Ένα από τα πιο σημαντικά αλλά και κοστοβόρα εξοπλιστικά προγράμματα του πολεμικού ναυτικού των ΗΠΑ, τα stealth αντιτορπιλικά νέας γενιάς τύπου Zumwalt, αντιμετωπίζει σοβαρές καθυστερήσεις στην αναβάθμισή του, καθώς το πρώτο πολεμικό πλοίο της ομώνυμης κλάσης αναμένεται να επιστρέψει σε επιχειρησιακή λειτουργία τους επόμενους μήνες.
Ειδικότερα, οι ΗΠΑ αναμένεται ότι το υπερσύγχρονο αντιτορπιλικό USS Zumwalt, εξοπλισμένο πλέον με τους νέους εκτοξευτές για υπερηχητικούς πυραύλους μεσαίους βεληνεκούς CPS (Conventional Prompt Strike) θα επανενταχθεί σε υπηρεσία με το U.S Navy, παρά το γεγονός ότι οι εργασίες αναβάθμισης – που ξεκίνησαν το 2023 – έχουν καθυστερήσει.
Αν και ξεκίνησε με φιλοδοξίες και τεράστιες απαιτήσεις, το εξοπλιστικό πρόγραμμα των αντιτορπιλικών κλάσης Zumwalt έχει αποδειχθεί ένας τεράστιος «πονοκέφαλος» για το αμερικανικό πολεμικό ναυτικό, αφού από τα δεκάδες πολεμικά πλοία που αρχικά θα κατασκεύζαν οι ΗΠΑ, τελικά κατέληξαν μόνο σε τρία, το USS Zumwalt (DDG-1000), το USS Michael Monsoor (DDG-1001) και το USS Lyndon B. Johnson (DDG-1002).
Επίσης, σημαντικά προβλήματα έχουν προκύψει σε ό,τι αφορά το σύστημα πρόωσης των αντιτορπιλικών ενώ στη συνέχεια κρίθηκε επιτακτική ανάγκη ο εκσυγχρονισμός τους, με σημείο αναφοράς την αντικατάσταση των ναυτικών πυροβόλων 155 χιλιοστών με τους υπερηχητικούς πυραύλους μεσαίου βεληνεκούς.
Όπως αναφέρει πρόσφατη έκθεση του Γραφείο Λογοδοσίας της αμερικανικής κυβέρνησης (GAO) τα ναυτικά πυροβόλα στο πρώτο αντιτορπιλικό που αναβαθμίστηκε με ιδιαίτερη καθυστέρηση, το USS Zumwalt, έδωσαν τη θέση τους σε τέσσερις εκτοξευτές, ο καθένας από τους οποίους μπορεί να εξοπλιστεί με υπερηχητικούς πυραύλους τύπου CPS.
Όμως εκεί ακριβώς έχει εντοπιστεί το μεγαλύτερο πρόβλημα.

Παρά τις επιτυχημένες χερσαίες δοκιμές των συγκεκριμένων πυραύλων, το πολεμικό ναυτικό και ο στρατός ξηράς των ΗΠΑ δεν συνεργάζονται στην από κοινού ανάπτυξη και παραγωγή τους, κάτι ωστόσο που έχουν συμφωνήσει στο παρελθόν – ο κάθε κλάδος για τις επιχειρησιακές ανάγκες τους – κυρίως για την μείωση του κόστους και την ενίσχυση της διαλειτουργικότητας. Από την μία, ο αμερικανικός στρατός ξηράς υλοποιεί το πρόγραμμα Dark Eagle και απο την άλλη το αμερικανικό πολεμικό ναυτικό το πρόγραμμα για τους πυραύλους τύπου CPS.
Το γεγονός ότι οι δύο πλευρές δεν συντονίζονται και δεν συνεργάζονται αποτελεσματικά έχει προκαλέσει καθυστερήσες, αύξηση κόστους και εν γένει έχει «πάει πίσω» την επόμενη φάση δοκιμών των υπερηχητικών πυραύλων, οι οποίες ενώ είχαν προγραμματιστεί για το 2025, αναβλήθηκαν για το 2027. Σύμφωνα με το GAO, η ενσωμάτωση των υπερηχητικών πυρομαχικών στα αμερικανικά stealth αντιτορπιλικά έχει καθυστερήσει 2 χρόνια.
Σημειώνεται ότι τα βλήματα τύπου Conventional Prompt Strike με τους οποίους εξοπλίζονται τα Zumwalt αποτελούνται αφενός από έναν πύραυλο προώθησης (rocket booster) και αφετέρου από ένα υπερηχητικό όχημα ολίσθησης στην κορυφή που μπορεί να χτυπήσει έναν στόχο χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά σε περίπου 30 λεπτά, σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους.
Συγκεκριμένα, ο προωθητής (που μοιάζει με βαλλιστικό πύραυλο) εκτοξεύεται από το πολεμικό πλοίο και όταν φτάσει στη βέλτιστη ταχύτητα και υψόμετρο, τότε αποκολλάται το υπερηχητικό όχημα ολίσθησης – που ενσωματώνει και την πολεμική κεφαλή – το οποίο πραγματοποιεί ελιγμούς στην πορεία του προς τον στόχο για να μην μπορούν τα εχθρικά συστήματα αεράμυνας να τον αναχαιτίσουν.

Ένα άλλο σημαντικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ είναι το αυξανόμενο κόστος των υπερηχητικών πυραύλων. Από τα 31 δισεκατομμύρια δολάρια που κόστιζαν 262 υπερηχητικοί πύραυλοι τύπου IRCPS το 2020, πλέον 224 πύραυλοι κοστίζουν 41 δισεκατομμύρια δολάρια.
Σε κάθε περίπτωση, το αμερικανικό πολεμικό ναυτικό περιμένει την επιστροφή των υπερσύγχρονων αντιτορπιλικών στις θάλασσες, όμως παράλληλα πρέπει να επικεντρωθεί ώστε να επισπεύσει τόσο την διαδικασία εκσυγχρονισμού τους όσο και την ανάπτυξη των υπερηχητικών πυρομαχικών.
Με πληροφορίες από: Defense News / The War Zone




