Η στρατηγική σύμπλευση Ελλάδας και Ισραήλ αποκτά όλο και πιο έντονο αεροπορικό αποτύπωμα, με συνεχείς συνεκπαιδεύσεις ανάμεσα στην ελληνική (HAF) και ισραηλινή (IAF) πολεμική αεροπορία, εναέριους ανεφοδιασμούς ελληνικών μαχητικών από ισραηλινά ιπτάμενα τάνκερ και μελλοντικό κοινό παρονομαστή τα F-35, κάτι που δεν αφήνει αδιάφορη την Τουρκία.
Ειδικότερα, η Τουρκία παρακολουθεί με αυξανόμενο προβληματισμό τη διαρκή εμβάθυνση της στρατιωτικής συνεργασίας Ελλάδας – Ισραήλ, έναν άξονα που δεν περιορίζεται πλέον σε πολιτικό, διπλωματικό ή ενεργειακό επίπεδο, αλλά αποκτά καθαρό επιχειρησιακό αποτύπωμα, με αιχμή του δόρατος την αεροπορική ισχύ με προηγμένα και αναβαθμισμένα μαχητικά αεροσκάφη όπως τα F-35 και τα F-16 Viper.
Στο επίκεντρο βρίσκονται οι πολεμικές αεροπορίες των δύο χωρών, οι οποίες τα τελευταία χρόνια έχουν αναπτύξει έναν σταθερό κύκλο συνεκπαιδεύσεων, ανταλλαγής τεχνογνωσίας και σύνθετων σεναρίων μεγάλης ακτίνας δράσης.
Η συνεργασία HAF και IAF δεν αποτελεί μια συγκυριακή επιλογή, αντίθετα, εντάσσεται σε έναν ευρύτερο στρατηγικό σχεδιασμό που διαμορφώνεται στην Ανατολική Μεσόγειο, σε μια περίοδο κατά την οποία η Τουρκία επιχειρεί να ενισχύσει τη δική της αποτρεπτική ισχύ, αλλά ταυτόχρονα αντιμετωπίζει σοβαρές καθυστερήσεις, αβεβαιότητες και περιορισμούς στα προγράμματα αεροπορικής αναβάθμισης.

Η απομάκρυνση της Άγκυρας από το πρόγραμμα των F-35, η καθυστέρηση στο εγχώριο KAAN, οι εκκρεμότητες για την απόκτηση Eurofighter και η ανάγκη εκσυγχρονισμού του στόλου F-16 δημιουργούν ένα σύνθετο περιβάλλον πίεσης. Την ίδια ώρα, Ελλάδα και Ισραήλ κινούνται σε διαφορετική ταχύτητα. Η Αθήνα χτίζει σταδιακά μια Πολεμική Αεροπορία με Rafale F3R, F-16 Viper, Mirage 2000-5 και, στον επόμενο ορίζοντα, F-35A.
Το Τελ Αβίβ διαθέτει ήδη μια από τις πλέον έμπειρες και επιχειρησιακά δοκιμασμένες αεροπορικές δυνάμεις στον κόσμο, με F-35I «Adir», F-15I, F-16I και ισχυρό δίκτυο εναέριου ανεφοδιασμού, ηλεκτρονικού πολέμου, πληροφοριών και στοχοποίησης. Η σύγκλιση αυτών των δύο αεροπορικών οικοσυστημάτων είναι το στοιχείο που δημιουργεί πρόσθετο στρατηγικό βάρος έναντι της Τουρκίας.
Το μήνυμα του εναέριου ανεφοδιασμού νότια της Κρήτης
Τις προηγούμενες ημέρες σύμφωνα με πληροφορίες του OnAlert.gr πραγματοποιήθηκε μια ακόμα συνεκπαίδευση, στην οποία συμμετείχε ισραηλινό ιπτάμενο τάνκερ το οποίο προχώρησε σε εναέριο ανεφοδιασμό ελληνικών μαχητικών F-16 νότια της Κρήτης.
Η συγκεκριμένη δραστηριότητα εκτιμάται ως ένα ακόμη σαφές επιχειρησιακό μήνυμα. Η δυνατότητα ελληνικών μαχητικών να επιχειρούν σε μεγάλες αποστάσεις, να παραμένουν περισσότερο χρόνο στον αέρα και να εντάσσονται σε σενάρια αεροπορικών επιχειρήσεων μεγάλης εμβέλειας, αλλάζει την εξίσωση στην Ανατολική Μεσόγειο.
