«Το Διεθνές Δίκαιο δεν μπορεί να εφαρμόζεται με επιλεκτικό τρόπο και οι κανόνες που διέπουν τις θάλασσες δεν μπορούν να αναδιατυπωθούν ώστε να εξυπηρετήσουν τις φιλοδοξίες μεμονωμένων κρατών», τόνισε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, μιλώντας στη συζήτηση υψηλού επιπέδου της ελληνικής Προεδρίας του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, με θέμα «Διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας: Αναδυόμενες τεχνολογίες και θαλάσσια ασφάλεια».
Αναφερόμενος στο τουρκολιβυκό μνημόνιο για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών, ο πρωθυπουργός το χαρακτήρισε «κατάφωρη παραβίαση των θεμελιωδών αρχών του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας». «Είναι παράνομο, είναι αυθαίρετο και αντιβαίνει στη γεωγραφία την ίδια», σημείωσε.
Ο κ. Μητσοτάκης υπενθύμισε ότι η Ελλάδα και η Λιβύη είναι φυσικοί γείτονες στη θάλασσα, με αντικείμενες ακτές, και έχουν δικαίωμα, βάσει του Διεθνούς Δικαίου, να οριοθετήσουν τις θαλάσσιες ζώνες τους μέσω συμφωνίας.
Αντίθετα, όπως επισήμανε, η Τουρκία και η Λιβύη δεν έχουν αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές, ωστόσο επιχείρησαν να καθορίσουν ένα τεχνητό θαλάσσιο σύνορο μεταξύ τους. «Αυτό είναι παράλογο. Δεν υπάρχει προηγούμενο για μια τέτοια διαγώνια οριοθέτηση», κατέληξε.
Ο πρωθυπουργός σημείωσε ότι οι δύο χώρες επιχείρησαν να χαράξουν θαλάσσιο σύνορο μεταξύ τους, σαν να μην υπήρχαν τα ελληνικά νησιά που βρίσκονται ανάμεσα στις ακτές τους, όπως η Κρήτη και η Ρόδος. «Δεν πρόκειται για ακατοίκητους βράχους στη μέση της θάλασσας. Πρόκειται για ακμάζουσες κοινότητες, με ιστορία αιώνων, δυναμικές οικονομίες, όπου ζουν εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι», είπε.
«Η γεωγραφία δεν μπορεί να ξαναγραφτεί. Και τα κυριαρχικά δικαιώματα δεν μπορούν να διαγραφούν με το να χαράσσονται αυθαίρετες γραμμές σε έναν χάρτη», τόνισε ο κ. Μητσοτάκης.

Παράλληλα, καταδίκασε την επίθεση και τη βύθιση εμπορικού φορτηγού πλοίου ιδιοκτησίας ελληνικής εταιρείας στη Μαύρη Θάλασσα, δηλώνοντας ότι «η στοχοποίηση της εμπορικής ναυτιλίας είναι απολύτως απαράδεκτη». Επανέλαβε την ανάγκη για «μια παγκόσμια θαλάσσια εκεχειρία», επισημαίνοντας ότι η ανασφάλεια στη θάλασσα διαταράσσει τις εφοδιαστικές αλυσίδες, αυξάνει το κόστος μεταφοράς και ασφάλισης και επιβαρύνει τις τιμές ενέργειας και βασικών αγαθών.
Για τον ρόλο της Ευρώπης, υπογράμμισε ότι «δεν μπορεί να φιλοδοξεί να αποτελεί παγκόσμια οικονομική δύναμη, παραμένοντας ταυτόχρονα θεατής όταν διακυβεύεται η ασφάλεια των εμπορικών της οδών». Αναφέρθηκε στην επιχείρηση «ΑΣΠΙΔΕΣ» και ζήτησε ισχυρότερη ευρωπαϊκή παρουσία στην ασφάλεια της ευρύτερης περιοχής. Στάθηκε επίσης στις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης, των δορυφόρων και των προηγμένων αισθητήρων, επισημαίνοντας ότι «η τεχνολογία από μόνη της δεν αποτελεί στρατηγική» και ότι απαιτούνται διεθνής συνεργασία, ανταλλαγή πληροφοριών και επενδύσεις.
Κλείνοντας, επαναβεβαίωσε ότι «η Ελλάδα θα παραμείνει σταθερός υπερασπιστής του διεθνούς δικαίου και της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας», τονίζοντας ότι «η ελευθερία της ναυσιπλοΐας εξαρτάται από τη θαλάσσια ασφάλεια και η θαλάσσια ασφάλεια εξαρτάται από τον σεβασμό στο διεθνές δίκαιο».
Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ




