Χάος:Το οπλοστάσιο της Λιβύης,αφρούρητο,πωλείται στις προσευχές της Παρασκευής!

Αφρούρητες παραμένουν τεράστιες ποσότητες πυρομαχικών σε εκατοντάδες κρατικές αποθήκες στην ανατολική Λιβύη, παρά τις δεσμεύσεις της μεταβατικής κυβέρνησης ότι προτίθεται να εγγυηθεί την ασφάλεια του τεραστίων διαστάσεων οπλοστασίου της χώρας.

   

Η υπεραφθονία όπλων και πυρομαχικών, που είναι διαθέσιμα στους πάντες σε μια περιοχή όπου οι μάχες σταμάτησαν από το καλοκαίρι, αποτελεί μια σημαντική πρόκληση για το Εθνικό Μεταβατικό Συμβούλιο, το οποίο λέει ότι αποκαθιστά την τάξη μετά την ανατροπή του Μουάμαρ Καντάφι.

   

Σε ένα μεγάλο οχυρό κτιριακό συγκρότημα που επισκέφθηκαν δημοσιογράφοι του ειδησεογραφικού πρακτορείου Ρόιτερς το σαββατοκύριακο, χιλιάδες ρουκέτες, νάρκες, οβίδες για άρματα μάχης, ακόμα και δύο ιταλικές ναυτικές τορπίλες βρίσκονταν τοποθετημένες τακτικά και έτοιμες για μεταφορά–χωρίς να υπάρχει φρουρός πουθενά.

   

Σε μια ακόμα μεγαλύτερη αποθήκη πυρομαχικών, κοντά στην δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Λιβύης, την Βεγγάζη, υπήρχε μόλις ένας φρουρός σε ένα χώρο διάσπαρτο με οχυρές αποθήκες που εκτείνονταν όσο έφθανε το βλέμμα.

   

Υπό την πίεση των χωρών που την υποστηρίζουν, η νεότευκτη κυβέρνηση έχει δεσμευτεί δημόσια όχι θα ασφαλίσει τις αποθήκες όπλων και πυρομαχικών που αξιοποιήθηκαν στην διάρκεια της οκτάμηνης σύρραξης η οποία κατέληξε με τη σύλληψη και το φόνο του Καντάφι τον περασμένο μήνα.

   

Με δεκάδες αποθήκες πυρομαχικών να είναι εντελώς αφύλακτες, η αποφασιστικότητα της νέας κυβέρνησης της Λιβύης ενδέχεται να τεθεί υπό αμφισβήτηση την ώρα που προσπαθεί να οικοδομήσει ένα νέο σύστημα εξουσίας σχεδόν από την αρχή.

   

«Είναι ένας κίνδυνος», σχολίασε ο εκπρόσωπος του Εθνικού Μεταβατικού Συμβουλίου Τζαλάλ ελ Γκάλαλ. «Αλλά έχουμε υπερεκταθεί και δεν θέλουμε να βάλουμε ανθρώπους που δεν ελέγχουμε να φρουρούν τοποθεσίες. Είμαστε ανήσυχοι, αλλά όχι πανικόβλητοι».

   

Χτισμένη σε ένα απομονωμένο τοπίο κοντά στην πόλη Ατζνταμπίγια, μια τέτοια τοποθεσία είχε βομβαρδιστεί από μαχητικά του NATO ενώ βρισκόταν ακόμα στα χέρια των στρατιωτών του Καντάφι. Περίπου 30 αποθήκες πυρομαχικών παραμένουν άθικτες και γεμάτες κασόνια με πυρομαχικά, με τις πόρτες ορθάνοιχτες.

   

Τα περισσότερα πυρομαχικά αποθηκευμένα στις πολυκαιρισμένες αποθήκες μερικά χιλιόμετρα από τον κύριο παραλιακό δρόμο χρησιμεύουν για βαρέα όπλα, ωστόσο υπάρχουν επίσης έτοιμοι για χρήση όλμοι με τα βλήματά τους και νάρκες κατά οχημάτων.

   

Ορισμένοι αναλυτές εκφράζουν φόβους ότι οι εναπομείναντες πιστοί στον Καντάφι ή άλλοι που αντιτίθενται στο Εθνικό Μεταβατικό Συμβούλιο θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τον οπλισμό αυτό για να αρχίσουν ανταρτοπόλεμο, ματαιώνοντας τις προσπάθειες να αποκατασταθεί η σταθερότητα και να αρχίσει ξανά η παραγωγή πετρελαίου στη χώρα-μέλος του ΟΠΕΚ. 

   

Ο οπλισμός και τα πυρομαχικά μπορεί επίσης να αποτελέσουν απειλή για τα γειτονικές χώρες, ειδικά με δεδομένο το ότι τα σύνορα προς νότο είναι πορώδη και υπάρχουν στην περιοχή εμπόλεμες ζώνες–στο Σουδάν, στο Νίγηρα και στο Τσαντ. Ο Γκάλαλ είπε ότι η κυβέρνηση θα εγγυηθεί την ασφάλεια του οπλισμού και των πυρομαχικών αλλά δεν διαθέτει ακόμα επαρκείς πόρους για να πληρώσει για την ασφάλεια. «Πουλάμε πετρέλαιο, αλλά ακόμα δεν έχουμε τη ρευστότητα που χρειαζόμαστε γι’ αυτό. . . τα κεφάλαια που είχαν παγώσει υπό τον Καντάφι στο εξωτερικό δεν έχουν ακόμα αποδεσμευτεί πλήρως», είπε.

