Ποιες είναι οι ψυχολογικές συνέπειες ενός πολέμου;

Γράφει ο Αριστείδης Γιαννόπουλος*

Μετά από κάθε πόλεμο και αφού σιγήσουν τα όπλα και αρχίζει η επανόρθωση ακολουθεί απολογισμός των συνεπειών του πολέμου. Μαθαίνουμε τότε για τις απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό, νεκρούς και τραυματίες και καταστροφές σε υλικοτεχνικές υποδομές. Βγαίνουν μετά οι διάφοροι ειδικοί για να μας πληροφορήσουν πόσο θα κοστίσουν οι επανορθώσεις, πόσο χρόνος θα απαιτηθεί και τι νέες οικονομικές θυσίες πρέπει να υποβληθεί ο λαός για να πάρει μπροστά πάλι η οικονομία. Δεν ακούμε ποτέ από επίσημα χείλη τις συνέπειες του πολέμου στην ατομική και συλλογική ψυχολογία. Δεν μαθαίνουμε για τις ψυχοτραυματικές επιπτώσεις του πολέμου σ’ αυτούς που συμμετείχαν στα πεδία των μαχών αλλά και στο πληθυσμό γενικότερα. Για να είμαστε πιο δίκαιοι πρέπει να μνημονεύσουμε τις προσπάθειες ανεξάρτητων επιστημόνων, οι οποίοι λειτουργώντας έξω από τα πλαίσια των επίσημων επιστημονικών ιδρυμάτων, να ερευνήσουν και στη συνέχεια να εξηγήσουν παθολογικά συμπτώματα που παρατηρήθηκαν σε στρατιώτες οι οποίοι συμμετείχαν σε ένοπλες επιχειρήσεις. Συνήθως τα αποτελέσματα αυτών των ερευνών δεν παίρνουν μεγάλη δημοσιότητα και καταχωνιάζονται στα αζήτητα. Οι λόγοι είναι ευνόητοι.
Μια πρώτη και συνολική προσέγγιση του τεράστιου αυτού προβλήματος θα μας πληροφορήσει ότι ο πόλεμος αφήνει τεράστια ψυχολογικά προβλήματα στους στρατιώτες που επέζησαν του πολέμου αλλά και σ’ όλο τον πληθυσμό κυρίως της χώρας που δέχτηκε τη στρατιωτική επέμβαση. Τα ψυχολογικά τραύματα, αποτέλεσμα των τρομακτικών εμπειριών θα τους συνοδεύουν σ’ όλη τους τη ζωή και κάποια από αυτά θα εμποτίσουν και τις επόμενες γενιές.
Οι ψυχολογικές συνέπειες έχουν ομοιότητες αλλά και σημαντικές διαφορές ανάμεσα στους επιτιθέμενους και αμυνόμενους, ανάμεσα στη χώρα που κάνει τη στρατιωτική επέμβαση και στη χώρα που προσπαθεί να την αποκρούσει. Κοινός τόπος όλων των συμμετασχόντων στον πόλεμο είναι ο φόβος βίαιου θανάτου. Αυτός ο φόβος δεν μπορεί να καταπολεμηθεί ούτε με την πιο τέλεια και άρτια στρατιωτική εκπαίδευση. Ακόμα και η καλύτερη ψυχολογική υποστήριξη δεν έχει αποτελέσματα. Στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να βοηθήσει ν’ απωθηθεί στο υποσυνείδητο απ’ όπου όμως αναδύεται κάθε στιγμή που βιώνεται κίνδυνος.
Η καταπολέμηση του φόβου του θανάτου εξαρτάται από το είδος των αξιών με τις οποίες είναι εφοδιασμένος ο στρατιώτης που πάει στον πόλεμο. Το αντίδοτο του φόβου είναι οι πανανθρώπινες αξίες. Και εδώ αρχίζει η διαφοροποίηση .

