Ανώτεροι σύμβουλοι του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ φέρονται να προτιμούν το Ισραήλ να εξαπολύσει πρώτο στρατιωτική επίθεση κατά του Ιράν, πριν οι Ηνωμένες Πολιτείες εμπλακούν άμεσα σε μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεις, σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες δύο πηγών που γνωρίζουν τις εσωτερικές συζητήσεις στην Ουάσιγκτον, αναφέρει το Politico.
Οι ίδιες πηγές, οι οποίες μίλησαν υπό καθεστώς ανωνυμίας λόγω του ευαίσθητου χαρακτήρα των συνομιλιών, εξηγούν ότι η στρατηγική αυτή έχει σαφή πολιτική διάσταση: μια ισραηλινή επίθεση θα προκαλούσε –σύμφωνα με τον υπολογισμό – ιρανικά αντίποινα, πιθανότατα και κατά αμερικανικών στόχων ή συμφερόντων. Τέτοια εξέλιξη θα διευκόλυνε τη συσπείρωση της κοινής γνώμης στις ΗΠΑ υπέρ μιας αμερικανικής αντεπίθεσης, καθώς οι Αμερικανοί –ιδίως οι Ρεπουμπλικάνοι– τείνουν να στηρίζουν σκληρές ενέργειες όταν οι ΗΠΑ ή σύμμαχος δέχεται πρώτος επίθεση.
Πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν πράγματι ότι υπάρχει σημαντική υποστήριξη για αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν, ωστόσο η διάθεση για θυσίες αμερικανικού αίματος παραμένει περιορισμένη. Έτσι, η ομάδα Τραμπ εξετάζει όχι μόνο την ενδεχόμενη στρατιωτική εμπλοκή, αλλά και τον πολιτικό τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να παρουσιαστεί αυτή η εμπλοκή.
«Υπάρχει σκέψη μέσα και γύρω από την κυβέρνηση ότι η πολιτική εικόνα θα ήταν πολύ καλύτερη αν οι Ισραηλινοί χτυπήσουν πρώτοι και μόνοι τους, οι Ιρανοί ανταποδώσουν εναντίον μας και μας δώσουν περισσότερους λόγους να αναλάβουμε δράση», ανέφερε χαρακτηριστικά μία από τις πηγές.
Παρά την προτίμηση για ισραηλινή πρωτοβουλία, οι ίδιες πηγές θεωρούν πιο πιθανό σενάριο μια κοινή επιχείρηση ΗΠΑ – Ισραήλ.
Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Άννα Κέλι απάντησε σε σχετικό ερώτημα ότι «τα μέσα ενημέρωσης μπορούν να συνεχίσουν τις εικασίες για το τι σκέφτεται ο πρόεδρος, αλλά μόνο ο πρόεδρος Τραμπ γνωρίζει τι μπορεί ή δεν μπορεί να κάνει». Η ισραηλινή πρεσβεία στην Ουάσιγκτον αρνήθηκε να σχολιάσει.
Το κλίμα εντάθηκε περαιτέρω μετά την πρόσφατη επίσκεψη του Μπάντζαμιν Νετανιάχου στον Λευκό Οίκο, όπου ο Ισραηλινός πρωθυπουργός πίεσε για αποφασιστική δράση κατά του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, των βαλλιστικών πυραύλων και της στήριξης σε οργανώσεις όπως η Χαμάς και η Χεζμπολάχ.
Την ίδια ώρα, η αμερικανική διαπραγματευτική ομάδα – με επικεφαλής τον ειδικό απεσταλμένο Στιβ Γουίτκοφ και τον Τζάρεντ Κούσνερ – αναμένεται στη Γενεύη σήμερα Πέμπτη για νέο γύρο έμμεσων συνομιλιών με τους Ιρανούς. Παρά τον «σοβαρό» χαρακτήρα της προσπάθειας, πηγές κοντά στον Τραμπ εκτιμούν ότι «θα τους βομβαρδίσουμε».
Οι συζητήσεις στο επιτελείο του Τραμπ εστιάζουν και στους κινδύνους: εξάντληση αποθεμάτων πυρομαχικών (με φόβο για ενδεχόμενη κινεζική κίνηση στην Ταϊβάν), πιθανές αμερικανικές απώλειες σε βάσεις της Μέσης Ανατολής, καθώς και ασύμμετρα αντίποινα από το Ιράν.
Η Ουάσιγκτον έχει συγκεντρώσει στη περιοχή τη μεγαλύτερη αμερικανική δύναμη πυρός από την εισβολή στο Ιράκ το 2003, με δύο ομάδες κρούσης αεροπλανοφόρων, δεκάδες μαχητικά, αεροσκάφη επιτήρησης και ανεφοδιασμού.
Οι επιλογές του Τραμπ περιλαμβάνουν αρχικά περιορισμένα χτυπήματα ως μοχλό πίεσης για συμφωνία, με πιθανή κλιμάκωση σε μεγαλύτερη εκστρατεία εάν αποτύχουν οι διαπραγματεύσεις. Στόχοι θα είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα περιλαμβάνουν πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν, υποδομές βαλλιστικών πυραύλων και –σε ακραία σενάρια– «αποκεφαλισμό» ηγεσίας, συμπεριλαμβανομένου του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ.
«Η κοινότητα των υπηρεσιών πληροφοριών των ΗΠΑ «ανησυχεί και παρακολουθεί» πιθανά ασύμμετρα αντίποινα από το Ιράν σε εγκαταστάσεις και προσωπικό των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη, σύμφωνα με ανώτερο αξιωματούχο των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ», σημειώνει το Politico.
Οι εξελίξεις έρχονται ενώ συνεχίζονται οι έμμεσες συνομιλίες στη Γενεύη, με το Ιράν να επιμένει ότι το πυρηνικό του πρόγραμμα είναι ειρηνικό, παρά τις αμερικανικές αμφιβολίες για τα επίπεδα εμπλουτισμού ουρανίου.
Πηγή: Politico.com
