Η ελληνική αεροπυρόσβεση έχει πληρώσει βαρύ φόρο αίματος τις τελευταίες δεκαετίες. Πληρώματα αεροσκαφών και ελικοπτέρων έχασαν τη ζωή τους επιχειρώντας πάνω από τα πύρινα μέτωπα, σε αποστολές που συγκαταλέγονται στις πιο απαιτητικές και επικίνδυνες της αεροπορίας. Μέχρι σήμερα, όμως, όλα σχεδόν τα δυστυχήματα οφείλονταν σε πρόσκρουση στο έδαφος, σε απώλεια στήριξης λόγω των ακραίων συνθηκών ή σε τεχνική βλάβη. Ποτέ δεν είχε καταγραφεί στην Ελλάδα σύγκρουση δύο εναέριων μέσων κατά τη διάρκεια επιχείρησης αεροπυρόσβεσης. Το δυστύχημα στην Ψάθα με τα δύο Bell 214ST του Πυροσβεστικού Σώματος αποτελεί ένα πρωτοφανές γεγονός για τα ελληνικά χρονικά και ανοίγει μια εξαιρετικά σύνθετη διερεύνηση, από την οποία θα προκύψουν κρίσιμα συμπεράσματα όχι μόνο για τα αίτια της τραγωδίας, αλλά και για το μέλλον των επιχειρήσεων αεροπυρόσβεσης στη χώρα.
Ανάλογο δυστύχημα στην Καλιφόρνια
Αν και οι συγκρούσεις εναέριων μέσων κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων αεροπυρόσβεσης είναι εξαιρετικά σπάνιες σε διεθνές επίπεδο, ένα ανάλογο περιστατικό είχε σημειωθεί στις 6 Αυγούστου 2023 στην Καλιφόρνια των ΗΠΑ. Κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς Broadway Fire, ένα ελικόπτερο Bell 407 του Cal Fire συγκρούστηκε στον αέρα με ένα Sikorsky S-64 Air Crane, ενώ τα δύο μέσα επιχειρούσαν στο ίδιο πύρινο μέτωπο. Το Bell 407 συνετρίβη αμέσως μετά τη σύγκρουση, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους και οι τρεις επιβαίνοντες, ενώ το Air Crane, παρά τις ζημιές που υπέστη, κατάφερε να πραγματοποιήσει αναγκαστική προσγείωση. Η υπόθεση διερευνήθηκε σε βάθος από το National Transportation Safety Board (NTSB), το οποίο ανέλυσε καρέ-καρέ τα διαθέσιμα βίντεο, τις ραδιοεπικοινωνίες, τις καταθέσεις των πληρωμάτων και όλα τα τεχνικά ευρήματα, προκειμένου να διαπιστωθεί η ακριβής αλληλουχία των γεγονότων και να εξαχθούν συμπεράσματα για την περαιτέρω ενίσχυση της ασφάλειας στις επιχειρήσεις αεροπυρόσβεσης. Η περίπτωση της Καλιφόρνιας αναδεικνύει ότι, όσο σπάνιες κι αν είναι οι συγκρούσεις μεταξύ εναέριων μέσων, μπορούν να συμβούν ακόμη και σε χώρες με τεράστια εμπειρία στη διαχείριση μεγάλων δασικών πυρκαγιών, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο σημαντική την πλήρη διερεύνηση της ελληνικής τραγωδίας.
Το βίντεο που θα εξεταστεί καρέ-καρέ
Το βίντεο που καταγράφει τα τελευταία δευτερόλεπτα πριν από την τραγωδία στην Ψάθα αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της διερεύνησης, καθώς αποτυπώνει με μεγάλη ευκρίνεια την αλληλουχία των γεγονότων που οδήγησαν στη σύγκρουση.
Οι ειδικοί αναμένεται να το αναλύσουν καρέ-καρέ, σε συνδυασμό με τις ραδιοεπικοινωνίες, τις καταθέσεις των επιζώντων χειριστών και των μελών των πληρωμάτων, αλλά και τις μαρτυρίες των εναέριων και επίγειων συντονιστών που είχαν την ευθύνη της διαχείρισης των εναέριων μέσων πάνω από το πύρινο μέτωπο. Στόχος είναι να ανασυντεθεί με ακρίβεια κάθε κίνηση των δύο Bell 214ST, να αποτυπωθούν η πορεία, το ύψος, η ταχύτητα και οι μεταξύ τους αποστάσεις, ώστε να διαπιστωθεί τι ακριβώς συνέβη στα ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν από τη σύγκρουση.
