«Έφυγε» ο Νέλσον Μαντέλα

Έχασε τη τελευταία μάχη για να κρατηθεί στην ζωή ο Νέλσον Μαντέλα.

Ο ηγέτης της Νότιας Αφρικής πέρασε σχεδόν τρεις μήνες σε ένα νοσοκομείο της Πρετόρια, όταν εισήχθη τον Ιούνιο έπειτα από επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις των πνευμόνων.

Από τον Σεπτέμβριο είχε πάρει εξιτήριο και έκτοτε δεχόταν ιατρική φροντίδα στο σπίτι του στο Γιοχάνεσμπουργκ.
Ο Νέλσον Μαντέλα, ήταν ο πιο αναγνωρίσιμος προασπιστής ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε ολόκληρο τον κόσμο.

Γεννηθηκε στις 18 Ιουλίου 1918, στο χωριό Μβέζο της επαρχίας Τράνσκεϊ στη Νότια Αφρική.

Ήρθε στον κόσμο σαν μέλος της βασιλικής οικογένειας της φυλής Θέμπου. Ο πατέρας του, Γκάντλα Χένρι Μπακανίσουα, ήταν ο αρχηγός του χωριού και ονόμασε τον γιο του Ρολιχλάχλα, που στη γλώσσα της φυλής σημαίνει “ταραχοποιός”. 

Ήταν ο πρώτος από την οικογένειά του που έλαβε επίσημη εκπαίδευση, φοιτώντας, αρχικά, σε ένα τοπικό ιεραποστολικό σχολείο. Εκεί, απέκτησε το όνομα Νέλσον.

Μετά τον θάνατο του πατέρα του, όταν ο Νέλσον ήταν 9 χρονών, την κηδεμονία του ανέλαβε ο αντιβασιλέας της φυλής Θέμπου, Αρχηγός Γιοκιντάμπα Νταλιντιέμπο. Την περίοδο που έμενε στο παλάτι, ο Μαντέλα μάθαινε Αγγλικά, Ξόζα (τη γλώσσα των Θέμπου), ιστορία και γεωγραφία. Άκουγε τις ιστορίες των επισκεπτών του παλατιού και αγάπησε την αφρικανική ιστορία μέσα από αυτές.

Από το 1936 μέχρι το 1939, φοίτησε στο Οικοτροφείο Clarkebury και το δευτεροβάθμιο σχολείο Healdtown, όπου διακρίθηκε στην πυγμαχία και τον στίβο και ανέπτυξε έντονο ενδιαφέρον για την αφρικανική κουλτούρα. Το 1939 μπήκε στο πανεπιστήμιο του Fort Hare, που ήταν, τότε, το μοναδικό ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης δυτικού τύπου για τους μαύρους της Νότιας Αφρικής.

Στο Fort Hare, γνώρισε τον Όλιβερ Τάμπο, μελλοντικό του συνεργάτη και σπούδασε πολιτική, ανθρωπολογία και ρωμαϊκό ολλανδικό δίκαιο. Την δεύτερη χρονιά του, αποβλήθηκε και επέστρεψε στο παλάτι, λόγω της συμμετοχής του σε μποϊκοτάζ ενάντια στις πολιτικές του πανεπιστημίου.

Η εμπλοκή με το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο

Τον Δεκέμβριο του 1940, ο Νέλσον έμαθε ότι ο κηδεμόνας του σκόπευε να τον παντρέψει παρά τη θέλησή του και αντέδρασε, φεύγοντας για το Γιοχάνεσμπουργκ. Δούλεψε σαν νυχτοφύλακας, αλλά απολύθηκε, όταν το αφεντικό έμαθε ότι ήταν “φυγάς”.

Ο Μαντέλα γνωρίστηκε με μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος και συμμετείχε σε αρκετές από τις συγκεντρώσεις του, εντυπωσιασμένος από το γεγονός ότι λευκοί και μαύροι συμμετείχαν ως ίσοι. Παρόλα αυτά, δεν έγινε ποτέ μέλος επειδή, σύμφωνα με τον ίδιο, ο αθεϊσμός ερχόταν σε αντίθεση με τα χριστιανικά του πιστεύω.

Συνέχισε την εκπαίδευσή του σε ανώτατο επίπεδο, σπουδάζοντας νομική στο πανεπιστήμιο του Witwatersrand, όπου αντιμετώπισε τον ρατσισμό και ανέπτυξε σχέσεις με μαύρους και λευκούς ακτιβιστές.

Πεπεισμένος για την ανάγκη ενός νεανικού κινήματος που θα κινητοποιούσε τους Αφρικανούς ενάντια στην υποδούλωσή τους, ο Μαντέλα πρωτοστάτησε στην ίδρυση της Νεολαίας του ΑΕΚ, την Κυριακή του Πάσχα, το 1944. Την ίδια χρονιά, παντρεύτηκε την πρώτη του γυναίκα, Έβελυν Μάσε, με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Χώρισαν το 1958.

Το 1948, διεξήχθησαν εκλογές τις οποίες κέρδισε το Εθνικό Κόμμα – δικαίωμα ψήφου είχαν μόνο οι λευκοί πολίτες. Το συγκεκριμένο κόμμα, αποτελούνταν από ανοικτά εθνικιστές Αφρικάνερς (λευκοί Νοτιοαφρικανοί) και εισήγαγε στη Νότια Αφρική ένα επίσημο σύστημα φυλετικής κατηγοριοποίησης και διακρίσεων – το απαρτχάιντ. Ο διαχωρισμός με βάση τη φυλή υπήρχε στη χώρα από τα πρώτα χρόνια των αποικιών, αλλά πλέον γινόταν επίσημη πολιτική.

Με την εφαρμογή του απαρτχάιντ, οι μη λευκοί αποκλείονταν από την κυβέρνηση, τα βασικά τους δικαιώματα περιορίστηκαν και με την ψήφιση σωρείας ρατσιστικών νόμων, διασφαλιζόταν ότι η εξουσία θα παρέμενε στα χέρια της λευκής μειοψηφίας. Η αφοσίωση του Νέλσον Μαντέλα στην πολιτική και το ΑΕΚ ενισχύθηκε περισσότερο από ποτέ.

Την επόμενη χρονιά, το ΑΕΚ υιοθέτησε το σχέδιο της Νεολαίας του, που προέβλεπε αγώνα μέσω μποϊκοτάζ, απεργιών, πολιτικής ανυπακοής και άλλων ειρηνικών μεθόδων. Αφιερώνοντας τον περισσότερο από τον χρόνο του στην πολιτική, ο Μαντέλα απέτυχε να πάρει το πτυχίο του από το πανεπιστήμιο του Witwatersrand. Ωστόσο, η επιρροή του στο ΑΕΚ αυξανόταν συνεχώς και το 1950 εκλέχθηκε στην προεδρία της Νεολαίας.

Την ίδια περίοδο, μελέτησε και επηρεάστηκε από τα κείμενα των Μαρξ, Ένγκελς και Μάο Τσε Τουνγκ, υποστηρίζοντας πλέον τη δημιουργία ενός ενιαίου μετώπου ενάντια στο απαρτχάιντ. Αρχικά, θεωρούσε ότι η μαύρη κοινότητα έπρεπε να κινηθεί μόνη ενάντια στην κυριαρχία των Αφρικάνερς. 

Κατά τη διάρκεια της Εκστρατείας Αντίστασης του ΑΕΚ, που ξεκίνησε το 1952, ο Μαντέλα ανέλαβε ηγετικό ρόλο και απέδειξε τις ικανότητές του, ταξιδεύοντας σε όλη τη χώρα και οργανώνοντας διαμαρτυρίες ενάντια στην πολιτική διακρίσεων. Προώθησε, ακόμη, το μανιφέστο γνωστό ως “Χάρτης της Ελευθερίας”, το οποίο επικυρώθηκε, το 1955, από το Κογκρέσο του Λαού. 

