Ο Ντόναλντ Τραμπ πρότεινε στην Κίνα να αγοράσει κι αυτή αμερικανικά όπλα, προσπαθώντας να διασκεδάσει τις ανησυχίες που εκφράζονται για τις πωλήσεις όπλων, πυρομαχικών και άλλου στρατιωτικού υλικού στην Ταϊβάν, δήλωσε χθες Κυριακή (27.09.2026) ο Αμερικανός πρεσβευτής στο Πεκίνο.
«Ο πρόεδρος Τραμπ συνεχίζει να λέει: ‘ε, εντάξει, πουλάμε όπλα σε (…) άλλες χώρες, σε όλο τον κόσμο’», και «ρώτησε μάλιστα τον πρόεδρο Σι (Τζινπίνγκ) αν θα ήθελε να αγοράσει (αμερικανικά όπλα), κάποια δεδομένη στιγμή», είπε ο πρεσβευτής, ο Ντέιβιντ Περντιού, σε συνέντευξή του στο Fox News, χωρίς να ξεκαθαρίσει πότε έγινε η συνομιλία των δύο ηγετών στην οποία αναφέρθηκε.
«Γίνονται συνεχιζόμενες συζητήσεις και για άλλες πωλήσεις (σ.σ. όπλων στην Ταϊβάν)», ο πρόεδρος Τραμπ και ο ομόλογός του Σι «το συζητούν κάθε φορά που συναντιούνται», πρόσθεσε ο κ. Περντιού, τονίζοντας πως οι θέσεις της Ουάσιγκτον για το ζήτημα δεν έχουν αλλάξει.
US Ambassador to China David Perdue says in their recent meeting Trump asked President Xi if China wanted to buy weapons systems from the US. pic.twitter.com/vdiT1RMCHE
— Ron Filipkowski (@RonFilipkowski) September 27, 2026
Τον περασμένο Ιούνιο, η Κίνα προειδοποίησε την Ταϊβάν να μην επιδιώξει «ανεξαρτησία υποστηριζόμενη από τις ΗΠΑ ή με τη χρήση στρατιωτικής βίας».
Η Ουάσιγκτον έδωσε πράσινο φως τον Δεκέμβριο για πωλήσεις όπλων αξίας 11,1 δισεκ. δολαρίων στην Ταϊβάν. Ο πρεσβευτής Περντιού τόνισε στη συνέντευξή του πως ο Ντόναλντ Τραμπ και η κυβέρνησή του έχουν πουλήσει «περισσότερα όπλα στην Ταϊβάν από ό,τι οποιοσδήποτε (άλλος) πρόεδρος από το 1979».
Οι πωλήσεις όπλων στην Ταϊβάν παραμένουν αγκάθι στη σχέση Ουάσιγκτον-Πεκίνου. Οι ΗΠΑ έχουν εγκρίνει νόμο που υποχρεώνει κάθε αμερικανική κυβέρνηση να προμηθεύει τη νήσο, που έχει πρόεδρο και κοινοβούλιο που εκλέγονται, με όπλα και να εγγυάται την άμυνά της, χωρίς να φθάνει στο σημείο να υποστηρίζει δημόσια την ανεξαρτησία της.
Η Κίνα ορκίζεται να ανακτήσει τον έλεγχο της Ταϊβάν, που θεωρεί αναπόσπαστο μέρος της επικράτειάς της, χωρίς να έχει αποκλείσει ποτέ τη χρήση βίας. Τα τελευταία χρόνια, αυξάνει τη διπλωματική, οικονομική και στρατιωτική πίεση στη νήσο.
Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ




