Οποιαδήποτε μελλοντική συμφωνία με το Ισραήλ δεν θα περιλαμβάνει εδαφικές παραχωρήσεις, ούτε θα υπονομεύει τα εθνικά δικαιώματα του Λιβάνου, δήλωσε απόψε (17.04.2026) ο πρόεδρος της χώρας Ζοζέφ Αούν, χωρίς να διευκρινίσει εάν αναφέρεται σε πιθανές συνομιλίες με την ισραηλινή πλευρά.
Το τηλεοπτικό διάγγελμα του προέδρου ήταν η πρώτη του δημόσια ομιλία αφού, με τη μεσολάβηση των ΗΠΑ, επιτεύχθηκε κατάπαυση του πυρός μεταξύ του Ισραήλ και της Χεζμπολάχ. Στο κείμενο της συμφωνίας αναφέρεται ότι το Ισραήλ και ο Λίβανος θα έχουν απευθείας συνομιλίες με στόχο «την ειρήνη μεταξύ των δύο χωρών».
Οι συνομιλίες αυτές δεν είναι ένδειξη «αδυναμίας» εκ μέρους της Βηρυτού, υπογράμμισε ο Αούν.
كلمة رئيس الجمهورية العماد جوزاف عون الى اللبنانيين بعد دخول وقف إطلاق النار مع إسرائيل حيّز التنفيذ pic.twitter.com/P6kgF3hGfm
— Lebanese Presidency (@LBpresidency) April 17, 2026
Ένας νεκρός από ισραηλινή επιδρομή με drone στον νότο, πρώτη μέρα της εκεχειρίας
Ισραηλινή επιδρομή με drone σκότωσε έναν άνθρωπο σήμερα στον νότιο Λίβανο, την πρώτη ημέρα έναρξης ισχύος της 10ήμερης εκεχειρίας, δήλωσαν στο Reuters παραϊατρικό προσωπικό στην περιοχή και ο διευθυντής ενός τοπικού νοσοκομείου.
Οι αναφορές για την επιδρομή έγιναν λίγα λεπτά αφότου ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ απαγορεύουν στο Ισραήλ να συνεχίσει τους βομβαρδισμούς στον Λίβανο.
Μέσα ενημέρωσης του Λιβάνου μετέδωσαν ότι η επιδρομή έγινε μεταξύ των νότιων πόλεων Κουνίν και Μπέιτ Γιαχούν.
Χιλιάδες εκτοπισμένοι επιστρέφουν στο νότιο Λίβανο και αντικρίζουν ερείπια και συντρίμμια
Μικρά παιδιά βγάζουν τα χέρια τους από παράθυρα αυτοκινήτων και κάνουν το σήμα της νίκης, καθώς περνούν από μια αυτοσχέδια γέφυρα που κατασκευάστηκε τη νύχτα στον ποταμό Λιτάνι, μετά την ανακοίνωση της κατάπαυσης του πυρός στον Λίβανο. Μπροστά τους όμως εκτείνονται βομβαρδισμένα ερείπια και μια σκληρή πραγματικότητα.
Σχεδόν ένας στους τέσσερις Λιβανέζους αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σπίτι του, τόσο στα νότια της χώρας αλλά και σε άλλες περιοχές όπου κατοικούν κυρίως σιίτες, μετά τις εντολές του Ισραήλ να φύγουν, καθώς οι ισραηλινές δυνάμεις ισοπέδωναν χωριά και συνοικίες τις τελευταίες έξι εβδομάδες του πολέμου.
Το Ισραήλ λέει ότι απέφευγε να βάζει στο στόχαστρο αμάχους, σε μια στρατιωτική επιχείρηση που την χαρακτηρίζει απαραίτητη για να προστατεύσει τον δικό του λαό από τη σιιτική, φιλοϊρανική οργάνωση Χεζμπολάχ του Λιβάνου.
Η δεκαήμερη κατάπαυση του πυρός που ανακοινώθηκε την Πέμπτη προσφέρει λίγη ανακούφιση και επιτρέπει σε πολλούς από τους εκτοπισμένους να επιστρέψουν σε ό,τι απομένει από τα σπίτια τους, ενώ προσεύχονται για διαρκή ειρήνη. Όμως δεκάδες χιλιάδες δεν θα καταφέρουν να γυρίσουν: τα σπίτια τους δεν υπάρχουν πια ή βρίσκονται σε περιοχές που ελέγχονται ακόμη από τον ισραηλινό στρατό.