   

«Όταν γίνει αυτό θα έχουμε τα μέσα να πληρώσουμε μισθούς και να δημιουργήσουμε τα απαραίτητα κίνητρα ώστε να φρουρούνται αυτές οι τοποθεσίες», πρόσθεσε.

   

Η οργάνωση Παρατηρητήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η οποία εδρεύει στη Νέα Υόρκη, κάνει συγκρίσεις με το Ιράκ, όπου οι αποθήκες που εγκαταλείφθηκαν από τους φυγάδες στρατιώτες του Σαντάμ Χουσέιν μετά την εισβολή των ΗΠΑ και συμμάχων τους το 2003 λεηλατήθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν από διάφορες ένοπλες παρατάξεις. Η ΜΚΟ κάλεσε το Εθνικό Μεταβατικό Συμβούλιο να σταματήσει την κυκλοφορία των βαρέων όπλων στη χώρα, περιλαμβανομένων των πυραύλων επιφανείας-αέρος που παραμένουν αφρούρητοι δύο μήνες και πλέον μετά την ανατροπή του συνταγματάρχη Καντάφι.

   

Οι φορητοί αντιαεροπορικοί πύραυλοι, που μπορεί να εκτοξεύσει ένας μόνο άνθρωπος στηρίζοντάς τους στον ώμο, αποτελούν ιδιαίτερη πηγή ανησυχιών λόγω του κινδύνου να χρησιμοποιηθούν εναντίον πολιτικών αεροσκαφών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες χώρες προσέφεραν βοήθεια για τον εντοπισμό τους.

   

Σε όλες τις αποθήκες που επισκέφθηκαν ανταποκριτές του Ρόιτερς δεν υπήρχαν τέτοιοι πύραυλοι, κάτι που σύμφωνα με τον Γκάλαλ δείχνει πόσο μεγάλη προτεραιότητα έδωσε η κυβέρνηση του Εθνικού Μεταβατικού Συμβουλίου στο θέμα αυτό.

   

«Οι δικοί μας συντονίζονται με διεθνείς ομάδες ειδικών, και μας βοήθησαν να σημειώσουμε πρόοδο», είπε αναφερόμενος στην προσπάθεια εντοπισμού των χιλιάδων αντιαεροπορικών πυραύλων που σύμφωνα με τον ΟΗΕ παραμένει άγνωστο το πού βρίσκονται.

   

Η διεθνής κοινότητα έχει επίσης εκφράσει ανησυχία για την ασφάλεια των πυρηνικών υλικών και των χημικών όπλων που διέθετε το καθεστώς Καντάφι. Η Οργάνωση για την Απαγόρευση των Χημικών Όπλων, που εδρεύει στη Χάγη, ανέφερε χθες ότι επιθεώρησε τα γνωστά αποθέματα υλικών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την κατασκευή δηλητηριωδών αερίων και τα βρήκε άθικτα. Όμως πρόσθεσε ότι οι νέες λιβυκές αρχές την ενημέρωσης πως εντοπίστηκαν και νέα αποθέματα χημικών όπλων.

   

Όποια πρόοδος κι αν σημειώνεται, ο πληθυσμός της Λιβύης παραμένει οπλισμένος. Βαριά πολυβόλα σε ανοιχτά φορτηγάκια βλέπει κανείς συχνά σε όλη τη χώρα, ενώ το θέαμα ανδρών με αυτόματα είναι κοινό. Η μεταβατική κυβέρνηση έχει προτείνει ένα πρόγραμμα επαναγοράς των όπλων που διαθέτει σχεδόν κάθε νοικοκυριό στη Λιβύη, κάτι που ο Γκάλαλ λέει ότι θα γίνει ευκολότερο όταν υπάρχουν χρήματα.

   

«Πρώτα χρειαζόμαστε τα κεφάλαια–εάν πρόκειται να ανακοινώσουμε ένα πρόγραμμα επαναγοράς πρέπει να είμαστε έτοιμοι διότι ο κόσμος θα έρθει μαζικά, διότι πολλοί αγόρασαν όπλα με τα χρήματα τους».

   

Προς το παρόν, οι ανοικτές αγορές όπλων σημειώνουν αξιοσημείωτη άνθιση. Σε μια, σχεδόν στο κέντρο της Βεγγάζης, πωλούνται όπλα μετά τις προσευχές της Παρασκευής. Τα επιθετικά τουφέκια ξεκινούν από τα 1.100 δηνάρια (581 ευρώ). «Φθηναίνουν–κόστιζαν πάνω από 3.000 δηνάρια», σχολίασε ο Γκάλαλ. «Αυτό σημαίνει ότι θα είναι ευκολότερο να τα συγκεντρώσουμε», εκτίμησε.