Η «μάχη» απέναντι στην απειλή που προβάλλει ένα drone δεν δίνεται πλέον μόνο με αντιαεροπορικά βλήματα και μαχητικά αεροσκάφη, αλλά δίνεται ολοένα και περισσότερο μέσα στο αόρατο πεδίο του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος, εκεί όπου ο ηλεκτρονικός πόλεμος εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους πολλαπλασιαστές ισχύος των σύγχρονων Ενόπλων Δυνάμεων.
Οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις τα τελευταία χρόνια έχουν προχωρήσει σε μια σειρά από βήματα στον αντι-drone τομέα και σύμφωνα με πληροφορίες του OnAlert, το ΓΕΕΘΑ προχωρά στην περαιτέρω ενίσχυση του δικτύου αναχαίτισης μη επανδρωμένων αεροσκαφών στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου με την προμήθεια πέντε επιπλέον συστημάτων ηλεκτρονικού πολέμου με τεχνολογία από το Ισραήλ τα οποία θα προστεθούν σε όσα ήδη επιχειρούν.
Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί απλώς αριθμητική ενίσχυση αλλά συνιστά τη δεύτερη φάση ενός σχεδίου που βρίσκεται σε εξέλιξη τα τελευταία χρόνια και αποσκοπεί στη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου «Drone Dome» πάνω από τις πλέον ευαίσθητες περιοχές του Αιγαίου.
Η απόφαση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία τα drones έχουν μετατραπεί σε βασικό εργαλείο συλλογής πληροφοριών, επιτήρησης και επιχειρησιακής υποστήριξης.
Η καθημερινή πλέον παρουσία μη επανδρωμένων αεροχημάτων στην ευρύτερη περιοχή του Ανατολικού Αιγαίου έχει καταστήσει σαφές ότι η αντιμετώπισή τους δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στα κλασικά μέσα αεράμυνας.
Απαιτείται ένας συνδυασμός αισθητήρων, ηλεκτρονικού πολέμου και αντιαεροπορικών συστημάτων, τα οποία λειτουργούν συμπληρωματικά και όχι ανταγωνιστικά.
Από το hard kill στο soft kill
Οι επιχειρήσεις στην Ουκρανία, στη Μέση Ανατολή αλλά και στην Ερυθρά Θάλασσα απέδειξαν ότι το μέλλον της αντιμετώπισης των UAV δεν βρίσκεται αποκλειστικά στην κατάρριψή τους, αλλά βρίσκεται πρωτίστως στην ικανότητα εξουδετέρωσης της αποστολής τους.
Αυτό ακριβώς υπηρετούν τα συστήματα soft kill, τα οποία δεν επιδιώκουν να καταστρέψουν το drone αλλά να το καταστήσουν επιχειρησιακά αναποτελεσματικό μέσω τεχνικών ηλεκτρονικού πολέμου. Η φιλοσοφία αυτή προσφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα δηλαδή ταχύτερη αντίδραση, μικρότερο επιχειρησιακό κόστος και δυνατότητα αντιμετώπισης πολλαπλών στόχων χωρίς τη χρήση πολύτιμων πυραυλικών μέσων.
Ένα αντιαεροπορικό βλήμα μπορεί να κοστίζει εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ. Ένα UAV κοστίζει συχνά πολύ λιγότερο. Η χρήση ηλεκτρονικών μέσων επιτρέπει την αντιμετώπιση της απειλής χωρίς την κατανάλωση ακριβών πυρομαχικών, διατηρώντας τα αντιαεροπορικά όπλα για στόχους υψηλότερης προτεραιότητας, όπως επανδρωμένα αεροσκάφη, πυραύλους cruise ή βαλλιστικές απειλές.
Αυτός είναι και ο λόγος που όλες σχεδόν οι δυτικές Ένοπλες Δυνάμεις επενδύουν πλέον μαζικά σε anti-drone τεχνολογίες. Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση. Αντίθετα, συγκαταλέγεται στις χώρες που επέλεξαν να αναπτύξουν εγκαίρως σχετικές δυνατότητες, αξιοποιώντας τόσο εγχώρια τεχνογνωσία όσο και συνεργασίες με κορυφαίες εταιρείες του εξωτερικού.
Η ελληνική εμπειρία που έφερε το επόμενο βήμα
Τα τελευταία χρόνια οι Ένοπλες Δυνάμεις επένδυσαν συστηματικά στην απόκτηση τεχνογνωσίας, στη δοκιμή νέων τεχνολογιών και στην αξιολόγηση διαφορετικών λύσεων, πάντα με γνώμονα τις ιδιαίτερες επιχειρησιακές απαιτήσεις του Αιγαίου.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την πορεία διαδραμάτισε το σύστημα «Κένταυρος», το οποίο αποτέλεσε την πρώτη ουσιαστική ελληνική απάντηση στην αυξανόμενη απειλή των UAV. Η εξέλιξη του συστήματος, με σημαντική συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας και ιδιαίτερα της Ελληνικής Αεροπορικής Βιομηχανίας, απέδειξε ότι η χώρα διαθέτει πλέον αξιόλογη τεχνογνωσία στον τομέα του ηλεκτρονικού πολέμου.
