Η Ευρώπη αδυνατεί να αντιμετωπίσει τον εθνικισμό

Ο Αργεντινός Πάπας είναι ο τελευταίος των μεγάλων Ευρωπαίων; Ο Ποντίφικας βρήκε αυτή την εβδομάδα στο Στρασβούργο τις λέξεις που δεν μπορούν να βρουν οι πολιτικοί για να μιλήσουν για την Ευρώπη, την αναγκαιότητά της, το μήνυμα ελπίδας της. Είναι λοιπόν οι Εκκλησίες πιο διαυγείς από τις κυβερνήσεις, βλέπουν καλύτερα από τους πολίτες;
  
 Είναι πιθανό, απαντά ο γάλλος πολιτικός αναλυτής Αλέν Ντιαμέλ με άρθρο του στη Λιμπερασιόν. Η έκκληση του Στρασβούργου βρίσκεται σε εμφανή αντίθεση με τη γενική παθητικότητα, από τις Βρυξέλλες ως το Παρίσι ή το Βερολίνο, απέναντι στην επιστροφή των εθνικισμών. Δεν δώσαμε τη σημασία που έπρεπε στην πρωτιά που κατέκτησε για δεύτερη φορά το Ukip του Νάιτζελ Φάρατζ σε αναπληρωματικές εκλογές στη Βρετανία. Κι όμως, το βρετανικό ευρωσκεπτικιστικό κόμμα σημειώνει συνεχώς επιτυχίες ύστερα από εκείνο το 27,5% στις ευρωπαϊκές εκλογές. Το 2014 θα μείνει στην ιστορία ως η πρώτη χρονιά που οι εθνικισμοί παίρνουν την εκδίκησή τους από το ευρωπαϊκό όνειρο.
   
Στο θεμελιώδες αυτό ζήτημα, επισημαίνει ο Ντιαμέλ, η Αγγλία δεν είναι ένα νησί. Ενσαρκώνει ένα γενικότερο κίνημα. Η υποχώρηση της ευρωπαϊκής ιδέας, αυτής της πρωτοφανούς προσπάθειας για μια ειρηνική και δημοκρατική ένωση, είναι εμφανής. Το ίδιο εμφανής είναι η επιστροφή των τυφλών εθνικισμών. Στις ευρωπαϊκές εκλογές, τα εθνικιστικά κόμματα σημείωσαν εντυπωσιακές επιδόσεις: το Εθνικό Μέτωπο έλαβε 24%, υψηλά ποσοστά όμως έλαβαν και τα αντίστοιχα κόμματα στις μισές ευρωπαϊκές χώρες. Και το φαινόμενο αυτό παρατηρήθηκε τόσο στη σοσιαλδημοκρατική σκανδιναβική Ευρώπη όσο και στη νότια Ευρώπη ή τις πρώην χώρες της Ανατολής. Ο εθνικισμός επέστρεψε τόσο στην Αυστρία, όπου η ανεργία έχει σχεδόν εξαφανιστεί, όσο και στις χώρες που έχουν πληγεί από την κρίση. Παλιά έθνη, νέα κράτη, καθολικοί, ορθόδοξοι, προτεστάντες, όλοι έχουν «μολυνθεί».
   
Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, η Ένωση δείχνει ανίκανη να εφεύρει απαντήσεις και να αναλάβει τις αναγκαίες πρωτοβουλίες, με την Άγγελα Μέρκελ να φέρει ιδιαίτερη ευθύνη λόγω της δογματικής ακινησίας της. Αλλά και η Γαλλία δεν έχει πάει καλύτερα. Αναβάλλοντας διαρκώς τις μεταρρυθμίσεις, σαν να είναι ικανοποιημένη με το 10% των ανέργων και το 15% των φτωχών, έχασε την εξουσία και το κύρος που χρειαζόταν για να δώσει ώθηση στην Ευρώπη. Στην Ιταλία πάλι, που κάποτε ήταν έντονα φιλοευρωπαϊκή, οι μισοί πολίτες δεν πιστεύουν πια στην ευρωπαϊκή ιδέα.
   
Η Ευρώπη ήταν κάποτε μια ιδέα καινούργια, τολμηρή, σχεδόν επιθετική. Και έγινε μια ιδέα στενή και αμυντική.
   
Μία εξήγηση είναι προφανώς οι διαδοχικές κρίσεις. Μια άλλη είναι ότι η Ευρώπη αντιδρά πάντα πολύ αργά και πολύ άτολμα. Με άλλα λόγια, βρίσκεται πάντα μια κρίση πίσω. Είναι αλήθεια ότι η διεύρυνση δεν απλοποίησε τα πράγματα. Είναι αλήθεια ότι μετά τα δίδυμα Ζισκάρ-Σμιτ και Κολ-Μιτεράν, όπως και μετά τον Ζακ Ντελόρ, δεν υπήρξαν πραγματικοί ευρωπαίοι ηγέτες. Όταν η Ευρώπη προχωρά (τραπεζική ένωση, έλεγχος των αγορών, πρωτοβουλίες Ντράγκι), κανείς δεν δίνει σημασία. Όταν ανακοινώνει μέτρα για την ανάπτυξη, κανείς δεν τα πιστεύει. Όταν ο επιθετικός εθνικισμός του Βλαντίμιρ Πούτιν αρχίζει να μοιάζει με μια νοσταλγία της αυτοκρατορίας, η Ευρώπη είναι ανίκανη να οργανώσει μια συλλογική απάντηση.
   
Για σαράντα χρόνια, από τη δεκαετία του ’50 ως τη δεκαετία του ’90, η Ευρώπη υπέταξε τους εθνικισμούς και ανέδειξε την αλληλεγγύη. Ξεκίνησε από την οικονομία, πιστεύοντας ότι η πολιτική θα ακολουθούσε. Δεν κατάλαβε ότι, χωρίς την πολιτική διάσταση, δεν μπορούσε να υπάρξει συλλογική βούληση. Εδραίωσε βέβαια την ειρήνη, τη δημοκρατία και την ευημερία σε μια ήπειρο που μαστιζόταν από πολέμους και δεσποτισμούς. Παραδόξως όμως, μετά την πτώση του Τείχους, τη γερμανική ενοποίηση και την κατάρρευση της σοβιετικής αυτοκρατορίας, έδωσε την αίσθηση ότι εξαντλήθηκε.
 
   (Πηγή: Libération)