Μάχη του Βερντέν: Η σύγκρουση Γάλλων και Γερμανών που ονομάστηκε «κρεατομηχανή» [pics]

*Του Αριστείδη Δημητράτου

Η μάχη του Βερντέν είναι αδιαμφισβήτητα μια από τις πιο αιματηρές, απάνθρωπες συγκρούσεις της παγκόσμιας στρατιωτικής ιστορίας, που διεξήχθη στο Δυτικό Μέτωπο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, στην οποία συμμετείχαν οι στρατιωτικές δυνάμεις της Γαλλίας και της Γερμανίας.

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος είδε νέα οπλικά συστήματα αλλά και δόγματα στο πεδίο της μάχης που μέχρι στιγμής δεν είχαν αποτυπωθεί στο παρελθόν, ενώ ακόμα σημειώθηκαν εξελίξεις στη χρήση χημικών όπλων, κάτι που χαρακτήρισε τη Μάχη του Βερντέν.

Ήταν η μάχη που στιγμάτισε τον ήδη καταστροφικό και αποτρόπαιο πόλεμο των χαρακωμάτων, τον πόλεμο «που θα έδινε τέλος σε όλους τους πολέμους», τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο Verdun ή την «κρεατομηχανή» όπως ονομάστηκε από τους στρατιώτες που πολέμησαν, νεκρούς και ζωντανούς, έληξε στις 17 Δεκεμβρίου του 1916. Πώς ακριβώς είχε εξελιχθεί η αιματηρή αυτή μάχη;

Η κατάσταση στο ευρωπαϊκό θέατρο επιχειρήσεων (Δυτικό Μέτωπο) στα πρώτα δύο χρόνια του Μεγάλου Πολέμου έβρισκε τη στρατηγική θέση της Γερμανίας να σταθεροποιείται. Ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, Erich von Falkenhayn, διαπίστωσε όμως πως η Γερμανία δεν θα μπορούσε να κρατήσει για πολύ ακόμα, καθώς θεωρούσε ότι η οικονομία της και τα διάφορα εσωτερικά προβλήματά της, μακροπρόθεσμα, θα οδηγούσαν την αυτοκρατορία πολύ κοντά στην κατάρρευση.

Έτσι, αποφάσισε πως έπρεπε να δοθεί ένα μοιραίο χτύπημα στο Δυτικό Μέτωπο, καθώς πίστευε ότι εκεί θα κρινόταν η έκβαση του πολέμου, κι όχι στο Ανατολικό Μέτωπο, διότι δεν ανέμενε μεσοπρόθεσμη ανάκαμψη του ρώσικου στρατού μετά την ήττα που υπέστη στη μάχη του Τάννενμπεργκ.

Γι’ αυτό εκτιμούσε πως ο κύριος εχθρός ήταν η Μεγάλη Βρετανία, και προτίμησε να πάρει την επιθετική πρωτοβουλία πρώτος, πριν την επίθεση των Συμμάχων. Ο σχεδιασμός του στρατηγικού του πλάνου είχε ως αξονικό στοιχείο να πείσει τη Βρετανία ότι η Γερμανία δεν μπορούσε να ηττηθεί, εξοντώνοντας το «καλύτερο σπαθί της Αγγλίας», όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά ανέφερε στον Κάιζερ – δηλαδή, τη Γαλλία.

H στρατηγική στο θέατρο επιχειρήσεων των δύο πλευρών

Με άλλα λόγια, ο πολιτικός αντικειμενικός σκοπός του Falkenhayn ήταν η συνθηκολόγηση της Μεγάλης Βρετανίας, με την εξόντωση του σημαντικότερου της συμμάχου στην ηπειρωτική Ευρώπη.

Ο τρόπος με τον οποίο σκόπευε να προσεγγίσει και να οργανώσει το δόγμα επίθεσης συνίστατο σε μία «επιχειρησιακή εξουθένωση» (operational attrition / Ermattungsstrategie), όπου οι στόχοι θα καταστρέφονταν από σωρευτική εφαρμογή υλικής ισχύος και υπέρτερης δύναμης πυρός. Γιατί όμως στο Verdun; Η επιλογή του βασίσθηκε στους παρακάτω λόγους:

Κυρίως λόγω συμβολικότητας της περιοχής της Λωραίνης, όπου οι γαλλικές δυνάμεις θα υποχρεούνταν να ενισχύσουν πάση θυσία για να μην «πέσει» σε γερμανικά χέρια. Η παγίδα αυτή εξυπηρετούσε τους Γερμανούς ώστε να προσελκύσουν και να σταθεροποιήσουν όσο το δυνατόν περισσότερες γαλλικές δυνάμεις για να τις εξοντώσουν σταδιακά, μία εμμονή του Falkenhayn που αποκρυσταλλώθηκε στη φράση «bleed the French white» (Verblutung).

