Υψηλόβαθμο στέλεχος του Μαρόκου απέρριψε κάθε ισχυρισμό περί αμέλειας των δυνάμεων ασφαλείας της χώρας του, υποστηρίζοντας πως η Μαδρίτη είχε ενημερωθεί εγκαίρως για τους μεταναστευτικούς κινδύνους που απέρρεαν από πρόσφατη δικαστική απόφαση της Ισπανίας.
Τις προηγούμενες ημέρες, περίπου 60.000 άτομα, στην πλειονότητά τους Μαροκινοί, επιχείρησαν να εισέλθουν στον ισπανικό θύλακα της Θέουτα, είτε κολυμπώντας είτε πεζή από την περιοχή Φνιντέκ.
Η πρωτοφανής αυτή μαζική μετακίνηση οδήγησε στον υπερκορεσμό του θύλακα, προτού ξεκινήσουν οι διαδικασίες επαναπροώθησης χιλιάδων ατόμων προς το Μαρόκο.
Η δικαστική απόφαση και οι προειδοποιήσεις
Κατά τη διάρκεια ενημέρωσης τη Δευτέρα, ο Μαροκινός αξιωματούχος επεσήμανε πως οι αρχές του Ραμπάτ είχαν προειδοποιήσει τη Μαδρίτη σχετικά με την απόφαση της 8ης Ιουλίου, η οποία έκρινε ότι η άμεση επιστροφή μετανάστη δεν ισχύει για όσους φθάνουν στο ισπανικό έδαφος μέσω θαλάσσης. «Εξηγήσαμε ότι αυτή η απόφαση θα μας δημιουργούσε πρόβλημα. Και δημιούργησε πρόβλημα», δήλωσε χαρακτηριστικά. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι επαφές με την Ισπανία ξεκίνησαν στις 22-23 Ιουλίου, όταν οι πληροφορίες για τη δικαστική ετυμηγορία άρχισαν να διαδίδονται στα δίκτυα.
Ο αξιωματούχος διέψευσε κατηγορηματικά ότι το Μαρόκο χαλάρωσε τους ελέγχους στα σύνορα ή περιόρισε το προσωπικό ασφαλείας πριν από τις διελεύσεις της περασμένης Πέμπτης. Ο Ισπανός πρωθυπουργός, Πέδρο Σάντσεθ, είχε αποδώσει την κρίση σε φήμες που διακινήθηκαν από «τις μαφίες διακίνησης ανθρώπων» και σε εσφαλμένη ερμηνεία της δικαστικής απόφασης.
Διαχείριση και ευθύνες
Ο μαροκινός αξιωματούχος αρνήθηκε την ύπαρξη οποιασδήποτε αθέτησης υποχρέωσης από πλευράς των μαροκινών δυνάμεων, τονίζοντας πως η χρήση βίας απέναντι σε τόσο μεγάλο πλήθος δεν αποτελεί λύση. «Είναι λάθος να πούμε ότι το Μαρόκο έπρεπε να ασκήσει απλώς βία για να τους σταματήσει. Αυτό σημαίνει ότι δεν καταλαβαίνουμε καθόλου αυτό το φαινόμενο», ανέφερε, υπογραμμίζοντας πως η διαχείριση του μεταναστευτικού δεν αποτελεί αποκλειστική ευθύνη του Μαρόκου, το οποίο επιβαρύνεται με περίπου 500 εκατομμύρια ευρώ ετησίως.
Παρά τα γεγονότα, διαβεβαίωσε ότι οι δύο χώρες παραμένουν «αξιόπιστοι εταίροι» και συνεχίζουν να συνεργάζονται «σε τέλειο συντονισμό». Κατέληξε δε πως «σήμερα, επαφίεται στην Ισπανία να βρει τις απαντήσεις σε αυτές τις προκλήσεις που τίθενται από αυτή τη δικαστική ετυμηγορία».
(Με πληροφορίες από REUTERS, AFP, ΑΠΕ-ΜΠΕ)