Οι εναέριοι ανεφοδιασμοί δεν είναι μόνο τεχνική διαδικασία, αλλά αποτελούν κρίσιμη ικανότητα για αποστολές στρατηγικού βάθους, για επιχειρήσεις προστασίας θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας, για συνοδεία δυνάμεων επιφανείας, για κρούση μακράς ακτίνας και για αεροπορική παρουσία σε περιοχές υψηλού ενδιαφέροντος, από την Κρήτη και την Κύπρο έως την ευρύτερη Ανατολική Μεσόγειο.
Το Ισραήλ αν και αποφεύγει γενικά την δημοσιοποίηση των δραστηριοτήτων της IAF, έχει ήδη ανακοινώσει στο παρελθόν ότι πραγματοποιεί τακτικά ασκήσεις εναέριου ανεφοδιασμού με την Ελλάδα αρκετές φορές τον χρόνο, με αντικείμενο επιχειρησιακές πτήσεις μεγάλης απόστασης και ανεφοδιασμό μαχητικών ώστε να συνεχίζουν την αποστολή τους για περισσότερες ώρες.
Η ανακοίνωση του IDF για κοινή άσκηση εναέριου ανεφοδιασμού με την Πολεμική Αεροπορία πάνω από την Ελλάδα τον Νοέμβριο του 2025 επιβεβαιώνει ότι η συνεργασία αυτή έχει αποκτήσει συστηματικό χαρακτήρα και δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό.
הושלם תרגיל משותף בין חיל האוויר הישראלי לחיל האוויר היווני
— צבא ההגנה לישראל (@idfonline) November 5, 2025
תרגיל משותף בין חיל האוויר הישראלי לחיל האוויר היווני התקיים השבוע מעל שמי יוון.
במסגרת התרגיל, שני חילות האוויר תרגלו תדלוק אווירי של עשרות מטוסי קרב יווניים. תרגיל זה הוא חלק מתוכנית האימונים השנתית ומשקף את שיתוף… pic.twitter.com/udT72DduLP
Για την Τουρκία, η εικόνα ισραηλινού tanker να υποστηρίζει ελληνικά F-16 σε περιοχή νότια της Κρήτης έχει πολλαπλές αναγνώσεις. Δείχνει ότι η Ελλάδα δεν περιορίζει πλέον τον επιχειρησιακό της ορίζοντα στο Αιγαίο. Αποδεικνύει ότι η Πολεμική Αεροπορία εκπαιδεύεται σε προφίλ μεγάλης ακτίνας δράσης ενώ επιπλέον υπογραμμίζει ότι το Ισραήλ διαθέτει πρακτικό ρόλο υποστήριξης σε ελληνικά αεροπορικά σενάρια, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε επίπεδο διαλειτουργικότητας.
Η ελληνική αεροπορική ισχύς: Rafale, Viper, Mirage και F-35
Η Πολεμική Αεροπορία βρίσκεται στη σημαντικότερη φάση ποιοτικής αναβάθμισης των τελευταίων δεκαετιών. Η ένταξη των Rafale F3R στην 332 Μοίρα, η αναβάθμιση των F-16 Block 52+ και Advanced σε διαμόρφωση Viper, η διατήρηση των Mirage 2000-5 ως πλατφόρμα στρατηγικής κρούσης και η απόφαση απόκτησης F-35A συγκροτούν μια δύναμη που αλλάζει το ισοζύγιο.
Τα Rafale αποτελούν αυτή τη στιγμή το πιο προηγμένο επιχειρησιακό μαχητικό της Πολεμικής Αεροπορίας. Με το ραντάρ AESA RBE2, το ολοκληρωμένο σύστημα αυτοπροστασίας SPECTRA, τη δυνατότητα μεταφοράς πυραύλων Meteor, MICA, SCALP EG και Exocet, το γαλλικό μαχητικό προσφέρει στην Ελλάδα δυνατότητες αεροπορικής υπεροχής, στρατηγικής κρούσης και ναυτικής προσβολής.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ίδιας της Πολεμικής Αεροπορίας, το Rafale διαθέτει 14 εξωτερικά σημεία ανάρτησης και μπορεί να μεταφέρει έως 9,5 τόνους εξωτερικού φορτίου, ενώ στο οπλοστάσιό του περιλαμβάνεται και ο Meteor, ο πύραυλος αέρος – αέρος πολύ μεγάλης εμβέλειας που αποτελεί game changer σε εμπλοκές BVR.
