Ο Σάιφ αλ-Ισλάμ Καντάφι, ο πιο γνωστός γιος του πρώην ηγέτη της Λιβύης Μουάμαρ Καντάφι, δολοφονήθηκε την Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026 στην πόλη Ζιντάν της δυτικής Λιβύης, όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια.
Σύμφωνα με ανακοίνωση του πολιτικού του γραφείου, ο 53χρονος Σάιφ αλ-Ισλάμ Καντάφι σκοτώθηκε σε «άμεση αντιπαράθεση» με τέσσερις άγνωστους ένοπλους (ή «με μάσκες», σύμφωνα με άλλες πηγές) που εισέβαλαν στο σπίτι του. Η εισβολή χαρακτηρίστηκε «δειλή και προδοτική δολοφονία».
Η Γενική Εισαγγελία της Λιβύης επιβεβαίωσε ότι ιατροδικαστές και ερευνητές εξέτασαν τη σορό και διαπίστωσαν ότι ο θάνατος προκλήθηκε από τραύματα από πυροβολισμούς. Η έρευνα για τον εντοπισμό και τη σύλληψη των δραστών συνεχίζεται.
Από διάδοχος σε φυλακισμένο και υποψήφιο πρόεδρο
Παρότι ποτέ δεν κατείχε επίσημο κυβερνητικό αξίωμα, ο Σάιφ αλ-Ισλάμ Καντάφι θεωρούνταν για πολλά χρόνια ο δεύτερος πιο ισχυρός άνθρωπος στη Λιβύη μετά τον πατέρα του, ο οποίος κυβέρνησε τη χώρα για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες.
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 πρωταγωνίστησε σε κρίσιμες διπλωματικές πρωτοβουλίες:Ηγήθηκε των διαπραγματεύσεων για την παραίτηση της Λιβύης από τα προγράμματα όπλων μαζικής καταστροφής.
Διαπραγματεύτηκε την αποζημίωση των οικογενειών των θυμάτων της βομβιστικής επίθεσης στη πτήση Pan Am 103 πάνω από το Λόκερμπι (1988).
Προωθούσε την εικόνα του μεταρρυθμιστή, μιλώντας για Σύνταγμα, σεβασμό ανθρωπίνων δικαιωμάτων και προσέγγιση με τη Δύση.
Σπούδασε στο London School of Economics, μιλούσε άπταιστα αγγλικά και για μια περίοδο πολλοί δυτικοί αξιωματούχοι τον θεωρούσαν το πιο φιλικό προς τη Δύση πρόσωπο του καθεστώτος.
Η αλλαγή πορείας του 2011 και η πτώση
Όταν ξέσπασε η εξέγερση του 2011 κατά του πατέρα του, ο Σάιφ αλ-Ισλάμ Καντάφι τοποθετήθηκε σαφώς υπέρ της σκληρής καταστολής. Αποκάλεσε τους εξεγερμένους «αρουραίους», προειδοποίησε για «ποτάμια αίματος» και δήλωσε ότι η κυβέρνηση θα πολεμούσε «μέχρι τον τελευταίο άνδρα, γυναίκα και σφαίρα». Σε συνέντευξή του στο Reuters τότε είχε πει χαρακτηριστικά: «Πολεμάμε εδώ στη Λιβύη, πεθαίνουμε εδώ στη Λιβύη».
Μετά την πτώση της Τρίπολης, προσπάθησε να διαφύγει στον Νίγηρα μεταμφιεσμένος σε Βεδουίνο, αλλά συνελήφθη από την πολιτοφυλακή Ταξιαρχία Αμπού Μπακρ Σαντίκ και κρατήθηκε για έξι χρόνια στη Ζιντάν. Το 2015 δικαστήριο της Τρίπολης τον καταδίκασε σε θάνατο για εγκλήματα πολέμου, ενώ το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης είχε εκδώσει ένταλμα σύλληψης εναντίον του.
Αφέθηκε ελεύθερος το 2017 με βάση νόμο αμνηστίας και έκτοτε ζούσε αποσυρμένος στη Ζιντάν, αποφεύγοντας δημόσιες εμφανίσεις.
Καντάφι για διεκδίκηση της εξουσίας: «Πρέπει να παίξεις λίγο με το μυαλό τους»
Το 2021 εμφανίστηκε δημόσια στη Σάμπχα, φορώντας παραδοσιακή λιβυκή ενδυμασία, για να καταθέσει υποψηφιότητα στις προεδρικές εκλογές. Η υποψηφιότητά του προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και αποτέλεσε μία από τις βασικές αιτίες που οδήγησαν στην ακύρωση των εκλογών εκείνη την περίοδο.
Αποκλείστηκε λόγω της προηγούμενης καταδίκης του και οι προσπάθειές του να προσβάλει δικαστικά την απόφαση απέτυχαν, καθώς ένοπλες ομάδες εμπόδισαν την πρόσβαση στο δικαστήριο.
Σε συνέντευξή του στο New York Times Magazine το 2021 είχε δηλώσει: «Έχω μείνει μακριά από τον λαό της Λιβύης για 10 χρόνια. Πρέπει να επιστρέφεις σιγά σιγά. Σαν ένα στριπτίζ. Πρέπει να παίξεις λίγο με το μυαλό τους».
Αναλυτές εκτιμούν ότι ο θάνατός του θα προκαλέσει πτώση ηθικού αλλά και οργή στις φιλοκανταφικές ομάδες, ταυτόχρονα όμως αφαιρεί ένα σημαντικό σύμβολο και εμπόδιο που συνέβαλε στη διαιώνιση του πολιτικού αδιεξόδου στη Λιβύη.
Η δολοφονία του Σάιφ αλ-Ισλάμ Καντάφι έρχεται σε μια περίοδο που η χώρα παραμένει βαθιά διαιρεμένη, με σοβαρές δυσκολίες στη διεξαγωγή εκλογών και εθνικής συμφιλίωσης.
Πηγή: Με πληροφορίες από Reuters, ΑΠΕ-ΜΠΕ