Η επιχειρησιακή αξιοποίηση του συστήματος σε απαιτητικό περιβάλλον προσέφερε πολύτιμα συμπεράσματα, τα οποία αξιοποιήθηκαν για τη βελτίωση των δυνατοτήτων του αλλά και για τον συνολικό σχεδιασμό της ελληνικής anti-drone άμυνας. Τα διδάγματα αυτά δεν περιορίστηκαν μόνο στο ίδιο το σύστημα, αλλά επηρέασαν συνολικά τη φιλοσοφία ανάπτυξης του δικτύου ηλεκτρονικού πολέμου των Ενόπλων Δυνάμεων.
Η δεύτερη φάση του Drone Dome
Η απόφαση για την προμήθεια επιπλέον συστημάτων εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη φιλοσοφία.Τα νέα συστήματα δεν προορίζονται να λειτουργήσουν απομονωμένα. Θα ενσωματωθούν στο ήδη υπάρχον δίκτυο, αυξάνοντας τη γεωγραφική κάλυψη, την ευελιξία ανάπτυξης και τη δυνατότητα αλληλοϋποστήριξης μεταξύ διαφορετικών περιοχών ενδιαφέροντος.
Με την ολοκλήρωση της δεύτερης φάσης, οι Ένοπλες Δυνάμεις θα διαθέτουν σαφώς μεγαλύτερη ευχέρεια στη διάταξη των συστημάτων τους, προσαρμόζοντας τη διάταξη ανάλογα με τις επιχειρησιακές ανάγκες και την εκάστοτε εικόνα ασφαλείας.
Πρόκειται για μία προσέγγιση που ακολουθούν πλέον όλες οι σύγχρονες στρατιωτικές δυνάμεις. Αντί της προστασίας μεμονωμένων εγκαταστάσεων, δημιουργούνται δικτυοκεντρικά πλέγματα άμυνας, στα οποία κάθε αισθητήρας και κάθε σύστημα συμβάλλει στη συνολική επιχειρησιακή εικόνα.
Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να εντοπιστεί ένα UAV, αλλά να υπάρχει η δυνατότητα έγκαιρης αξιολόγησης, διαμοιρασμού της πληροφορίας και επιλογής του καταλληλότερου μέσου αντιμετώπισης. Σε άλλες περιπτώσεις αυτό μπορεί να είναι ένα σύστημα ηλεκτρονικού πολέμου. Σε άλλες ένα αντιαεροπορικό όπλο. Σε άλλες ένας συνδυασμός των δύο.
Τουρκικά UAV και ελληνική απάντηση
Η συνεχής επένδυση της Τουρκίας στα μη επανδρωμένα αεροχήματα δεν πέρασε απαρατήρητη από το ελληνικό στρατιωτικό επιτελείο. Τα τελευταία χρόνια, τα Bayraktar TB2, τα Akinci και οι υπόλοιπες πλατφόρμες της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας έχουν αναλάβει ολοένα και περισσότερες αποστολές, από επιτήρηση και αναγνώριση έως στοχοποίηση και υποστήριξη επιχειρήσεων.
Η εμπειρία που απέκτησαν σε Συρία, Λιβύη, Ναγκόρνο-Καραμπάχ και αργότερα σε άλλα επιχειρησιακά περιβάλλοντα δημιούργησε την εικόνα ότι τα UAV αποτελούν πλέον τον βασικό πολλαπλασιαστή ισχύος της Άγκυρας. Η Ελλάδα δεν υποτίμησε ποτέ αυτή την εξέλιξη. Αντίθετα, ήδη από τα πρώτα χρόνια της μαζικής εμφάνισης των τουρκικών drones στο Αιγαίο, ξεκίνησε να επεξεργάζεται ένα διαφορετικό μοντέλο αντιμετώπισης.
Η λογική ήταν ότι η απάντηση δεν θα μπορούσε να είναι μόνο περισσότερα αντιαεροπορικά συστήματα ή περισσότερα μαχητικά αεροσκάφη. Η απειλή έπρεπε να αντιμετωπιστεί εκεί όπου τα UAV βασίζονται περισσότερο: στην ηλεκτρονική τους λειτουργία και στη διατήρηση της αποστολής τους.
Έτσι γεννήθηκε η φιλοσοφία του ελληνικού anti-drone πλέγματος, το οποίο εξελίσσεται σταδιακά σε έναν από τους πλέον σημαντικούς τομείς του ηλεκτρονικού πολέμου των Ενόπλων Δυνάμεων.
Από τις μεμονωμένες δυνατότητες στο ολοκληρωμένο δίκτυο
Το σημαντικότερο στοιχείο του ελληνικού σχεδιασμού δεν είναι η προμήθεια ενός ακόμη συστήματος ή μιας νέας τεχνολογίας αλλά η μετάβαση σε μια δικτυοκεντρική αντίληψη.