Ο Meteor δίνει στην ελληνική Πολεμική Αεροπορία δυνατότητα πρώτου πλήγματος στον αέρα, ειδικά όταν συνδυάζεται με τα προηγμένα αισθητήρια του Rafale και με δικτυοκεντρική εικόνα από άλλα μέσα. Σε ένα επιχειρησιακό περιβάλλον όπως το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος, όπου ο χρόνος αντίδρασης και η απόσταση εμπλοκής είναι καθοριστικοί παράγοντες, η παρουσία του Meteor μεταβάλλει την τακτική συμπεριφορά του αντιπάλου.

Η τουρκική αεροπορία γνωρίζει ότι απέναντι στα ελληνικά Rafale δεν αρκεί πλέον η αριθμητική υπεροχή. Απαιτείται προηγμένη τακτική, αισθητήρες, όπλα αντίστοιχης εμβέλειας και δυνατότητα επιβίωσης σε ένα περιβάλλον όπου η πρώτη βολή μπορεί να είναι καθοριστική. Τα F-16 Viper αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της νέας Πολεμικής Αεροπορίας.
Με ραντάρ AESA APG-83, νέο υπολογιστή αποστολής, προηγμένες δυνατότητες διασύνδεσης, Link 16, βελτιωμένο cockpit και σύγχρονα συστήματα αυτοπροστασίας, τα Viper φέρνουν την πολυπληθέστερη ελληνική πλατφόρμα σε επίπεδο 4,5 γενιάς. Η αξία τους δεν βρίσκεται μόνο στη βελτίωση των επιδόσεων έναντι των τουρκικών F-16, αλλά κυρίως στη δυνατότητα να λειτουργούν ως κόμβοι ενός ευρύτερου δικτύου μαζί με Rafale, ιπτάμενα ραντάρ, αντιαεροπορικά συστήματα, ναυτικές μονάδες και μελλοντικά F-35.
Τα Mirage 2000-5, παρά τον μικρότερο αριθμό τους, εξακολουθούν να έχουν ειδικό βάρος. Με τους SCALP EG διατηρούν ικανότητα στρατηγικής κρούσης, ενώ με τους AM39 Exocet αποτελούν διαχρονικά απειλή για ναυτικές μονάδες. Η ύπαρξη αυτής της πλατφόρμας προσθέτει ακόμη ένα επίπεδο πολυπλοκότητας για τον αντίπαλο σχεδιασμό, καθώς η Τουρκία οφείλει να υπολογίζει ταυτόχρονα απειλές στον αέρα, στη θάλασσα και σε βάθος.
Στο κάδρο της ελληνικής αεροπορικής ισχύος παραμένουν και τα F-4E Phantom II AUP της 338 Μοίρας, τα οποία, παρά την ηλικία τους, εξακολουθούν να προσφέρουν πολύτιμες δυνατότητες σε αποστολές κρούσης και εκπαίδευσης. Με αναβαθμισμένα ηλεκτρονικά, δυνατότητα χρήσης σύγχρονων όπλων αέρος – εδάφους και μεγάλη ικανότητα μεταφοράς φορτίου, τα «Phantom» διατηρούν ειδικό ρόλο μέχρι την οριστική αντικατάστασή τους από νεότερες πλατφόρμες, προσθέτοντας βάθος και μαζικότητα στον επιχειρησιακό σχεδιασμό της Πολεμικής Αεροπορίας.
Το επόμενο άλμα είναι τα F-35A. Η Ελλάδα έχει μπει πλέον στην τροχιά της πέμπτης γενιάς, με τα πρώτα ελληνικά αεροσκάφη να αναμένονται στο τέλος της δεκαετίας και την άφιξή τους στην Ελλάδα να συνδέεται με την ολοκλήρωση των υποδομών στην Ανδραβίδα. Σύμφωνα με αναφορές που επικαλούνται τη Lockheed Martin, η πρώτη παράδοση ελληνικού F-35 τοποθετείται στα τέλη του 2028, ενώ η άφιξη των πρώτων αεροσκαφών στην Ελλάδα έχει προγραμματιστεί για το 2030.
Η σημασία του F-35 για την Πολεμική Αεροπορία δεν περιορίζεται στο stealth. Το μαχητικό λειτουργεί ως αισθητήρας, κόμβος πληροφοριών και πλατφόρμα δικτυοκεντρικού πολέμου. Μπορεί να συλλέγει, να συνθέτει και να διαμοιράζει δεδομένα, να εντοπίζει απειλές χωρίς να αποκαλύπτεται και να ανοίγει διαδρόμους για τα Rafale και τα F-16 Viper. Σε αυτό το μοντέλο, η HAF δεν αποκτά απλώς ένα ακόμη μαχητικό, αλλά μια πλατφόρμα που αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται και εκτελούνται οι αεροπορικές επιχειρήσεις.