Το 1953, ο Μαντέλα και ο Τάμπο άνοιξαν, στη Νότια Αφρική, το πρώτο δικηγορικό γραφείο από μαύρους και προσέφεραν δωρεάν νομικές συμβουλές στα θύματα του απαρτχάιντ. Εργαζόμενος ως δικηγόρος, συνελήφθη πολλές φορές για “ανατρεπτικές δραστηριότητες”. Τον Δεκέμβριο του 1956, μαζί με άλλους 155 ακτιβιστές, ο Μαντέλα κατηγορήθηκε για προδοσία. Η δίκη τους διήρκεσε 5 χρόνια. Αθωώθηκαν όλοι το 1961. 
Εν τω μεταξύ, τα μέλη του ΑΕΚ αυξήθηκαν από 20,000 σε 100,000 και στις συγκεντρώσεις του οι συμμετέχοντες έφταναν ακόμη και τις 30,000. Η αύξηση των μελών έφερε και εσωτερικές εντάσεις και το 1959, μία μερίδα ριζοσπαστικών που υποστήριζαν πιο μαχητική αντίδραση ενάντια στην επιβολή του απαρτχάιντ αποσκίρτησαν, δημιουργώντας το Παναφρικανικό Κογκρέσο (ΠΚ).

Ο ίδιος ο Μαντέλα αποφάσισε ότι είχε φτάσει η ώρα να αλλάξει πολιτική το ΑΕΚ, όταν η αστυνομία άνοιξε πυρ εναντίον μιας ειρηνικής διαμαρτυρίας στην πόλη Sharpeville, το 1960, σκοτώνοντας 69 άτομα. Ένα κύμα ταραχών ξέσπασε σε όλη τη χώρα και είχε σαν αποτέλεσμα το ΑΕΚ και το ΠΚ να τεθούν εκτός νόμου. 

Αν και αρχικά ο Μαντέλα, εμπνευσμένος από τον αγώνα του Μαχάτμα Γκάντι, είχε δεσμευτεί στον δρόμο της ειρηνικής διαμαρτυρίας, το 1961, ίδρυσε σε συνεργασία με το Κομμουνιστικό Κόμμα την μαχητική οργάνωση Umkhonto we Sizwe (στα ελληνικά, Δόρυ του Έθνους), γνωστή και ως MK και υπήρξε ο πρώτος ηγέτης της. “Θα ήταν λάθος και μη ρεαλιστικό αν οι Αφρικανοί ηγέτες συνέχιζαν να κηρύσσουν την ειρήνη, όταν η κυβέρνηση απαντούσε στα ειρηνικά μας αιτήματα με βία”, είπε αργότερα για την οργάνωση ο Μαντέλα, κατά τη διάρκεια της δίκης που τον έστειλε στη φυλακή για τρεις δεκαετίες.

Υπό τις οδηγίες του Νέλσον Μαντέλα, η ΜΚ ξεκίνησε μια εκστρατεία σαμποτάζ ενάντια στην κυβέρνηση, η οποία είχε, στο μεταξύ, αποσύρει τη Νότια Αφρική από την κοινοπολιτεία και τη ανακήρυξε δημοκρατία. Το 1961, ο Μαντέλα διοργάνωσε τριήμερη εθνική απεργία και τον Ιανουάριο του 1962, ταξίδεψε παράνομα στο εξωτερικό, για να συμμετέχει σε συνέδριο Αφρικανών ηγετών στην Αιθιοπία, να επισκεφθεί τον εξορισμένο Όλιβερ Τάμπο στο Λονδίνο και να εκπαιδευτεί για ανταρτοπόλεμο στην Αλγερία. 

Η Δίκη της Ριβόνια και η ζωή στη φυλακή

Με την επιστροφή του, συνελήφθη και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 5 ετών και τον Ιούλιο του 1963, μετά από επιδρομή της αστυνομίας σε κρησφύγετο, στη Ριβόνια (προάστιο του Γιοχάνεσμπουργκ), βρέθηκαν στοιχεία που τον ενέπλεκαν, μαζί με άλλους 10 ηγέτες του ΑΕΚ σε υποθέσεις σαμποτάζ. 