Σύμφωνα με όσα διακρίνονται στο διαθέσιμο οπτικό υλικό, η πρώτη επαφή δεν φαίνεται να γίνεται ανάμεσα στη μάνικα μεταφοράς νερού και στο δεύτερο ελικόπτερο, όπως αρχικά εκτιμήθηκε από ορισμένους. Αντίθετα, η εικόνα δείχνει ότι τα skids του ανώτερου Bell 214ST έρχονται σε επαφή με τον κύριο έλικα (main rotor) του ελικοπτέρου που πετούσε χαμηλότερα. Εάν η εκτίμηση αυτή επιβεβαιωθεί από την επίσημη διερεύνηση, πρόκειται για το κρίσιμο σημείο που οδήγησε στην άμεση απώλεια ελέγχου του κάτω ελικοπτέρου.
Αμέσως μετά την επαφή, μέσα σε ελάχιστα κλάσματα του δευτερολέπτου, παρατηρείται η αποδέσμευση της μάνικας και του κάδου μεταφοράς νερού από το ανώτερο Bell 214ST. Η εικόνα δεν δείχνει τη μάνικα να κόβεται από τον έλικα, αλλά να αποσυνδέεται αυτούσια, γεγονός που ενισχύει την εκτίμηση ότι ο χειριστής ενεργοποίησε το σύστημα Emergency Jettison, απορρίπτοντας άμεσα το εξωτερικό φορτίο σε μια ύστατη προσπάθεια να αντιμετωπίσει την κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Αν πράγματι συνέβη αυτό, σημαίνει ότι ο κυβερνήτης αντιλήφθηκε σχεδόν ακαριαία την επαφή και επιχείρησε να αντιδράσει. Ο χρόνος, όμως, που είχε στη διάθεσή του μετριόταν σε ελάχιστα δέκατα του δευτερολέπτου, χωρίς ουσιαστικά να υπάρχει δυνατότητα αποτροπής της τραγωδίας.

Το γιατί, όμως, το ένα Bell 214ST βρέθηκε στην πορεία του άλλου παραμένει το βασικό ερώτημα που καλείται να απαντήσει η έρευνα. Οι αρμόδιοι θα εξετάσουν κάθε πιθανό ενδεχόμενο, από διαφορετική εκτίμηση ύψους ή απόστασης και απώλεια οπτικής επαφής μέχρι τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες που επικρατούν πάνω από μια μεγάλη πυρκαγιά, όπου ο καπνός, τα ισχυρά ανοδικά θερμικά ρεύματα, οι αναταράξεις και ο υψηλός φόρτος εργασίας των πληρωμάτων μπορούν να επηρεάσουν την αντίληψη και τον χρόνο αντίδρασης. Μέχρι την ολοκλήρωση της επίσημης διερεύνησης, ωστόσο, οποιαδήποτε αναφορά στα ακριβή αίτια της σύγκρουσης δεν μπορεί παρά να αντιμετωπίζεται με τη δέουσα επιφύλαξη.
Οι καταθέσεις που θα «φωτίσουν» τα τελευταία δευτερόλεπτα
Εκτός από το βιντεοληπτικό υλικό, καθοριστικής σημασίας για την ανασύνθεση του δυστυχήματος θα είναι οι καταθέσεις όλων όσοι συμμετείχαν ή είχαν άμεση εικόνα της επιχείρησης. Οι ερευνητές αναμένεται να λάβουν λεπτομερείς μαρτυρίες από τους χειριστές και τα μέλη των πληρωμάτων που επέζησαν, καθώς και από τους εναέριους και επίγειους συντονιστές, οι οποίοι είχαν την ευθύνη της διαχείρισης των εναέριων μέσων πάνω από το πύρινο μέτωπο. Παράλληλα, θα αναλυθούν οι καταγεγραμμένες ραδιοεπικοινωνίες, ώστε να διαπιστωθεί ποιες οδηγίες είχαν δοθεί, ποια ήταν η σειρά προσέγγισης των ελικοπτέρων, εάν υπήρξαν προειδοποιήσεις ή αλλαγές της τελευταίας στιγμής και ποια ήταν η εικόνα που είχαν τα πληρώματα ακριβώς πριν από τη σύγκρουση.
Η έρευνα θα επιχειρήσει να ανασυνθέσει δευτερόλεπτο προς δευτερόλεπτο την εξέλιξη της αποστολής. Πότε εισήλθε το κάθε ελικόπτερο στον κύκλο των ρίψεων, ποιο ύψος διατηρούσε, με ποια ταχύτητα πετούσε, ποια ήταν η μεταξύ τους απόσταση και αν υπήρξε οποιαδήποτε απόκλιση από τις καθιερωμένες διαδικασίες. Η συνδυαστική αξιολόγηση των μαρτυριών, των επικοινωνιών και του βίντεο εκτιμάται ότι θα επιτρέψει στους πραγματογνώμονες να διαμορφώσουν μια ολοκληρωμένη εικόνα για τα γεγονότα που οδήγησαν στο πρώτο, σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα δεδομένα, δυστύχημα από σύγκρουση δύο εναέριων μέσων κατά τη διάρκεια επιχείρησης αεροπυρόσβεσης στην Ελλάδα.