Συνέπειες στους άδικα επιτιθέμενους 

Η ψυχολογία του στρατιώτη που συμμετέχει σε επεμβατικό άδικο πόλεμο είναι τελείως διαφορετική από εκείνη του αμυνόμενου. Η διαφορά πηγάζει από την ιδεολογία, τις ηθικές αρχές και την αίσθηση του δικαίου. Οι τρεις αυτές παράμετροι είναι διαμετρικά αντίθετες στους δυο αντιπάλους και με τη σειρά τους διαμορφώνουν και την ανάλογη ψυχολογία των εμπλεκομένων. Στον επιθετικό πόλεμο ο στρατιώτης καλείται να πολεμήσει χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την πατρίδα του. Είναι συνήθως μισθοφόρος η επιστρατευμένος. Και στις δυο περιπτώσεις δεν είχε καμμιά συμμετοχή στη λήψη απόφασης για την κήρυξη του πολέμου. Ο μεν μισθοφόρος πηγαίνει στον πόλεμο επειδή αυτή είναι η δουλειά του ο δε επιστρατευμένος επειδή τον διέταξαν. Οι λόγοι που κατά καιρούς προβάλλονται για την αναγκαιότητα του πολέμου ελάχιστα τον πείθουν. Στους τελευταίους πολέμους το πρόσχημα για την στρατιωτική επέμβαση που με την κατάλληλη προπαγάνδα παίρνει την μορφή αιτίας ήταν η εξάρθρωση της τρομοκρατίας και ο εκδημοκρατισμός των υπό κατάληψη κρατών. Αυτά τα προσχήματα δεν μπορούν να τον πείσουν γιατί ο ίδιος βιώνει διαφόρων ειδών τρομοκρατίες μέσα στη χώρα του πχ. το τρόμο της ανεργίας ,και επί πλέον δεν έχει γνωρίσει τη πραγματική δημοκρατία .
Η βαθειά λογική του λέει ότι βρίσκεται εν αδίκω γιατί οι άνθρωποι που πάει να υποτάξει και να σκοτώσει δεν τους ξέρει ούτε έχει να χωρίσει τίποτα μαζί τους. Όμως δεν πιάνει κουβέντα μαζί της (τη λογική του) γιατί δεν έχει κανένα επιχείρημα να της φέρει και αν την ακούσει πρέπει να συμφωνήσει μαζί της και να πετάξει το όπλο. Τότε όμως τον περιμένει το εκτελεστικό απόσπασμα. Και δεν του απομένει τίποτα άλλο παρά να αποδεχτεί την αναγκαιότητα του πολέμου για να μην έχει και συνειδησιακό πρόβλημα. Παρά όλα αυτά δεν θα τον ακούσουμε ποτέ να επαναλαμβάνει τα ιδεολογήματα και τ’ ανάλογα προσχήματα που έχουν επινοήσει οι κατασκευαστές του πολέμου.
Αυτοί οι στρατιώτες έχουν αφήσει πίσω στη πατρίδα τους ένα παιδί, μια γυναίκα, ένα πατέρα, μια μάνα κάποιους φίλους που τον περιμένουν με αγωνία και προσευχές να γυρίσει πίσω. Ξέρει ότι έχει πολλές πιθανότητες να μη τους ξαναδεί. Αυτή η πιθανότητα του δημιουργεί τεράστιο φόβο και το κύριο μέλημα του είναι αυτό της αυτοσυντήρησης. Πρέπει με κάθε τρόπο να επιζήσει εξουδετερώνοντας τους κινδύνους που τον περιβάλουν. Με πιο απλά λόγια πρέπει να σκοτώσει για να μη τον σκοτώσουν. Αυτός ο ανυπόφορος φόβος που φωλιάζει μέσα του πρέπει να εκτονωθεί. Και η εκτόνωση γίνεται με πράξεις και συμπεριφορές ιδιαίτερης βιαιότητας και σκληρότητας απέναντι στους ηττημένους στρατιώτες, γιατί αν δεν τους εξουδετερώσει θα τον σκοτώσουν. Η ανάγκη επιβίωσης δημιουργεί και άλλα αρνητικά συναισθήματα γίνεται καχύποπτος δεν εμπιστεύεται ακόμα και τους συμπολεμιστές του, είναι νευρικός και ανυπόμονος ο ύπνος του γίνεται εφιαλτικός έχει παραισθήσεις μισεί γενικά χωρίς να ξέρει γιατί βλέπει κινδύνους και εκεί που δεν υπάρχουν.