Η ισραηλινή αεροπορική ισχύς: Η εμπειρία της πέμπτης γενιάς
Το Ισραήλ είναι ήδη δύναμη πέμπτης γενιάς. Η IAF παρέλαβε το πρώτο F-35 «Adir» τον Ιούνιο του 2016, ενώ η επίσημη ισραηλινή ονομασία του αεροσκάφους σημαίνει «Ισχυρός». Το Τελ Αβίβ υπέγραψε το 2024 συμφωνία για τρίτη μοίρα F-35I, με την απόκτηση ακόμη 25 αεροσκαφών, ανεβάζοντας τον προγραμματισμένο στόλο στα 75 μαχητικά.

Η ισραηλινή έκδοση F-35I «Adir» έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς ενσωματώνει ισραηλινά συστήματα, δυνατότητες ηλεκτρονικού πολέμου και προσαρμογές που αντανακλούν την επιχειρησιακή φιλοσοφία της IAF. Το Ισραήλ δεν αντιμετωπίζει το F-35 μόνο ως stealth strike fighter, αλλά ως κεντρική πλατφόρμα για επιχειρήσεις σε βάθος, συλλογή πληροφοριών, στοχοποίηση, ηλεκτρονική διείσδυση και συντονισμό πολλαπλών μέσων.
Δίπλα στα F-35I, η IAF διαθέτει F-15I Ra’am, F-15C/D, F-16I Sufa και άλλες εκδόσεις F-16, συγκροτώντας έναν συνδυασμό μεγάλης ακτίνας δράσης, υψηλού φορτίου όπλων και αποδεδειγμένης επιχειρησιακής εμπειρίας. Τα F-15I παραμένουν πλατφόρμες στρατηγικής κρούσης με μεγάλη εμβέλεια και δυνατότητα μεταφοράς βαρέων όπλων, ενώ τα F-16I έχουν προσαρμοστεί στις ανάγκες επιχειρήσεων μεγάλης απόστασης. Η IAF διαθέτει επίσης κρίσιμες υποστηρικτικές ικανότητες, όπως ιπτάμενα τάνκερ, αεροσκάφη έγκαιρης προειδοποίησης, ηλεκτρονικής επιτήρησης και πληροφοριών.
Η ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία έχει το μοναδικό πλεονέκτημα ότι δεν διαθέτει απλώς προηγμένα αεροσκάφη, αλλά τα έχει χρησιμοποιήσει σε πραγματικό επιχειρησιακό περιβάλλον. Η εμπειρία από αποστολές μεγάλης ακτίνας, από επιχειρήσεις καταστολής αεράμυνας, από σύνθετα πακέτα κρούσης και από επιχειρήσεις με υψηλό επίπεδο ηλεκτρονικού πολέμου αποτελεί πολύτιμη γνώση. Όταν αυτή η εμπειρία μεταφέρεται σε κοινές ασκήσεις με την Πολεμική Αεροπορία, η Ελλάδα κερδίζει επιχειρησιακή κουλτούρα πέμπτης γενιάς.
Συνεκπαιδεύσεις HAF – IAF: Από την τακτική συνεργασία στη στρατηγική διαλειτουργικότητα
Οι συνεκπαιδεύσεις Ελλάδας – Ισραήλ έχουν αποκτήσει σταθερό ρυθμό και ουσιαστικό περιεχόμενο. Η IAF συμμετέχει τακτικά σε ελληνικές ασκήσεις, ενώ ελληνικά μαχητικά έχουν βρεθεί σε ισραηλινό περιβάλλον εκπαίδευσης, σε πεδία που προσομοιάζουν επιχειρήσεις σε μεγάλο βάθος, με έντονη παρουσία αντιαεροπορικών απειλών, ηλεκτρονικού πολέμου και σύνθετων αεροπορικών αποστολών.