Οι κανόνες της αεροπυρόσβεσης – Γιατί η πειθαρχία στον αέρα είναι ζήτημα ζωής και θανάτου
Η εικόνα από το έδαφος, με τα ελικόπτερα και τα αεροσκάφη να πραγματοποιούν διαδοχικές ρίψεις νερού πάνω από τις φλόγες, απέχει πολύ από την πραγματικότητα που βιώνουν τα πληρώματα μέσα στα πιλοτήρια. Για τους χειριστές, κάθε αποστολή αποτελεί μια εξαιρετικά απαιτητική αεροπορική επιχείρηση, στην οποία συνυπάρχουν χαμηλές πτήσεις, περιορισμένη ορατότητα, έντονες αναταράξεις, συνεχείς ελιγμοί και ταυτόχρονη παρουσία πολλών εναέριων μέσων στον ίδιο εναέριο χώρο. Δεν είναι τυχαίο ότι διεθνώς η αεροπυρόσβεση θεωρείται μία από τις δυσκολότερες και πιο επικίνδυνες αποστολές που μπορεί να εκτελέσει ένας χειριστής.
Σε ένα μεγάλο πύρινο μέτωπο στον ελλαδικό χώρο μπορεί να επιχειρούν ταυτόχρονα Bell 214ST, Erickson S-64 Air Crane, Canadair CL-215 και CL-415, Chinook της Αεροπορίας Στρατού με κάδο μεταφοράς νερού, αλλά και μικρότερα ελικόπτερα επιτήρησης ή συντονισμού. Όλα καλούνται να επιχειρήσουν μέσα στον ίδιο εναέριο χώρο, συχνά σε ύψη λίγων δεκάδων μέτρων από το έδαφος, εκτελώντας συνεχείς κύκλους υδροληψίας και ρίψεων. Η ασφαλής συνύπαρξη τόσων διαφορετικών εναέριων μέσων δεν αφήνεται στην εμπειρία ή στην προσωπική κρίση των πληρωμάτων, αλλά στηρίζεται στην αυστηρή τήρηση συγκεκριμένων διαδικασιών.

Η βασική αρχή είναι ότι όλα τα μέσα που επιχειρούν στο ίδιο μέτωπο ακολουθούν προκαθορισμένο κύκλο πτήσης. Εισέρχονται από συγκεκριμένη κατεύθυνση, εκτελούν τη ρίψη στο καθορισμένο σημείο και αποχωρούν από διαφορετική διαδρομή, ώστε να αποφεύγονται διασταυρώσεις πορείας. Παράλληλα, οι χειριστές διατηρούν συνεχή επικοινωνία μέσω ασυρμάτου, ενημερώνοντας για τη θέση τους, την πορεία τους και κάθε αλλαγή που πρόκειται να πραγματοποιήσουν.
Καθοριστικής σημασίας είναι και η διατήρηση οπτικής επαφής μεταξύ των εναέριων μέσων. Σε αντίθεση με τα επιβατικά αεροσκάφη που επιχειρούν σε μεγάλα ύψη και υποστηρίζονται από εξελιγμένα συστήματα ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας και αποφυγής συγκρούσεων, τα πυροσβεστικά ελικόπτερα και αεροσκάφη πετούν σε πολύ χαμηλά ύψη, μέσα σε καπνό και συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες. Η ασφάλεια βασίζεται πρωτίστως στην ικανότητα των χειριστών να βλέπουν ο ένας τον άλλο, να γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή τη θέση των υπόλοιπων μέσων και να προσαρμόζουν ανάλογα την πορεία και την ταχύτητά τους.
Εξίσου σημαντικό στοιχείο αποτελεί η διατήρηση περίπου της ίδιας ταχύτητας και του ίδιου ρυθμού κίνησης μέσα στον κύκλο των ρίψεων. Εάν ένα ελικόπτερο επιβραδύνει σημαντικά ή ένα άλλο προσεγγίσει με μεγαλύτερη ταχύτητα ή από διαφορετικό ύψος, οι αποστάσεις μπορούν να μειωθούν πολύ γρήγορα, αφήνοντας ελάχιστο χρόνο αντίδρασης. Σε τόσο χαμηλά ύψη, ακόμη και λίγα δευτερόλεπτα αρκούν για να μετατραπεί μια απλή απόκλιση σε ιδιαίτερα επικίνδυνη κατάσταση.
