PULS: Τα επόμενα βήματα μέχρι τις υπογραφές – «Καθαρό» 25% εγχώριας συμμετοχής το προαπαιτούμενο

*του Κώστα Σαρικά

Το πρόγραμμα PULS έχει περάσει το πολιτικό και θεσμικό κατώφλι, με την έγκριση από την αρμόδια επιτροπή της Βουλής και την απόφαση να θεωρείται πλέον δεδομένη.

Από εδώ και πέρα, όμως, αρχίζει η φάση που κρίνει αν μια μεγάλη προμήθεια θα παραμείνει ένα ακόμα εξοπλιστικό πρόγραμμα, ή αν θα μετατραπεί σε επιχειρησιακό άλμα με διάρκεια, διαθεσιμότητες και κυρίως πραγματικό αποτύπωμα στην εγχώρια αμυντική βιομηχανία.

Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο εστιάζει το Στρατιωτικό Επιτελείο, καθώς μπαίνουμε στην τελική ευθεία μέχρι την υλοποίηση του προγράμματος. Το ζητούμενο είναι διπλό: να «κλειδώσει» ένα πακέτο 36 εκτοξευτών με το πλήρες επιχειρησιακό τους οικοσύστημα και, ταυτόχρονα, να αποτυπωθεί με μετρήσιμο τρόπο η εγχώρια συμμετοχή, τουλάχιστον στο 25%, χωρίς «γκρίζες ζώνες», χωρίς ασαφείς διατυπώσεις και χωρίς δημιουργική λογιστική.

Από την έγκριση στη σύμβαση: Tι απομένει μέχρι τις υπογραφές

Η κοινοβουλευτική έγκριση είναι ένα αποφασιστικό ορόσημο, αλλά δεν ισοδυναμεί με σύμβαση. Στο δρόμο μέχρι τις υπογραφές υπάρχουν συγκεκριμένα βήματα που πρέπει να ολοκληρωθούν και, κυρίως, να συνδυαστούν μεταξύ τους. Η ΓΔΑΕΕ έχει ως στόχους:

Το PULS δεν είναι απλώς εκτοξευτές. Είναι πακέτο που περιλαμβάνει πυρομαχικά, εκπαίδευση, υποστήριξη, εξομοιωτές, εργαλεία συντήρησης, αρχικά αποθέματα ανταλλακτικών, τεχνική τεκμηρίωση, καθώς και τα απαραίτητα στοιχεία διοίκησης και ελέγχου. Το πρώτο κρίσιμο βήμα είναι να «κλειδώσει» η ακριβής σύνθεση του πακέτου με πλήρη τεχνικά παραρτήματα, ώστε να μην υπάρχουν «ανοιχτά» σημεία που θα επιστρέψουν αργότερα ως καθυστερήσεις ή επιπλέον κόστη.

Στη δημόσια συζήτηση έχει καταγραφεί ότι οι εκτοξευτές θα ενσωματωθούν σε τροχοφόρα οχήματα και ειδικά σε 6×6 λύση, κάτι που συνδέεται άμεσα με τη φιλοσοφία υψηλής κινητικότητας. Η ένταξη του εκτοξευτή σε νέο φορέα απαιτεί μελέτες, δοκιμές, πιστοποιήσεις, διαδικασίες αποδοχής και, κυρίως, συγκεκριμένες δεσμεύσεις για το ποιος κάνει τι, πού και με ποιον χρόνο παράδοσης. Αυτά γράφονται στη σύμβαση και στα παραρτήματά της, όχι σε παρουσιάσεις.

Σε σύγχρονα πυραυλικά συστήματα, το «availability rate» είναι επιχειρησιακή ισχύς. Γι’ αυτό και η υποστήριξη δεν πρέπει να είναι γενικόλογη. Οι ρήτρες, τα επίπεδα συντήρησης, ο χρόνος αποκατάστασης βλαβών, η διαχείριση ανταλλακτικών και η τεχνική επάρκεια πρέπει να αποτυπωθούν σε δεσμευτικά κείμενα. Ειδικά αν ο στόχος είναι ο PULS να αποτελέσει κορμό νέας φιλοσοφίας πυρών, η υποστήριξη είναι προϋπόθεση, όχι «παράρτημα».

Η «καρδιά» της διαπραγμάτευσης: εγχώρια συμμετοχή με καθαρούς όρους

Εδώ βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό και επιχειρησιακό διακύβευμα της τελικής ευθείας. Το ελάχιστο 25% εγχώριας συμμετοχής έχει τεθεί δημόσια ως στόχος.

Το «προαπαιτούμενο» δεν είναι να αναφερθεί το ποσοστό σε μια πρόταση. Είναι να οριστεί τι ακριβώς μετρά ως ελληνική συμμετοχή, πώς υπολογίζεται, ποιος το ελέγχει και ποια είναι η κύρωση αν δεν επιτευχθεί.

Τι σημαίνει «καθαρό» 25% και γιατί γίνεται κόκκινη γραμμή

Η εμπειρία από μεγάλες προμήθειες δείχνει ότι το ποσοστό εγχώριας συμμετοχής μπορεί εύκολα να «θαμπώσει» αν δεν υπάρξει αυστηρός ορισμός. «Καθαρό» 25% σημαίνει:

Όχι υποσχέσεις για μελλοντικές συνεργασίες, αλλά εργασίες με τιμολόγηση, προδιαγραφές και παραδοτέα: κατασκευή υποσυστημάτων, καλωδιώσεων, εξαρτημάτων, βάσεων, κιτ ενσωμάτωσης, εργασίες συντήρησης, υποστήριξη λογισμικού, πιστοποιήσεις, δοκιμές.