Το σημαντικότερο στοιχείο είναι ότι οι ασκήσεις αυτές δεν περιορίζονται σε απλές αερομαχίες. Περιλαμβάνουν σύνθετα σενάρια COMAO, αποστολές κρούσης, προστασία σχηματισμών, αποφυγή και καταστολή αεράμυνας, εναέριο ανεφοδιασμό, επιχειρήσεις σε μεγάλες αποστάσεις και συνεργασία με μέσα επιτήρησης. Πρόκειται δηλαδή για το ακριβές είδος εκπαίδευσης που απαιτείται σε ένα θέατρο επιχειρήσεων όπως η Ανατολική Μεσόγειος.
Για την Πολεμική Αεροπορία, η επαφή με την IAF λειτουργεί ως επιταχυντής. Οι Έλληνες χειριστές έχουν ήδη υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης στο περιβάλλον του Αιγαίου, όπου οι αναχαιτίσεις, οι ταχείες αντιδράσεις και η τακτική ευελιξία αποτελούν καθημερινότητα. Η συνεργασία με το Ισραήλ προσθέτει τη διάσταση της μεγάλης ακτίνας, της στρατηγικής κρούσης, της επιχείρησης σε βάθος και της ολοκλήρωσης πολλαπλών μέσων.
Το ίδιο ισχύει και για την IAF. Η Ελλάδα προσφέρει μοναδικό γεωγραφικό περιβάλλον, με μεγάλο θαλάσσιο χώρο, νησιωτικό ανάγλυφο, μεγάλες αποστάσεις, σύνθετα ραντάρ, πραγματική εικόνα αεράμυνας και πρόσβαση σε περιοχές όπως το Αιγαίο, η Κρήτη και η Ανατολική Μεσόγειος. Για τους Ισραηλινούς, η εκπαίδευση με την HAF δεν είναι τυπική διπλωματική δραστηριότητα. Είναι επιχειρησιακά χρήσιμη.
Γιατί πιέζεται η Τουρκία
Η πίεση που αισθάνεται η Τουρκία δεν προκύπτει από έναν μεμονωμένο εξοπλισμό ή από μια άσκηση. Προκύπτει από τη συνολική εικόνα. Στα δυτικά της, η Ελλάδα αποκτά Rafale, Viper και F-35. Στα νοτιοανατολικά της, το Ισραήλ διαθέτει ήδη F-35I, F-15I, F-16I και δοκιμασμένη επιχειρησιακή εμπειρία. Ανάμεσα στις δύο χώρες αναπτύσσεται ένας σταθερός διάδρομος συνεργασίας, ο οποίος περνά από την Κρήτη, την Ανατολική Μεσόγειο και την Κύπρο.

Αυτός ο άξονας περιορίζει την ελευθερία κινήσεων της Άγκυρας. Η Τουρκία δεν μπορεί πλέον να εξετάζει την αεροπορική ισορροπία μόνο ως ελληνοτουρκικό ζήτημα στο Αιγαίο. Πρέπει να συνυπολογίζει έναν ευρύτερο χώρο, όπου η Ελλάδα και το Ισραήλ έχουν κοινά σημεία ενδιαφέροντος, κοινές απειλές, κοινή αντίληψη για τη σταθερότητα και αυξανόμενη επιχειρησιακή διαλειτουργικότητα.
Η Τουρκία επενδύει στο KAAN, στα αναβαθμισμένα F-16, στα UAV και στα πυραυλικά συστήματα. Όμως η μετάβαση σε αεροπορία πέμπτης γενιάς δεν γίνεται με δηλώσεις. Απαιτεί ώριμη πλατφόρμα, κινητήρα, αισθητήρες, λογισμικό, όπλα, δόγμα, εκπαίδευση και πολυετή επιχειρησιακή εμπειρία. Σε αυτό το πεδίο, το Ισραήλ βρίσκεται ήδη μπροστά, ενώ η Ελλάδα εισέρχεται στο ίδιο κλαμπ μέσω των F-35.
Το πιο κρίσιμο για την Άγκυρα είναι ότι τα ελληνικά F-35, όταν ενταχθούν στην HAF, δεν θα λειτουργήσουν σε κενό. Θα μπουν σε ένα περιβάλλον όπου ήδη υπάρχουν Rafale με Meteor, F-16 Viper με AESA, γαλλικά όπλα στρατηγικής κρούσης, ισχυρή αεράμυνα, ναυτικές μονάδες με σύγχρονους αισθητήρες και σταθερή συνεργασία με την IAF. Η προοπτική αυτή δημιουργεί ένα πλέγμα αποτροπής που η Τουρκία καλείται να αντιμετωπίσει με καθυστέρηση.