Η περιοχή διέθετε σιδηροδρομικές γραμμές, οι οποίες ευνοούσαν πολύ τα «logistics» – δηλαδή τη διοικητική επιμελητεία-μέριμνα, όπως για παράδειγμα τη μεταφορά των εφεδρειών και του πολεμικού υλικού. Το πλεονέκτημα των Γερμανών ήταν η χρήση των «εσωτερικών γραμμών». Το φρούριο του Verdun βρισκόταν στο κέντρο ενός τμήματος οχύρωσης το οποίο ήταν εκτεθειμένο, και μπορούσε εύκολα να προσβληθεί από το εχθρικό πυροβολικό

Είναι άξιο αναφοράς το γεγονός ότι μία από τις υποθέσεις του γερμανικού επιτελείου ήταν το ενδεχόμενο οι Βρετανοί να επιχειρήσουν επίθεση σε άλλο σημείο του Μετώπου, για να ανακουφίσουν την πίεση που θα είχε ασκηθεί στο Verdun, όπως κι εν τέλει έγινε στο Somme.

Η πρώτη φάση της επιχείρησης (Operation Gericht = δίκη) θα επεδίωκε την εξουδετέρωση των αμυντικών γραμμών μέσω πολλαπλών βομβαρδισμών και επιθέσεων που θα προκαλούσε μαζικές απώλειες στον εχθρό. Αν αυτό δεν γινόταν, τότε η δεύτερη φάση θα συνίστατο σε μία αποφασιστική μάχη που θα αποτελείωνε ό,τι είχε απομείνει από τις γαλλικές δυνάμεις σε Γαλλία και Βέλγιο.

Όσον αφορά τη γαλλική πλευρά, το Grand Quartier Général (Γενικό Επιτελείο) αδιαφορούσε για το Verdun, γεγονός που αποδεικνύεται από την ελλιπή επάνδρωση και τον ανεπαρκή εξοπλισμό των αμυντικών του θέσεων.

Ωστόσο, τόσο ο υπεύθυνος διοικητής περιοχής Herr, όσο κι ο πολιτικός και αντισυνταγματάρχης Émile Driant ανέμεναν μία επίθεση εκεί, και ζήτησαν από τους Joffre (Αρχηγό Γενικού Επιτελείου Στρατού) και στρατηγό Gallieni (τότε Υπουργό Πολέμου) να μεριμνήσουν για την κατάσταση εκεί. Παρ’ όλα αυτά δεν πρόλαβαν.

H άμεση κλιμάκωση της μάχης

Στις 21 Φεβρουαρίου, περίπου 1.400 γερμανικά πυροβόλα για σχεδόν οκτώ ώρες βομβαρδίζουν ασταμάτητα τις γαλλικές θέσεις, καταστρέφοντας σε μία μέρα τις γραμμές επικοινωνίας και τις πρώτες γραμμές άμυνας. Ενδεικτικό της καταστροφικότητας της γερμανικής επίθεσης είναι ότι τις πρώτες πέντε μέρες της μάχης οι γαλλικές απώλειες υπολογίζονταν περίπου στο 84% του συνόλου των γαλλικών δυνάμεων .

Στις 25 Φεβρουαρίου χάνεται το Fort Douaumont, η καρδιά του αμυντικού συστήματος οχυρώσεων των Γάλλων, όπου η 51η και 72η Μεραρχία έχουν υποστεί απώλειες της τάξης του 60%. Σε αυτό το σημείο της κατάρρευσης, η γαλλική ηγεσία στρέφεται στον διοικητή 2ης Στρατιάς Philippe Pétain, ο οποίος, λόγω της ηγετικής του μορφής αλλά και στρατηγικής του διορατικότητας, καταφέρνει να αλλάξει και να βελτιώσει την όλη αμυντική οργάνωση των γαλλικών δυνάμεων, κυρίως με δύο κινήσεις:

Αφενός με τον εμποτισμό επιθετικού πνεύματος στα γαλλικά στρατεύματα, χαρακτηριστικό παράδειγμα το γνωστό: «Courage! On les aura!» (κουράγιο, τους έχουμε) και, αφετέρου, με τη δημιουργία της «Ιεράς Οδού» (Voie Sacrée), δηλαδή τη μετατροπή του δρόμου που συνδέει το Bar-Le-Duc με το Verdun σε γραμμή προμηθειών, οπλισμού και συντήρησης των δυνάμεων πρώτης γραμμής με νέες δυνάμεις, ώστε να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία των logistics και των περιστατικών λιποταξίας αντιστοίχως.