Εδώ πρέπει τα αναφέρουμε το αυξημένο ποσοστό αυτοκτονιών στους στρατιώτες κατοχικών δυνάμεων. Η υποσυνείδητη ή συνειδητή σύγκρουση ανάμεσα σ’ αυτό που διέπραξε και στη επιθυμία του να μη το διαπράξει, ανάμεσα δηλαδή στο άδικο που σύρθηκε να διαπράξει και στη πραγματική θέληση του να είναι δίκαιος είναι η πραγματική αιτία που οπλίζει το χέρι των αυτοχείρων στρατιωτών και όχι οι ερωτικές απογοητεύσεις και άλλες αφορμές που επαΐοντες και μη προβάλουν. Γιατί το βάρος της παραπάνω σύγκρουσης είναι δυσβάσταχτο και η αυτοκτονία παίρνει θέση λύτρωσης.
Όλα αυτά τα συναισθήματα που απόκτησε στη διάρκεια των επιχειρήσεων ενσωματώνονται στην προσωπικότητα του και τον ακολουθούν σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή του. Γυρίζει μετά τη λήξη του πολέμου πίσω στην πατρίδα του άλλος άνθρωπος. Οι δικοί του δεν τον αναγνωρίζουν . Παραμένει φοβισμένος και γι’ αυτό απότομος και βίαιος φοβάται ακόμα και τον ίσκιο του. Δεν μπορεί να επικοινωνήσει με τη οικογένειά του όπως πριν από τον πόλεμο αντιδρά επιθετικά για ασήμαντη αφορμή. Η οικογένειά του δεν μπορεί να τον καταλάβει γιατί απλά δεν έχουν βιώσει τη φρίκη που βίωσε ο ίδιος με συνέπεια οι ενδοοικογενειακές σχέσεις να μπαίνουν σε μεγάλη δοκιμασία. Η υπόλοιπη κοινωνική του ζωή είναι και αυτή σε μεγάλη δοκιμασία. Παρεξηγείται εύκολα γίνεται οξύθυμος και συχνά απομονώνεται σαν να είναι η απομόνωση το μοναδικό του καταφύγιο όπου μπορεί να βρει λίγη ηρεμία. Και αυτό για λίγο γιατί μέσα στη μοναξιά του τον επισκέπτονται οι μνήμες από τον πόλεμο και ξύνουν τις νωπές ακόμα πληγές. Αν σ’ όλα αυτά προσθέσουμε και την εγκατάλειψη από την πολιτεία ,που συνήθως συμβαίνει, συμπληρώνονται όλες οι ψυχολογικές προϋποθέσεις για καλλιέργεια αισθημάτων ματαιότητας, απαισιοδοξίας και τελικής κατάθλιψης. Και τότε έρχονται τα ψυχοφάρμακα για να κάνουν τον πολεμιστή να μη σκέφτεται αυτά που πέρασε και να μην πάρει η σκέψη του άλλο δρόμο από αυτόν που θέλει η καθεστηκυία τάξη πραγμάτων. Και ο δρόμος αυτός , ο μη επιθυμητός , δεν είναι άλλος από αυτόν της αμφισβήτησης και τελικά καταδίκης του πολέμου. Είναι σημαντικό και ταυτόχρονα καταδικαστικό για τις πραγματικές αιτίες του πολέμου, ένας στρατιώτης με πολεμική εμπειρία να αποκηρύσει ανοιχτά τον πόλεμο και να τάσσεται στο πλευρό της ειρήνης. Για ν’ αποφευχθεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο το σύστημα κάθε τόσο διοργανώνει τελετές για να τιμήσει τους παλαιμάχους των πολέμων πιστεύοντας ότι χαϊδεύοντας έτσι τα αυτιά τους θα τους κλείσει το στόμα. Παρά της όποιες εκδηλώσεις η βαθειά ψυχολογική διαταραχή που έχουν υποστεί δεν μπορεί να συγκαλυφτεί. Οι παλαίμαχοι δεν μπορούν να ξεφύγουν από το τέλμα που τους έχουν οδηγήσει οι τρομακτικές εμπειρίες από τη συμμετοχή τους στον άσκοπο και κατά συνέπεια άδικο πόλεμο. Και όπως είναι φυσικό και αναμενόμενο η παθολογία αυτή διαχέεται σε όλη την κοινωνία. Και αυτή σοκάρεται και νοσεί με αισθήματα φρίκης και απογοήτευσης όταν διαπιστώνει το αδιέξοδο που οδήγησε αυτός ο πόλεμος. Να θυμηθούμε το σοκ που δοκίμαζε η Αμερικάνικη κοινή γνώμη όταν υποδεχόταν τα φέρετρα με τους νεκρούς στρατιώτες της από τον πόλεμο του Βιετνάμ. Αλλά πριν ακόμα συνειδητοποιήσει τι γίνεται την προετοιμάζουν για τον νέο πόλεμο.

Συνέπειες στους δίκαια αμυνόμενους 

Στην άλλη, την αντίθετη πλευρά, βρίσκεται ο στρατιώτης που μάχεται προσπαθώντας ν’ αποκρούσει τους εισβολείς. Και αυτός φοβάται για τη ζωή του αλλά το δίκαιο για το οποίο αγωνίζεται υπερνικά το φόβο και δεν τον αφήνει να διαστρέψει τη ψυχή του. Έχει και αυτός οικογένεια, παιδιά φίλους και πατρίδα που θα κινδυνέψουν αν αυτός δεν δείξει θάρρος. Στην προτεραιότητά του είναι να προστατέψει τις πανανθρώπινες αυτές αξίες. Και δεν θα διστάσει να δώσει τη ζωή του για να μη πάθει τίποτα το παιδί του η γυναίκα η πατρίδα του. Αυτό το υπέρτατο καθήκον τον οδηγεί στη συνειδητή αυτοθυσία. Ο στρατιώτης που αγωνίζεται για αυτές τις αξίες δεν έχει καμμιά ψυχολογική ανάγκη να καταστρέψει παρά μόνο να προστατέψει. Δεν θα βιάσει δεν θα σκοτώσει άοπλο δεν θα προβεί πράξεις αγριότητας που εξευτελίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη γιατί ο φόβος έχει δώσει τη θέση του στη υπεράσπιση της πατρίδας και των αγαπημένων προσώπων.
Με αυτή τη ψυχολογική φόρτιση πηγαίνει ο αμυνόμενος στρατιώτης στον πόλεμο περιφρονώντας το φόβο και το θάνατο. Η παγκόσμια ιστορία έχει να επιδείξει πολλές τέτοιες περιπτώσεις. Στο έπος του 40 με την είδηση της επίθεσης των φασιστικών ιταλικών ορδών στη χώρα μας ο λαός ξεχύθηκε στους δρόμους σχεδόν πανηγυρίζοντας και έτρεχε να καταταγεί πριν ακόμα οι αρμόδιες αρχές τον καλέσουν. Και όταν έφευγε για το μέτωπο είχε το χαμόγελο στα χείλη. Είχε μεθύσει «με το αθάνατο κρασί του 21» όπως έλεγε και ο ποιητής.
Προφανώς οι εμπειρίες αγριότητας που αντιμετωπίζει στο πόλεμο επηρεάζουν την ψυχή του. Η φρίκη θα αποτυπώνεται στο πρόσωπο του, το πένθος για το νεκρό συναγωνιστή του θα είναι αξεπέραστο , ο γενικός αποτροπιασμός για την απαξίωση της ανθρώπινης ζωής θα τον συνοδεύουν για πολύ καιρό μετά τη λήξη του πολέμου. Το δίκαιο του αγώνα που έδωσε θα είναι το κύριο φάρμακο για να σβήσουν οι οδυνηρές μνήμες που αλλοίωσαν την συμπεριφορά του. Αυτό το δίκαιο μαζί με τη χαρά που θα βρίσκεται σώος μαζί με την οικογένειά του μαζί και με την ενδεχόμενη αναγνώριση από την πατρίδα του θα τον επαναφέρουν γρήγορα στη ψυχολογία που είχε πριν τον πόλεμο.