Οι δέκα από τους έντεκα οδηγήθηκαν σε δίκη, αντιμέτωποι με κατηγορίες για σαμποτάζ, προδοσία και βίαιη συνωμοσία. Η “Δίκη της Ριβόνια” κράτησε οχτώ μήνες, από το 1963 ως το 1964 και προσέλκυσε διεθνές ενδιαφέρον. Αξίζει να σημειωθεί ότι ανάμεσα στους συνήγορους υπεράσπισης του Μαντέλα ήταν και ο ελληνικής καταγωγής Γιώργος Μπίζος. Δύο από τους κατηγορούμενους αθωώθηκαν, αλλά ο Νέλσον Μαντέλα και οι υπόλοιποι εφτά καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη, γλυτώνοντας την αγχόνη μόνο λόγω της διεθνής κατακραυγής.

Κατά τη διάρκεια της δίκης, ο Νέλσον Μαντέλα εδραιώθηκε στις συνειδήσεις του πλανήτη ως εικονικό σύμβολο του αγώνα κατά των διακρίσεων. “Έχω αγκαλιάσει το ιδανικό μιας δημοκρατικής και ελεύθερης κοινωνίας, στην οποία όλοι οι άνθρωποι ζουν μαζί σε αρμονία και με ίσες ευκαιρίες. Είναι ένα ιδανικό για το οποίο ελπίζω να ζήσω και να το πετύχω. Αλλά αν χρειαστεί, είναι ένα ιδανικό για το οποίο είμαι έτοιμος να πεθάνω”, κατέληγε η θρυλική του εναρκτήρια δήλωση.

Ο Νέλσον Μαντέλα πέρασε τα πρώτα 18 χρόνια της ποινής του στις βάναυσες φυλακές του νησιού Ρόμπεν, μια πρώην αποικία λεπρών, έξω από τις ακτές του Κέιπ Τάουν. Περιορισμένος σε ένα μικρό κελί χωρίς κρεβάτι ή υδραυλικές εγκαταστάσεις, αναγκαζόταν να δουλεύει σκληρά σε λατομείο ασβέστη. Πέρασε δύσκολα χρόνια, έχοντας λιγότερα δικαιώματα από άλλους φυλακισμένους. Του επιτρεπόταν να βλέπει τη δεύτερη γυναίκα του και μητέρα των δύο μικρών του κόρων, Γουίνι Μαντικιζέλα, με την οποία είχε παντρευτεί το 1958, μόλις μία φορά το εξάμηνο.

Η απελευθέρωση και η άνοδος στην προεδρία

Παρά τη φυλάκισή του, ο Μαντέλα θεωρούνταν ακόμα ο συμβολικός ηγέτης του κινήματος κατά του απαρτχάιντ. Κατάφερε να πάρει πτυχίο νομικής από το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, σπουδάζοντας δι’ αλληλογραφίας, εμψύχωνε τους συγκρατούμενούς του και έβρισκε τρόπους να δημοσιεύει πολιτικές δηλώσεις. Το 1980, ο Όλιβερ Τάμπο ξεκίνησε την εκστρατεία “Απελευθερώστε τον Νέλσον Μαντέλα”, τροφοδοτώντας την αυξανόμενη παγκόσμια κατακραυγή ενάντια στο ρατσιστικό καθεστώς της Νότιας Αφρικής.

Το 1982, ο Μαντέλα μεταφέρθηκε στη φυλακή Pollsmoor, στην ενδοχώρα και το 1988 τέθηκε υπό κατ’ οίκον περιορισμό. Την επόμενη χρονιά, ο νεοεκλεγείς πρόεδρος, Φρέντερικ Βίλεμ ντε Κλερκ, έσπασε τους δεσμούς με τους συντηρητικούς του κόμματός του, διακήρυξε μια αντιρατσιστική Νότια Αφρική και νομιμοποίησε το ΑΕΚ. Στις 11 Φεβρουαρίου 1990, διέταξε την απελευθέρωση του Νέλσον Μαντέλα.

Μία εβδομάδα αργότερα, μπροστά σε 80,000 κόσμου, στήθηκε μια λαμπρή τελετή εορτασμού της απελευθέρωσής του. Μια μεγάλη μάχη κατά του απαρτχάιντ είχε κερδηθεί. Αλλά ήταν μόνο η αρχή.