Η ενίσχυση του αριθμού των anti-drone συστημάτων επιτρέπει τη δημιουργία ενός πολύ πιο ευέλικτου πλέγματος προστασίας, το οποίο μπορεί να προσαρμόζεται ανάλογα με τις επιχειρησιακές ανάγκες και να υποστηρίζει διαφορετικούς σχηματισμούς ή κρίσιμες εγκαταστάσεις.
Στρατιωτικές πηγές επισημαίνουν ότι ο στόχος δεν είναι να δημιουργηθούν σταθερές «νησίδες» προστασίας, αλλά ένα δυναμικό δίκτυο που θα μπορεί να αναπτύσσεται όπου απαιτείται, χωρίς να αποκαλύπτεται η ακριβής επιχειρησιακή του διάταξη.
Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που η δεύτερη φάση του προγράμματος θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική. Η προσθήκη επιπλέον συστημάτων αυξάνει αισθητά τις επιλογές που διαθέτει το ΓΕΕΘΑ ως προς την ανάπτυξη και την αξιοποίησή τους, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει τη δυνατότητα κάλυψης περισσότερων περιοχών ενδιαφέροντος.
Ο ηλεκτρονικός πόλεμος ως πυλώνας του νέου αντιαεροπορικού θόλου
Η ανάπτυξη του ελληνικού Drone Dome δεν αποτελεί ένα απομονωμένο πρόγραμμα, αντίθετα, εντάσσεται στη συνολική αρχιτεκτονική του νέου εθνικού συστήματος αεράμυνας που σχεδιάζει το ΓΕΕΘΑ.
Ο υπό διαμόρφωση αντιαεροπορικός θόλος δεν θα βασίζεται αποκλειστικά σε πυραυλικά συστήματα μεγάλου, μέσου ή μικρού βεληνεκούς. Η φιλοσοφία του προβλέπει την ενσωμάτωση αισθητήρων, ραντάρ, συστημάτων διοίκησης και ελέγχου, μέσων ηλεκτρονικού πολέμου και anti-drone δυνατοτήτων σε ένα ενιαίο επιχειρησιακό περιβάλλον.
Η δικτυοκεντρική λειτουργία αποτελεί πλέον προϋπόθεση για κάθε σύγχρονη αεράμυνα. Η πληροφορία πρέπει να συλλέγεται, να αξιολογείται και να διαμοιράζεται σε πραγματικό χρόνο, ώστε να επιλέγεται κάθε φορά το καταλληλότερο μέσο αντιμετώπισης της απειλής.
Με αυτόν τον τρόπο, τα μέσα ηλεκτρονικού πολέμου λειτουργούν ως το πρώτο επίπεδο αντίδρασης, μειώνοντας την ανάγκη χρήσης ακριβών πυραυλικών συστημάτων και επιτρέποντας την καλύτερη διαχείριση των διαθέσιμων πόρων.
Τα διδάγματα των σύγχρονων συγκρούσεων
Ο πόλεμος στην Ουκρανία, αλλά και οι επιχειρήσεις στην Ερυθρά Θάλασσα και στη Μέση Ανατολή, κατέδειξαν ότι τα drones δεν αποτελούν πλέον συμπληρωματικό μέσο των επιχειρήσεων. Σε πολλές περιπτώσεις βρίσκονται στο επίκεντρο του σχεδιασμού, είτε ως μέσα αναγνώρισης είτε ως φορείς οπλισμού.
Το ίδιο όμως απέδειξαν και κάτι ακόμη: ότι ο ηλεκτρονικός πόλεμος μπορεί να αποδειχθεί εξίσου καθοριστικός με τα παραδοσιακά οπλικά συστήματα.
Για τον λόγο αυτό, η Ελλάδα επενδύει πλέον σε μια ισορροπημένη προσέγγιση. Από τη μία πλευρά ενισχύει την αντιαεροπορική της άμυνα με νέα συστήματα και από την άλλη επεκτείνει συνεχώς τις δυνατότητες ηλεκτρονικού πολέμου, δημιουργώντας ένα πολυεπίπεδο πλέγμα προστασίας απέναντι στις νέες μορφές απειλών.
Οι πληροφορίες του OnAlert.gr συγκλίνουν ότι η ανάπτυξη του ελληνικού Drone Dome θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια, με στόχο τη δημιουργία ενός ακόμη πιο ολοκληρωμένου πλέγματος προστασίας, πλήρως διασυνδεδεμένου με τον νέο αντιαεροπορικό θόλο και τα υπόλοιπα συστήματα διοίκησης και ελέγχου των Ενόπλων Δυνάμεων.
Σε μια εποχή όπου ο έλεγχος του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία, οι Ένοπλες Δυνάμεις επενδύουν σε έναν τομέα που εξελίσσεται σε καθοριστικό παράγοντα της αποτροπής.
Χωρίς τυμπανοκρουσίες αλλά με σταθερά βήματα, δημιουργούν ένα ολοένα πιο πυκνό πλέγμα ηλεκτρονικής προστασίας, το οποίο λειτουργεί συμπληρωματικά προς τα παραδοσιακά μέσα αεράμυνας και ενισχύει ουσιαστικά την επιχειρησιακή θωράκιση του Ανατολικού Αιγαίου απέναντι στις προκλήσεις της νέας εποχής.