Συνέπειες στους άμαχους 

Στους πολέμους το μεγαλύτερο ψυχολογικό κόστος το έχουν οι άμαχοι. Οι πολεμικές συγκρούσεις σε κατοικημένες περιοχές υπερβαίνουν κατά πολύ τη φρίκη. Ο άμαχος πληθυσμός καθώς δεν έχει τρόπο ν’ αμυνθεί και ν’ αυτοπροστατευτεί είναι εκτεθειμένος στη καταστροφική μανία του επιτιθέμενου και οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές και τραυματίες είναι ανυπολόγιστες. Κατά συνέπεια και τα ψυχολογικά τραύματα βαθειά και δύσκολα επουλώνονται όσα χρόνια και να περάσουν, χωρίς να γίνεται διάκριση ηλικιών από τα παιδιά τις γυναίκες τους γεροντότερους. Στους άμαχους θα συναντήσουμε όλο το φάσμα της ψυχοπαθολογίας. Από τις απλές φοβίες και νευρώσεις μέχρι της καταθλίψεις και βαριές ψυχώσεις, καταστάσεις που θα τους συνοδεύουν στη υπόλοιπη ζωή τους.
Οι εικόνες της κόλασης ωχριούν μπροστά στη φρίκη από βομβαρδισμούς κατοικημένων περιοχών. Και αυτή η φρίκη δεν ανήκει οριστικά στο παρελθόντες πολέμους. Συμβαίνει και στους «σύγχρονους πολέμους» μόνο που κανένα μέσο ενημέρωσης δεν κάνει λόγο γι’ αυτή τη φρίκη. Δεν χρειάζεται κανείς να είναι ειδικός ψυχολόγος για να καταλάβει πως τραυματίζεται η ψυχή του παιδιού που είναι κλεισμένο σε καταφύγιο και ακούει να τρέμει η γη, έτοιμη να το καταπιεί, από τις εκρήξεις των βομβών. Πριν ακόμα γευτεί τις ομορφιές της ζωής θα αισθανθεί το φρικτό συναίσθημα του επικείμενου θανάτου. Και αυτό το τρομακτικό συναίσθημα δεν θα σβήσει στη πορεία της ζωής του θα μετατραπεί σε φοβίες νευρώσεις κρίσεις πανικού.
Άλλη παράπλευρη απώλεια όπως θα έλεγαν οι σύγχρονοι απολογητές των πολέμων είναι το διαρκές πένθος των αμάχων. Ο πατέρας θα θρηνεί για το γιο του, η γυναίκα το άντρα της, η αδελφή τον αδελφό της. Είναι πολύ πρόσφατη η εικόνα των μαυροφορεμένων γυναικών περασμένων δεκαετιών . Από τους συνεχείς πολέμους δεν προλάβαιναν να βγάζουν τα μαύρα πάντα κάποιον σκοτωμένο έπρεπε να πενθήσουν.
Η παρουσία στη καθημερινή ζωή των δυνάμεων κατοχής και των ντόπιων συνεργατών θα δημιουργήσει αισθήματα δίκαιης αγανάκτησης αποστροφής και εκδίκησης.
Τεράστιο είναι το ψυχολογικό αλλά κοινωνικό κόστος από το βιασμό γυναικών αυτής της πράξης της ύψιστης ανανδρίας. Η βιασθείσα γυναίκα δεν θα συνέλθει ίσως ποτέ από το σοκ του βιασμού. Δεν θα μπορεί να χαρεί ούτε να προσφέρει χαρά και θα χρειάζεται για χρόνια ψυχοθεραπεία.
Οι ψυχολογικές συνέπειες των πολέμων δεν έχουν τέλος. Θα αναφέρουμε ακόμα το λεγόμενο κατοχικό σύνδρομο πείνας, που έχει προσβάλει ολόκληρη την Ελληνική κοινωνία. Οι χιλιάδες θάνατοι από τη πείνα στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής σημάδεψαν την ψυχολογία όλου του λαού. Ο φόβος της πείνας και των θανατηφόρων συνεπειών της έβαλαν τις ανεξίτηλες σφραγίδες τους. Και δεν επηρέασαν μόνο όσους έζησαν την τη κατοχή αλλά πέρασαν και στις επόμενες γενιές που δεν αντιμετώπιζαν πρόβλημα πείνας.
Οι συνέπειες των πολέμων είναι πολλαπλές και δεν κάνουν διάκριση ανάμεσα σε νικητές και ηττημένους στρατιώτες. Και οι δύο πάσχουν αν και με διαφορετικό τρόπο ο καθένας. Ολόκληρες οι κοινωνίες πάσχουν.
Οι ψυχολογικές πληγές είναι ανοιχτές για χρόνια μετά τους πολέμους. Και δεν υπάρχει φάρμακο να τις θεραπεύσει. Μόνο η απάλειψη ακόμα και της λέξης πόλεμος από τα λεξικά όλων των γλωσσών θα απαλλάξει οριστικά την ανθρωπότητα από αυτή τη βαρβαρότητα.
Το μεγάλο ερώτημα γιατί επί τέλους γίνονται οι πόλεμοι αφού οι λαοί δεν τους θέλουν πρέπει να βαραίνει πάντα τις συνειδήσεις μας. Η γνωστή καθαρή και απλή απάντηση πρέπει να εκστομίζεται για να αποκαλύπτονται οι ελάχιστοι οικονομικοί παράγοντες, που ξεκινούν τους πολέμους μόνο και μόνο για να αυξήσουν τα κέρδη τους.

*ΚΕΘΑ