Στην οργάνωση όλων αυτών των κινήσεων κομβικό ρόλο διαδραματίζει ο εναέριος συντονιστής (Air Attack Supervisor ή Air Tactical Group Supervisor, ανάλογα με τη δομή της επιχείρησης), ο οποίος έχει τη συνολική εικόνα των μέσων που επιχειρούν από αέρος. Είναι υπεύθυνος για τη σειρά των ρίψεων, τη διαχείριση της κυκλοφορίας, την αποφυγή συμφόρησης πάνω από το μέτωπο και την ασφαλή είσοδο και έξοδο κάθε αεροσκάφους ή ελικοπτέρου. Παράλληλα, βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με τον επίγειο συντονισμό, ώστε οι εναέριες ρίψεις να κατευθύνονται εκεί όπου είναι επιχειρησιακά πιο αναγκαίες, χωρίς να δημιουργούνται πρόσθετοι κίνδυνοι.
Οι δυσκολίες, ωστόσο, δεν περιορίζονται μόνο στον μεγάλο αριθμό των εναέριων μέσων. Ο καπνός μπορεί να μειώσει δραματικά την ορατότητα μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, τα ανοδικά θερμικά ρεύματα που δημιουργεί η φωτιά επηρεάζουν τη συμπεριφορά των ελικοπτέρων και των αεροσκαφών, ενώ οι συνεχείς αλλαγές της έντασης και της κατεύθυνσης του ανέμου μεταβάλλουν διαρκώς τις συνθήκες πτήσης. Τα πληρώματα καλούνται να λαμβάνουν αποφάσεις μέσα σε ελάχιστο χρόνο, έχοντας ταυτόχρονα την ευθύνη της ασφαλούς πτήσης, της εκτέλεσης της αποστολής και της παρακολούθησης της θέσης των υπόλοιπων μέσων.
Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, κάθε συμβάν που αφορά την ασφάλεια πτήσεων αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη σοβαρότητα από τις αρμόδιες αρχές. Ακόμη και περιστατικά στα οποία αποφεύγεται την τελευταία στιγμή μια σύγκρουση καταγράφονται, αναλύονται και αξιοποιούνται για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Σύμφωνα με έμπειρους χειριστές που έχουν συμμετάσχει σε εκατοντάδες ώρες αεροπυρόσβεσης, έχουν υπάρξει κατά καιρούς στιγμές κατά τις οποίες η απόσταση μεταξύ δύο εναέριων μέσων μειώθηκε επικίνδυνα, όμως η εμπειρία των πληρωμάτων και η άμεση αντίδρασή τους απέτρεψαν τα χειρότερα. Το δυστύχημα με τα δύο Bell 214ST αποτελεί, δυστυχώς, την πρώτη περίπτωση στην Ελλάδα όπου μια τέτοια αλληλουχία γεγονότων δεν κατέληξε σε αποφυγή, αλλά σε μια τραγωδία με ανθρώπινες απώλειες.
Bell 214ST: Ο «εργάτης» της αεροπυρόσβεσης
Το Bell 214ST (Super Transport) αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα δικινητήρια ελικόπτερα που χρησιμοποιούνται διεθνώς για αποστολές αεροπυρόσβεσης. Σχεδιάστηκε αρχικά για βαριές μεταφορικές αποστολές, όμως η μεγάλη ισχύς των κινητήρων του, η υψηλή ανυψωτική ικανότητα και η αξιοπιστία του το κατέστησαν ιδανικό για μεταφορά μεγάλων ποσοτήτων νερού με εξωτερικό κάδο (Bambi Bucket).
Βασικά χαρακτηριστικά
- Τύπος: Bell 214ST (Super Transport)
- Κινητήρες: Δύο General Electric CT7-2A
- Ισχύς: περίπου 1.625 shp ο καθένας
- Πλήρωμα: 2 χειριστές
- Μέγιστο βάρος απογείωσης: περίπου 8 τόνοι
- Μέγιστη ταχύτητα: περίπου 260 km/h
- Εξωτερικό φορτίο: αρκετοί τόνοι
- Κάδος (Bambi Bucket): δυνατότητα μεταφοράς περίπου 2.500–3.000 λίτρων νερού, ανάλογα με τη διαμόρφωση και τις επιχειρησιακές συνθήκες.
- Χρόνος υδροληψίας: λίγα δευτερόλεπτα όταν υπάρχει κατάλληλο σημείο υδροληψίας.
Η αποτελεσματικότητά του οφείλεται κυρίως στη δυνατότητα να πραγματοποιεί πολλαπλούς συνεχόμενους κύκλους υδροληψίας και ρίψεων, επιχειρώντας με μεγάλη ακρίβεια ακόμη και σε ιδιαίτερα δύσβατες περιοχές. Ωστόσο, η πτήση με εξωτερικό φορτίο σε χαμηλό ύψος απαιτεί απόλυτη συγκέντρωση και αυστηρή τήρηση των διαδικασιών ασφαλείας.



