για πολυτελή ζωή, για ιδιοποίηση χρηματικού ποσού από αγοραπωλησίες μετοχών του δανείου, για σπατάλη στην ναυπήγηση πλοίων. Στις 14 Μαρτίου 1832, οι ανωτέρω εμφανίζονται να οφείλουν στο Δημόσιο Ταμείο 31.323,71 λίρες, ο δε Κοντόσταυλος κλήθηκε να λογοδοτήσει για 104.179,28 δίστιλα.  Τελικά, μετά από μακρύ αγώνα, Ορλάνδος και Λουριώτης υποχρεώθηκαν στις 14 Ιανουαρίου 1835 από το Ελεγκτικό Συνέδριο να καταβάλλουν 809.008, 18 δραχμές, απόφαση που δεν εκτελέστηκε.

Ο Χιώτης έμπορος Κοντόσταυλος ανήγειρε μέγαρο, επί της σημερινής οδούς Σταδίου, όπου η Παλαιά Βουλή, που θεωρήθηκε προϊόν του δανείου για τη ναυπήγηση. Ο Κοντόσταυλος καταδικάστηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο στις 3 Οκτωβρίου 1835 στην επιστροφή του ανωτέρω ποσού. Για να αποφύγει την εκτέλεση της αποφάσεως διέφυγε στην Πόλη. Δηλαδή, αυτός που είχε μεσολαβήσει να αγοραστούν εξοπλισμοί για την Ελληνική Επανάσταση κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κατέφυγε στον Σουλτάνο για να μην πληρώσει τα λεφτά που καταχράστηκε! Μετά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 επέστρεψε, η δίκη επαναλήφθηκε και απηλλάγη.

Η στάση πληρωμών

Το 1827, η Επαναστατημένη Ελλάδα αδυνατούσε να εξυπηρετήσει το χρέος και κήρυξε στάση πληρωμών. Η στάση πληρωμών για τα δύο δάνεια άφησε την Ελλάδα εκτός χρηματιστηρίων. Όταν το 1863, ο Γεώργιος Α’ αναχώρησε από τη Δανία για την Ελλάδα, οι δανειστές συνήλθαν στο Λονδίνο και εξέφρασαν την ευχή: «Ελπίζομεν η Ελλάς θα εννοήση ότι η πίστις είναι η ζωή των εθνών».  Μόνο το 1879 άνοιξαν οι χρηματαγορές για δανεισμό, μετά από τον συμβιβασμό της σύναψης σύμβασης το 1875, που προέβλεπε έκδοση νέων ομολογιών 1.200.000 λιρών. Να σημειωθεί ότι οι ομολογιούχοι του 1875 δεν ήταν οι αρχικοί Άγγλοι δανειστές, αλλά Ολλανδοί κερδοσκόποι που αγόρασαν τα δάνεια της Ανεξαρτησίας σε ευτελιστικές τιμές (5-10% της ονομαστικής τους αξίας). Η εξόφληση των δανείων της Επανάστασης συντελέστηκε την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα.