Τουρκία – Ρωσία: Η Αγκυρα βρήκε στη Μόσχα έναν βολικό συγκυριακό σύμμαχο

 
Αφού προκάλεσε σοβαρή κρίση μετά την κατάρριψη του ρωσικού βομβαρδιστικού πριν έναν χρόνο, η Τουρκία πραγματοποίησε ένα θεαματικό ελιγμό προσέγγισης με τη Μόσχα, στην οποία βρήκε έναν βολικό συγκυριακό σύμμαχο τη στιγμή που οι σχέσεις της Αγκυρας με τη Δύση βρίσκονται σε δύσκολη φάση.

Η κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους στην περιοχή της τουρκο-συριακής μεθορίου στις 24 Νοεμβρίου 2015 είχε δημιουργήσει ανησυχίες για μία αναμέτρηση ανάμεσα στις δύο χώρες μετά την έναρξη της ρωσικής στρατιωτικής επέμβασης στη Συρία.

Ομως οι πρόεδροι της Ρωσίας και την Τουρκίας ξεκίνησαν από τον Ιούνιο μία διαδικασία εξομάλυνσης που κορυφώθηκε με την επίσκεψη του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στη Ρωσία τον Αύγουστο και στη συνέχεια, τον Οκτώβριο, με την επίσκεψη του Βλαντίμιρ Πούτιν στην Κωνσταντινούπολη.
Η συμφιλίωση επισφραγίσθηκε παρά τις σοβαρές διαφορές που φέρνουν αντιμέτωπες τις δύο χώρες στο θέμα της συριακής σύρραξης: ο Πούτιν είναι σύμμαχος-κλειδί του Σύρου προέδρου Μπασάρ αλ Ασαντ, ενώ ο Ερντογάν υποστηρίζει τους σύρους αντάρτες που επιδιώκουν την εκδίωξή του από την εξουσία.

Εκτός του συριακού πλαισίου, η αναθέρμανση των σχέσεων με τη Ρωσία συμβαίνει σε μία στιγμή που οι σχέσεις ανάμεσα στην Τουρκία και την Ευρωπαϊκή Ενωση περνούν μία περίοδο αναταράξεων, με τον Ερντογάν να εκδηλώνει με κάθε ευκαιρία την οργή του για τις ευρωπαϊκές επικρίσεις για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα του, κυρίως μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος του Ιουλίου και μπροστά στην εμπλοκή στην ενταξιακή διαδικασία της Τουρκίας στην ΕΕ.

Τακτικές συγκλίσεις

Οι αναλυτές εκτιμούν ότι, προσεγγίζοντας τη Μόσχα, ο Ερντογάν απευθύνει ένα μήνυμα προς την Ουάσινγκτον, η οποία, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, υποστηρίζει τους κούρδους αντάρτες της Συρίας και αρνείται την έκδοση του μεγάλου αντιπάλου του Φετουλάχ Γκιουλέν, τον οποίο ο ισχυρός άνδρας της Τουρκίας έχει αναγορεύσει σε υποκινητή του αποτυχημένου πραξικοπήματος.

«Προς το παρόν, θεωρώ ότι η Αγκυρα θα χρησιμοποιήσει κυρίως την κίνηση αυτήν προς την Ρωσία για να αναβαθμίσει τη σχέση της απέναντι στις δυτικές χώρες, κυρίως απέναντι στους Αμερικανούς», είναι η εκτίμηση του Ζαν Μάρκου, καθηγητή της Σχολής Πολιτικών Επιστημών της Γκρενόμπλ και ερευνητή του Institut Francais d’ Etudes Anatoliennes.
Κατά τη γνώμη του, οι συγκλίσεις ανάμεσα στη Μόσχα και την Αγκυρα είναι κυρίως τακτικού χαρακτήρα και δεν μεταφράζονται στο στάδιο αυτό σε μία στρατηγική στροφή της Τουρκίας που θα την οδηγούσε σε ρήξη με την Ευρώπη και το ΝΑΤΟ.

«Η Τουρκία είναι έτοιμη να αποδεχθεί την οριστική διατήρηση του καθεστώτος του Μπασάρ αλ Ασαντ, την επανένωση της Κύπρου έναντι οποιουδήποτε τιμήματος για να ικανοποιήσει τον Βλαντίμιρ Πούτιν, να εγκαταλείψει την υποψηφιότητα για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ενωση, να αποδεχθεί την ανάπτυξη αεροσκαφών της ρωσικής αεροπορίας στη βάση του Ιντσιρλικ ή να κινηθεί προς την επιλογή του ρωσικού αντιπυραυλικού συστήματος, που δεν συνάδει με την συμμετοχή της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ; Τίποτε δεν είναι λιγότερο σίγουρο», τονίζει ο Ζαν Μάρκου.

Τα οικονομικά συμφέροντα αποτελούν επίσης καθοριστικό παράγοντα στη συμφιλίωση;

«Η αποκατάσταση της συνεργασίας στον οικονομικό και τον ενεργειακό τομέα ήταν ένα από τα αντικείμενα, όπως και ο τερματισμός των ρωσικών κυρώσεων, που είχαν αρνητικές επιπτώσεις», σύμφωνα με τον Σινάν Ουλγκέν, διευθυντή του Κέντρου Οικονομικών Σπουδών και Διεθνών Σχέσεων της Κωνσταντινούπολης.

Αρση των οικονομικών κυρώσεων

Η Ρωσία ήρε τις οικονομικές κυρώσεις που είχε επιβάλει στην Τουρκία σε αντίποινα για την κατάρριψη του αεροσκάφους. Μεταξύ των κυρώσεων και η απαγόρευση των πτήσεων τσάρτερ προς την Τουρκία που οδήγησε στην δραματική μείωση, κατά 83%, του αριθμού των ρώσων τουριστών στην Τουρκία.

Τον Οκτώβριο, κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του Βλαντίμιρ Πούτιν στην Κωνσταντινούπολη, οι δύο χώρες υπέγραψαν το πρόγραμμα TurkStream που θα επιτρέψει στη Ρωσία να μεταφέρει φυσικό αέριο στην Τουρκία και την Ευρώπη μέσω της Μαύρης Θάλασσας.
Ωστόσο, προσθέτει ο Σινάν Ουλγκέν, η προσέγγιση ανάμεσα στην Αγκυρα και τη Μόσχα «δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως στρατηγικός επαναπροσανατολισμός, διότι, επί της ουσίας, η Ρωσία δεν έχει παρά ελάχιστα να προσφέρει στην Αγκυρα για να ισοφαρίσει ενδεχόμενη απώλεια των ισχυρών πολιτικών, στρατηγικών και οικονομικών σχέσεων που την συνδέουν με την Δύση».

Ο Αϊκάν Ερντεμίρ, του Foundation for Defense of Democraties της Ουάσινγκτον, θεωρεί ότι ο Ερντογάν, που ελπίζει στην εγκαθίδρυση ενός προεδρικού συστήματος και πρόσφατα αναφέρθηκε στην πιθανότητα ένταξης της Τουρκίας στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σανγκάης, υπό την ηγεσία της Μόσχας και του Πεκίνου, μπορεί να επισπεύσει τις κινήσεις του.

«Ο Ερντογάν γνωρίζει ότι τη στιγμή που κινείται προς τη συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια ενός ανδρός, θα αισθάνεται πιο άνετα εν μέσω των αυταρχικών καθεστώτων της Ανατολής, αντί να είναι εκτεθειμένος στις επικρίσεις της οικογένειας των χωρών της Δύσης», λέει ο Αϊκάν Ερντεμίρ.