Η Ανατολική Μεσόγειος ως ενιαίος αεροπορικός χώρος
Η Κρήτη αποκτά κεντρικό ρόλο σε αυτή τη νέα εξίσωση. Η Σούδα, το Καστέλι, η Ανδραβίδα, η Λάρισα, η Σκύρος, η Λήμνος, η Τανάγρα αλλά και η Κάρπαθος αν απαιτηθεί και οι ισραηλινές βάσεις συνθέτουν έναν γεωγραφικό άξονα που επιτρέπει την προβολή ισχύος σε μεγάλο βάθος.

Η δυνατότητα εναέριου ανεφοδιασμού προσθέτει το κρίσιμο στοιχείο της διάρκειας. Ένα μαχητικό δεν αξιολογείται μόνο από το τι όπλα φέρει, αλλά και από το πόσο μακριά μπορεί να επιχειρήσει, πόσο χρόνο μπορεί να παραμείνει στην περιοχή ενδιαφέροντος και με ποια υποστήριξη επιστρέφει.
Η εικόνα ελληνικών F-16 που ανεφοδιάζονται από ισραηλινό tanker νότια της Κρήτης δείχνει ακριβώς αυτή τη μετάβαση. Η Πολεμική Αεροπορία εκπαιδεύεται όχι μόνο για να κερδίσει την αερομαχία πάνω από το Αιγαίο, αλλά για να επιχειρεί σε ένα διευρυμένο θέατρο. Αυτό είναι το στοιχείο που προσδίδει στρατηγικό χαρακτήρα στη συνεργασία με το Ισραήλ.
Στο μέλλον, όταν τα ελληνικά F-35 θα μπορούν να συνεργάζονται με Rafale, Viper και ισραηλινά F-35I, το επίπεδο διαλειτουργικότητας θα αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Οι κοινές διαδικασίες, η ανταλλαγή τακτικών, η κατανόηση του τρόπου λειτουργίας της πέμπτης γενιάς και η εμπειρία των Ισραηλινών θα αποτελέσουν πολύτιμη βάση για την ελληνική μετάβαση.
Το στρατηγικό μήνυμα
Ο άξονας Ελλάδας – Ισραήλ δεν είναι επιθετική συμμαχία, αλλά άξονας αποτροπής, σταθερότητας και προβολής ισχύος σε μια περιοχή όπου η αναθεωρητική πολιτική, η αβεβαιότητα και οι υβριδικές απειλές έχουν γίνει μόνιμα χαρακτηριστικά. Η Τουρκία αντιλαμβάνεται ότι απέναντί της δεν έχει πλέον μόνο την ελληνική αποτρεπτική ισχύ, αλλά ένα ευρύτερο πλέγμα συνεργασιών, στο οποίο η αεροπορική υπεροχή παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Η Ελλάδα, με τα Rafale, τα Viper, τα Mirage 2000-5 και τα επερχόμενα F-35, αποκτά πολυεπίπεδη αεροπορική ισχύ. Το Ισραήλ, με τα F-35I, τα F-15I, τα F-16I και την τεράστια επιχειρησιακή εμπειρία του, παραμένει η πιο ώριμη αεροπορική δύναμη της περιοχής. Η μεταξύ τους συνεργασία, ειδικά όταν περιλαμβάνει εναέριο ανεφοδιασμό, συνεκπαιδεύσεις μεγάλης ακτίνας και σενάρια πέμπτης γενιάς, μετατρέπεται σε παράγοντα που επηρεάζει ευθέως τους τουρκικούς υπολογισμούς.
Για την Άγκυρα, το πρόβλημα δεν είναι μόνο τι διαθέτει σήμερα η Ελλάδα ή το Ισραήλ, αλλά τι διαμορφώνεται για την επόμενη δεκαετία. Και η εικόνα που σχηματίζεται είναι ότι πρόκειται για έναν αεροπορικό άξονα υψηλής τεχνολογίας, με κοινή επιχειρησιακή κουλτούρα, πρόσβαση σε όπλα μεγάλης εμβέλειας, δυνατότητα stealth επιχειρήσεων και αυξανόμενη δικτυοκεντρική διαλειτουργικότητα.
Αυτός είναι ο πραγματικός λόγος της τουρκικής πίεσης. Η σταδιακή συγκρότηση μιας αεροπορικής αρχιτεκτονικής στην Ανατολική Μεσόγειο, στην οποία Ελλάδα και Ισραήλ λειτουργούν όλο και πιο κοντά, με αιχμή του δόρατος την υπεροχή στον αέρα.