Το ασημί σεντάν της οικογένειας Χαλάμπι ήταν ανάμεσα στα αυτοκίνητα που συνωστίζονταν στον παραλιακό δρόμο για να περάσουν τον ποταμό Λιτάνι, όπου το Ισραήλ κατέστρεψε όλες τις γέφυρες που συνδέουν το νότιο τμήμα του Λιβάνου με την υπόλοιπη χώρα.
Εργάτες με μπουλντόζες και εκσκαφείς προσπαθούσαν όλη τη νύχτα, υπό το φως προβολέων, να κατασκευάσουν ένα ανάχωμα στην Κασμίγια, στη θέση που βρισκόταν η γέφυρα, από την οποία απομένει μόνο ένας σωρός παλιοσίδερα.
Έπειτα από 10 ώρες στο αυτοκίνητο –για μια διαδρομή που συνήθως διαρκεί μόνο μία– η οικογένεια πέρασε δίπλα από σωρούς ερειπίων και το αυτοκίνητό της μπήκε, με αργή ταχύτητα, στην Τύρο, μια ιστορική πόλη του νοτίου Λιβάνου.
«Αυτά είναι τα δύο πρώτα παιδιά που ήρθαν, τα παιδιά του γιου μου», είπε ο Σόμπι Χαλάμπι, 80 ετών, αγκαλιάζοντας τα εγγόνια του που επέστρεψαν στο διαμέρισμά του, που είναι διακοσμημένο με οικογενειακές φωτογραφίες και πορτρέτα των ηγετών της Χεζμπολάχ.
Για πολλούς άλλους η επιστροφή δεν σημαδεύεται από σκηνές χαράς. Τα συντρίμμια κλείνουν πολλούς δρόμους, όπου έχουν γκρεμιστεί κτίρια. Στους τοίχους που απομένουν κρέμονται αφίσες με τις φωτογραφίες ντόπιων που σκοτώθηκαν πολεμώντας τις ισραηλινές δυνάμεις.

Για άλλους, τα πιο έντονα σημάδια του πολέμου ήταν αυτά που αντίκρισαν στην αρχή του ταξιδιού τους, ενώ περνούσαν από τα νότια προάστια της Βηρυτού. Καμένα, διαλυμένα αυτοκίνητα στους δρόμους, ανάκατα με χαλάσματα κτιρίων. Πολυκατοικίες χωρίς προσόψεις, που έμοιαζαν με γιγαντιαία ανοιχτά κουκλόσπιτα έτσι όπως φαινόταν το εσωτερικό των δωματίων.
Πίσω στη Ναμπατίγια, μια από τις πόλεις του νοτίου Λιβάνου που χτυπήθηκαν σφοδρά, ο Φάντελ Μπαντρεντίν δεν μπορούσε να πιστέψει το μέγεθος της καταστροφής. Την ώρα που αυτοκίνητα φορτωμένα με στρώματα και άλλα υπάρχοντα έμπαιναν στην πόλη, είπε ότι εκείνος, η σύζυγος και ο γιος του δεν μπορούν να ζήσουν εκεί προς το παρόν. «Παίρνουμε τα πράγματά μας και ξαναφεύγουμε. Ο Θεός να δώσει και να τελειώσει όλο αυτό οριστικά, όχι προσωρινά, για να μπορέσουμε να επιστρέψουμε στο σπίτι μας», είπε.
Σύμφωνα με τις λιβανέζικες αρχές, περισσότερες από 7.000 κατοικίες έχουν καταστραφεί ολοσχερώς ή υπέστησαν σοβαρές ζημίες, μόνο στη Ναμπατίγια.
Δεν επιχείρησαν όλες οι εκτοπισμένες οικογένειες να επιστρέψουν. Ο Κόντορ Μουζάναρ, 62 ετών, από το χωριό Σουάνεχ του νοτίου Λιβάνου, πέρασε όλον τον πόλεμο ζώντας σε μια σκηνή από μουσαμά, στο στάδιο Καμίλ Σαμούν της Βηρυτού.

«Το χωριό είναι το σπίτι μου, η γενέτειρά μου, σημαίνει πολλά για μένα. Είναι τα παιδιά χρόνια μου, η ζωή του, οι παππούδες, οι συγγενείς, ο κόσμος. Μου λείπουν όλοι. Είμαστε μια κοινότητα», είπε. Παρά τη νοσταλγία του όμως, δεν πιστεύει ότι το Ισραήλ θα τηρήσει την κατάπαυση του πυρός και θα σταματήσουν οι βομβαρδισμοί. Μετά την εκεχειρία του 2024 το Ισραήλ συνέχισε τα αεροπορικά πλήγματα στον νότο, ενώ Ισραήλ και Χεζμπολάχ αλληλοκατηγορούνταν για την παραβίασή της.
Ο Κόντορ θυμάται πόσο δυσκολεύτηκε η οικογένειά του να βρει ένα καταφύγιο στη Βηρυτό στην αρχή του πολέμου. Για δύο νύχτες κοιμήθηκαν στο αυτοκίνητό τους, περιμένοντας να βρεθεί μια θέση για αυτούς και τώρα φοβάται ότι θα ζήσει το ίδιο, εάν επιστρέψει στο σπίτι του, το βρει γκρεμισμένο και αναγκαστεί να γυρίσει πίσω.
«Ελπίζω ότι (η εκεχειρία) θα συνεχιστεί και η κατάσταση θα ηρεμήσει και οι άνθρωποι θα επιστρέψουν στα σπίτια τους. Αλλά υπό τον όρο ότι θα επιστρέψουν χωρίς να έχουμε, καθημερινά, να πηγαίνει κάποιος στη δουλειά του και να σκοτώνεται», κατέληξε.

Πηγή: Reuters, AFP, ΑΠΕ – ΜΠΕ / Φωτογραφίες Reuters