Το αποτύπωμα είναι να αποκτήσει η Ελλάδα δυνατότητα υποστήριξης σε βάθος χρόνου: τεχνική εκπαίδευση, εργαλεία, διαδικασίες, πρόσβαση σε τεχνικά δεδομένα που επιτρέπουν εργασίες επιπέδου εργοστασίου, όχι μόνο αλλαγές ανταλλακτικών.

Αν η συντήρηση υψηλού επιπέδου απαιτεί αποστολή συστημάτων στο εξωτερικό, τότε σε περίοδο κρίσης η ικανότητα περιορίζεται. Αντίθετα, ένα κέντρο υποστήριξης στην Ελλάδα μεταφράζεται σε διαθεσιμότητες, σε ταχύτερη αποκατάσταση, σε επιχειρησιακή αυτονομία.

Γι’ αυτό και το 25% δεν είναι απλώς «βιομηχανικός όρος». Είναι επιχειρησιακός όρος. Και γι’ αυτό αντιμετωπίζεται ως βασικό προαπαιτούμενο πριν πέσουν οι υπογραφές.

Τα 36 συστήματα και η λογική του πακέτου

Η συμφωνία αφορά 36 εκτοξευτές με συνολικό κόστος που αποτυπώνεται περίπου στα 650 εκατ. ευρώ και περιγράφεται ως κίνηση ενίσχυσης της αποτροπής στον Έβρο και στο Αιγαίο. Στην ίδια εικόνα έχει αποτυπωθεί και η αναφορά ότι το σύστημα προσφέρει εμβέλειες έως 300 χλμ, στοιχείο που μετακινεί το πυραυλικό πυροβολικό σε ρόλο βαθιάς κρούσης. 

Το κρίσιμο επιχειρησιακό σημείο είναι ότι ο PULS είναι πλατφόρμα. Η αξία της πλατφόρμας κρίνεται από τα πυρομαχικά, από τον αριθμό τους, από την κλιμάκωση εμβέλειας, από την ακρίβεια, από την ανθεκτικότητα σε παρεμβολές και από το πόσο γρήγορα μπορεί να περάσει από «στοχοποίηση» σε βολή.

Αυτός είναι και ο λόγος που οι τελικές διαπραγματεύσεις δεν αφορούν μόνο το  αριθμό των εκτοξευτών. Αφορούν τη σύνθεση του αποθέματος πυρομαχικών, τον ρυθμό αναπλήρωσης, τις συμβάσεις υποστήριξης, τις εκπαιδεύσεις και, βεβαίως, την ένταξη σε δομές διοίκησης και ελέγχου.

Επιχειρησιακή ένταξη στο Πυροβολικό 

Παράλληλα με τα συμβατικά βήματα, τρέχει και η επιπλέον δουλειά του Επιτελείου σε επίπεδο οργάνωσης ώστε τα συστήματα να ενταχθούν στη φαρέτρα του Πυροβολικού.

Φωτογραφία Κώστας Σαρικάς / OnAlert.gr

Η πολιτική διάσταση και ο ευρύτερος άξονας συνεργασίας

Το PULS δεν εμφανίζεται ως αποκομμένη προμήθεια. Η εικόνα που προβάλλεται είναι ότι η Αθήνα ενισχύει συνολικά τη συνεργασία με το Ισραήλ, με τα πυραυλικά συστήματα να εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλέγμα συνεργασίας και προγραμμάτων. Σε αυτό το πλαίσιο, το ζητούμενο για την ελληνική πλευρά είναι να εξασφαλίσει ότι κάθε μεγάλη συμφωνία επιστρέφει και στο εσωτερικό με έργο, τεχνογνωσία, δυνατότητα υποστήριξης και δημιουργία βάσης για επόμενα βήματα.

Οι υπογραφές μπορεί να πλησιάζουν όμως το τελικό αποτέλεσμα θα κριθεί από το τι ακριβώς θα αποτυπωθεί στη σύμβαση. Το PULS είναι ήδη μια επιλογή με σαφές επιχειρησιακό αποτύπωμα, η οποία εγκρίθηκε θεσμικά και προχωρά.

Το προαπαιτούμενο είναι να διασφαλιστεί ότι η εγχώρια συμμετοχή θα είναι «καθαρή»: με πραγματικό έργο στην Ελλάδα, με μεταφορά τεχνογνωσίας που αυξάνει την αυτονομία και με δομές υποστήριξης που εξασφαλίζουν διαθεσιμότητες όταν αυτές θα μετρήσουν περισσότερο. Αυτό είναι το σημείο που ξεχωρίζει ένα ακόμα πρόγραμμα από μια στρατηγική επένδυση. Άλλωστε ακολουθεί και το σαφώς μεγαλύτερο πρόγραμμα του «θόλου». Έτσι, η σύμβαση για τους PULS θα αποτελεί και «πιλότο» για τις επόμενες πολύ μεγαλύτερες συμβάσεις που θα αφορούν τα αντιαεροπορικά συστήματα.