Ενδεικτικά, χάρη σε αυτό το σύστημα, από τα 330 τάγματα του συνόλου σχεδόν του γαλλικού στρατού, τα 259 πέρασαν από το Verdun. Καθ’ όλη τη διάρκεια της γαλλικής άμυνας, από τον Μάρτιο μέχρι και τον Μάιο, όταν και το Μort Homme -ένα σημαντικό ύψωμα- καταλαμβάνεται από τους Γερμανούς, οι απώλειες είναι τεράστιες λόγω λανθασμένων τακτικών χειρισμών και υπολογισμών.

Το γαλλικό πυροβολικό έχει εξισορροπήσει περίπου το αντίστοιχο γερμανικό, με τις απώλειες και των δύο πλευρών να αυξάνονται σημαντικά, χωρίς όμως αντίκρυσμα σε εδαφικά κέρδη. Ωστόσο το γαλλικό ηθικό αναπτερώνεται, καθώς συνειδητοποιούν ότι η γερμανική προέλαση έχει σταθεροποιηθεί, κι έτσι η γαλλική ηγεσία αντικαθιστά τον Pétain με τον Robert Nivelle, υποστηρικτή της μετωπικής επίθεσης, ώστε να περάσει στην αντεπίθεση.

Το καλοκαίρι του 1916 είχε εκπλήξεις

Από τη μία ο αναδιοργανωμένος ρωσικός στρατός, υπό την καθοδήγηση του στρατηγού Brusilov, ξεκίνησε στις 4 Ιουνίου την επιθετική του κίνηση, και έτρεψε σε φυγή τον στρατό της Αυστρο-ουγγρικής αυτοκρατορίας στην περιοχή της σημερινής Δυτικής Ουκρανίας, με αποτέλεσμα ο Falkenhayn να αποδεσμεύσει πολύτιμες δυνάμεις προς υποστήριξη των συμμάχων του.

Από την άλλη, η μάχη του Somme την 1η Ιουλίου επιβεβαίωσε τις αρχικές υποθέσεις, και θεωρητικά ικανοποιούσε πλήρως τον Falkenhayn αναφορικά με τη δεύτερη φάση της επιχείρησής του, όμως οι ισχύουσες συνθήκες ήταν εξαιρετικά δυσμενείς. Ειδικά μετά και την είσοδο της Ρουμανίας στον πόλεμο στο πλευρό της Entente στις 27 Αυγούστου του 1916, που δημιούργησε περαιτέρω προβλήματα στην Αυστρο-ουγγαρία.

Πλέον οι Κεντρικές Δυνάμεις βρίσκονταν σε δύσκολη θέση. Από το καλοκαίρι μέχρι τον Σεπτέμβρη έχουμε τις τελευταίες επιθετικές κινήσεις των Γερμανών, κυρίως προς κατάληψη του φρουρίου Souville, οι οποίες αποτυγχάνουν, με αποτέλεσμα ο Κάιζερ να προχωρά σε διοικητικές αλλαγές.

O Falkenhayn μετατίθεται στα Καρπάθια Όρη, και πλέον αναλαμβάνουν στις 29 Αυγούστου το δίδυμο Hinderburg – Ludendorff, οι οποίοι αντικαθιστούν την αποτυχημένη «Ermattungsstrategie» με το παραδοσιακό πρωσικό προπολεμικό δόγμα «Vernichtungsstrategie», που προέβλεπε μεγάλες αποφασιστικές μάχες.

Οι αλλαγές ηγεσίας στη γερμανική διοίκηση δεν μπορούσαν να ανατρέψουν το αναπόφευκτο. Οι γαλλικές αντεπιθέσεις οδήγησαν στη σταδιακή επανάκτηση των χαμένων εδαφών, όπως για παράδειγμα το Fort Douaumont, με τις γερμανικές δυνάμεις τρία μόνο μίλια μπροστά από τις αρχικές τους θέσεις τον Φεβρουάριο.

Πρόκειται για μια μάχη που έχει στιγματίσει το συλλογικό ιστορικό ασυνείδητο των Γάλλων, μια μάχη που θυμίζει τον ηρωϊσμό και τη μαχητικότητα ενός λαού, και μιας χώρας για την οποία θυσιάστηκε κυριολεκτικά μία γενιά.

*Διεθνολόγος, κάτοχος Master of Arts στις Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές Παντείου Πανεπιστημίου.