Μια ανάλυση του Ahmed Altuwaijri, Σαουδάραβα ακαδημαϊκού με διδακτορικό στη συγκριτική φιλοσοφία από το Πανεπιστήμιο του Όρεγκον, φιλοξενεί το Middle East Eye για τη Συμφωνία της Μέκκας.
Ο αρθρογράφος υποστηρίζει πως η υπογραφή της κοινής αμυντικής Συμφωνίας της Μέκκας από τη Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν και την Τουρκία εντός του τρέχοντος μηνός δεν αποτελεί απόκριση σε κάποια συγκεκριμένη, άμεση απειλή, παρά τις εκτιμήσεις που διατυπώθηκαν. Μια προσεκτικότερη ανάλυση αναδεικνύει μια σύγκλιση στρατηγικών συμφερόντων μεταξύ των τριών κρατών, τα οποία διαφέρουν γεωγραφικά και ως προς τις πηγές της ισχύος τους, πλην όμως συμμερίζονται την εκτίμηση ότι η παραδοσιακή αρχιτεκτονική ασφαλείας της Μέσης Ανατολής και της Νοτιοδυτικής Ασίας δεν δύναται πλέον να παρέχει τις εγγυήσεις του παρελθόντος.
Η συμφωνία σηματοδοτεί μια μετάβαση από την εξάρτηση από μια εξωτερική δύναμη προς ένα δίκτυο περιφερειακών συνεργασιών, με στόχο την κατανομή των κινδύνων και τη μεγιστοποίηση της αποτροπής. Το σύμφωνο προβλέπει ότι μια ένοπλη επίθεση κατά οποιουδήποτε μέλους θα λογίζεται ως επίθεση κατά όλων, ενώ οι συμβαλλόμενοι έχουν διευκρινίσει ότι πρόκειται για μια ρύθμιση αμυντικού χαρακτήρα που δεν στρέφεται κατά συγκεκριμένου κράτους.
Η Σαουδική Αραβία, αντιμετωπίζοντας ένα σύνθετο περιβάλλον ασφαλείας που εκτείνεται από τον Κόλπο και την Ερυθρά Θάλασσα έως τις κρίσιμες υποδομές, επωφελείται από την τεχνολογική ισχύ της Τουρκίας και το στρατιωτικό βάθος του Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Τουρκία, επιδιώκοντας να μειώσει την ευπάθειά της σε πιέσεις, ενισχύει τη στρατηγική της αυτονομία πέρα από το πλαίσιο του ΝΑΤΟ.
«Μία από τις πιο σημαντικές πρόσφατες εξελίξεις στην περιοχή είναι ότι οι σχέσεις μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ δεν είναι πλέον απλώς μια πολιτική διαφωνία για την Παλαιστίνη. Έχουν εξελιχθεί γρήγορα σε μια σειρά στρατηγικών συγκρούσεων, ιδιαίτερα για τη Συρία και την Ανατολική Μεσόγειο. Το Ισραήλ έχει εμβαθύνει τις σχέσεις του στον τομέα της ασφάλειας και του στρατού με την Ελλάδα και την Κύπρο. Τον περασμένο Δεκέμβριο, τα τρία έθνη πραγματοποίησαν τη δέκατη τριμερή σύνοδο κορυφής τους. Η Ελλάδα, το Ισραήλ και η Κύπρος έχουν επίσης αναπτύξει προγράμματα στρατιωτικής συνεργασίας που περιλαμβάνουν κοινές ασκήσεις. Από την τουρκική σκοπιά, είναι αδύνατο να αγνοηθεί το γεγονός ότι το Ισραήλ, η Ελλάδα και η Κύπρος αποτελούν ένα δίκτυο στρατιωτικής και πολιτικής συνεργασίας σε μια περιοχή όπου τα συμφέροντά τους συγκρούονται άμεσα με αυτά της Τουρκίας», αναφέρει ο αρθρογράφος.
Για το Πακιστάν, η σύμπραξη αποτελεί μέρος της προσπάθειας διαχείρισης ενός πολυμέτωπου περιβάλλοντος ασφαλείας, υπό το φως του ανταγωνισμού με την Ινδία.
Γεωγραφική εμβέλεια και αμυντική βιομηχανία
Οι τρεις χώρες σχηματίζουν ένα στρατηγικό τρίγωνο που συνδέει την Ανατολική Μεσόγειο, τον Περσικό Κόλπο και τον Ινδικό Ωκεανό. Η θαλάσσια συνεργασία αναδεικνύεται σε κρίσιμο πεδίο, ιδιαίτερα μετά τις διαταραχές στο Μπαμπ ελ-Μαντέμπ και τα Στενά του Ορμούζ.
Παράλληλα, η συμφωνία μπορεί να εξελιχθεί σε ένα πλαίσιο αμυντικής ολοκλήρωσης, αξιοποιώντας την τουρκική παραγωγή μη επανδρωμένων αεροσκαφών και οπλικών συστημάτων, σε συνδυασμό με τους πόρους της Σαουδικής Αραβίας.
Αν και η πυρηνική διάσταση του Πακιστάν αυξάνει το διακύβευμα για κάθε αντίπαλο, η συμφωνία δεν σημαίνει εγκατάλειψη υφιστάμενων συμμαχιών, αλλά συνιστά μια «στρατηγική αντιστάθμιση». Όπως αναφέρεται, «η συμφωνία της Μέκκας δεν πρέπει επομένως να ερμηνευθεί ως κήρυξη πολέμου, αλλά μάλλον ως επένδυση στην πρόληψη πολέμων – και ως εγγύηση ασφάλειας και σταθερότητας για ολόκληρη την περιοχή».
Η επιλογή της Μέκκας προσδίδει στον συμβολισμό της ενότητας πρόσθετη πολιτική βαρύτητα, ενώ – κατά τον αρθρογράφο – αναμένεται η μελλοντική διεύρυνση του σχήματος με τη συμμετοχή και άλλων μουσουλμανικών κρατών.
Πηγή: Middle East Eye




