Η πληροφορία αυτή «πάγωσε» την ελληνική πλευρά, με τον Κώστα Σημίτη, τον Α/ΓΕΕΘΑ Λυμπέρη και τον υπουργό Άμυνας Γεράσιμο Αρσένη να δίνουν εντολή για την επιβεβαίωση της είδησης και να συγκαλείται ΚΥΣΕΑ λίγο μετά τις 4 το πρωί. Η ΑΣΔΕΝ λίγη ώρα μετά επιβεβαίωσε την παρουσία Τούρκων βατραχανθρώπων στην δυτική Ίμια. Όπως ήταν αναμενόμενο τα αίματα «άναψαν» με τον Κώστα Σημίτη να αντιδράει οργισμένος για την κατάσταση, αφού όλοι εκείνη την στιγμή – από τον αξιωματικό του πεδίου μέχρι τον πρωθυπουργό – αντιλήφθηκαν ότι όλο αυτό το χρονικό διάστημα, η δυτική Ίμια ήταν αφύλακτη.

Στο σημείο αυτό δίνεται η εντολή ώστε η 2η ομάδα Ελλήνων βατραχανθρώπων να επιβιβαστεί σε βάρκα και να κατευθυνθεί προς την δυτική Ίμια, όμως τότε προέκυψε ένα τεράστιο πρόβλημα. Λόγω της κατάστασης και της έντασης που επικρατούσε, η 1η ομάδα που ήταν ανεπτυγμένη στην ανατολική Ίμια είχε κάτσει περισσότερο χρόνο από τον προβλεπόμενο και γι’αυτόν τον λόγο είχε και μπαταρίες ασυρμάτων που άνηκαν στην 2η ομάδα.

Έτσι, όταν η 2η ομάδα έλαβε εντολή για να αναπτυχθεί στη δυτική Ίμια, κρίθηκε αναγκαίο να μεταβεί πρώτα στην ανατολική Ίμια, να πάρει τις απαιτούμενες μπαταρίες ασυρμάτων και έπιτα να εκτελέσει την αποστολή της. Εκτός του ότι όλη αυτή η διαδικασία ήταν χρονοβόρα, αναδείχθηκαν οι ελλείψεις και η ανεπάρκεια σε εξοπλισμό και υλικά που ήταν απαραίτητα για μια τέτοια επιχείρηση.

Στο μεσοδιάστημα, οι πληροφορίες ότι Τούρκοι κομάντο ήταν στη δυτική Ίμια είχαν αυξηθεί και έτσι ο Κώστας Σημίτης ζήτησε από τον Α/ΓΕΕΘΑ τι ενέργειες μπορούν να γίνουν για την ανακατάληψη της βραχονησίδας, με τον Ναύαρχο Λυμπέρη να απαντάει ότι μια τέτοια επιχείρηση χρειάζεται τουλάχιστον 6 ώρες, όμως τα χρονικά περιθώρια ήταν στενά, αφού ο Έλληνας πρωθυπουργός απαιτούσε λύση εντός 45 λεπτών, ενώ αδιαφορούσε για τους κανόνες εμπλοκής του Λυμπέρη, ο οποίος επέμενε στο πρώτο πλήγμα, κάτι που αποτυπώνει το χάσμα μεταξύ του πολιτικού και του στρατιωτικού επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεων.

Τελικά η απόβαση της 2ης ομάδας Ελλήνων βατραχανθρώπων στην δυτική Ίμια κρίθηκε εξαιρετικά επικίνδυνη επειδή ήταν σχεδόν βέβαιο ότι θα υπάρξει ανταλλαγή πυρών, η εναλλακτική λύση βομβαρδισμού της βραχονησίδας είχε το ίδιο ακριβώς ρίσκο και τελικά αποφασίστηκε να πετάξει ένα ελικόπτερο του Πολεμικού Ναυτικού πάνω από την δυτική Ίμια για να εντοπίσει τους Τούρκους στρατιώτες.

Η συντριβή του «ΠΝ 21»

Όλα αυτά οδήγησαν ώστε ελικόπτερο τύπου AB212 με πλήρωμα τον Υποπλοίαρχο Χριστόδουλο Καραθανάση, τον Υποπλοίαρχο Παναγιώτη Βλαχάκο και τον Αρχικευλευστή Έκτορα Γιαλοψό να απονηωθεί από την φρεγάτα «Ναβαρίνον» παρά τις αρκετά αντίξοες καιρικές συνθήκες και πραγματοποιεί τέσσερα περάσματα πάνω από την δυτική Ίμιαεπιβεβαιώνοντας μέσω του δικτύου επικοινωνίας ότι πράγματι Τούρκοι κομάντος είναι στην βραχονησίδα.

Γύρω στις 04:50 π.μ το ελικόπτερο αποχωρεί για να επιστρέψει στην φρεγάτα «Ναβαρίνον» όμως λίγα λεπτά αργότερα ο πιλότος ακούγεται στο δίκτυο να αναφέρει ότι υπάρχει ένδειξη «Master Caution» και αμέσως μετά χάνεται η επαφή και η επικοινωνία με το «ΠΝ 21».

Αρχικά, τα στελέχη του Πολεμικού Ναυτικού προσπαθούν να αντιληφθούν τι ακριβώς έχει συμβεί. Επικρατεί παγωμάρα, αμηχανία και δυστυχώς γίνεται λίγο αργότερα αντιληπτό ότι το ελληνικό ελικόπτερο έχει συντριβεί.

Οι δυνάμεις του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού ενημερώνουν για το τραγικό περιστατικό την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία.Παράλληλα, οι πυρετώδεις διπλωματικές επαφές Αθήνας – Άγκυρας – Ουάσινγκτον καταλήγουν σε συμφωνία για αμοιβαία απόσυρση στρατιωτών και πολεμικών πλοίων από τα Ίμια, σε συνδυασμό με την υποστολή σημαιών, το περίφημο «no ships-no troops-no flags», που είχε ως αποτέλεσμα την απόσυρση των στρατευμάτων και των ναυτικών δυνάμεων από την περιοχή και την ολοκλήρωση της αποκλιμάκωση των εντάσεων.