Ο Νέλσον Μαντέλα ηγήθηκε του ΑΕΚ στις διαπραγματεύσεις με το κυβερνών Εθνικό Κόμμα και τις υπόλοιπες πολιτικές παρατάξεις, για τον τερματισμό της πολιτικής φυλετικών διακρίσεων στη Νότια Αφρική. Για τις συνομιλίες αυτές, Μαντέλα και ντε Κλερκ κέρδισαν το Νόμπελ Ειρήνης του 1993. 

Τον Απρίλιο του 1994, περισσότεροι από 22 εκατομμύρια Νοτιοαφρικανοί ψήφισαν, στις πρώτες εκλογές στην ιστορία της χώρας όπου είχαν δικαίωμα ψήφου πολίτες κάθε φυλής. Η συντριπτική πλειοψηφία επέλεξε το ΑΕΚ και τον Νέλσον Μαντέλα, για να οδηγήσουν τη χώρα στην μετά απαρτχάιντ εποχή. Στις 10 Μαΐου 1994, ο Νέλσον Μαντέλα, μπροστά σε 120,000 κόσμου και υπό τα βλέμματα ολόκληρης της υφηλίου, ορκίστηκε πρόεδρος, σε ηλικία 77 ετών. Ο πρώτος μαύρος πρόεδρος της Νοτίου Αφρικής. 

Σαν πρόεδρος, ο Μαντέλα δούλεψε για το καλό του λαού της χώρας, μαύρων και λευκών. Βελτίωσε τις σχέσεις μεταξύ των μελών από διαφορετικές φυλές, αποθάρρυνε τους μαύρους από το να εκδικηθούν τους λευκούς και οικοδόμησε μια νέα διεθνή εικόνα μιας ενωμένης Νότιας Αφρικής. Κατά τα λόγια του, η Νότια Αφρική ήταν πλέον “ένα πολύχρωμο έθνος, σε ειρήνη με τον εαυτό του και τον κόσμο”.

Μία από τις πιο χαρακτηριστικές του κινήσεις προς την κατεύθυνση της συμφιλίωσης ήταν η ενθάρρυνση λευκών και μαύρων να στηρίξουν μαζί την εθνική ομάδα ράγκμπι της Νότιας Αφρικής, η οποία αποτελούνταν κυρίως από Αφρικάνερς αθλητές, κατά τη διάρκεια του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ράγκμπι, που φιλοξενήθηκε στη χώρα, το 1995.

Το 1996, υπέγραψε το νέο δημοκρατικό Σύνταγμα της χώρας. Το 1998, σε ηλικία 80 χρονών, ντύθηκε γαμπρός για τρίτη φορά, αφού παντρεύτηκε τη χήρα του πρώην προέδρου της Μοζαμβίκης, Γκράσα Ματσέλ και το 1999, στο τέλος της θητείας του, επέλεξε να τερματίσει την ενεργή ανάμειξή του με την πολιτική.

Διατήρησε, ωστόσο, ένα πολυάσχολο πρόγραμμα, απασχολούμενος με φιλανθρωπίες και γράφοντας αρκετά βιβλία. Μεσολάβησε ακόμη και για να μπει ένα τέλος στον εμφύλιο πόλεμο του Μπουρούντι. Η τελευταία του δημόσια εμφάνιση έγινε το 2010, στον τελευταίο αγώνα του Παγκοσμίου Κυπέλλου, που διεξήχθη στη Νότια Αφρική.

Τον τελευταίο μήνα, δίνει ακόμα έναν αγώνα, αυτή τη φορά, από ό,τι φαίνεται, απέναντι στο θάνατο. Eίμαστε βέβαιοι ότι τον αντμετωπίζει αγέρωχος. Η αγαπημένη του φράση ήταν το “hamba kahle”, που σημαίνει “να προχωράς αργά”. Έτσι, προχωρώντας αργά, πέτυχε όλους τους στόχους της ζωής του. Έτσι, προχωρώντας αργά, παλεύει και τώρα. Κι αν έρθει το τέλος, η κληρονομιά του θα ζει αιώνια και τα λόγια του θα φωτίζουν γενιές και γενιές: “Φαίνεται πάντα αδύνατο, μέχρι να γίνει”.

Πηγή: PATHFINDER