Foreign Affairs: Ο πόλεμος στο Ιράν απειλή για την Τουρκία

REUTERS/Feisal Omar

Την θέση στην οποία βρέθηκε η Τουρκία μετά την έναρξη της επίθεσης των ΗΠΑ και του Ιραήλ εναντίον του Ιράν περιγράφει η Asli Aydintasbas στο Foreign Affairs.

Όπως επισημαίνει η αρθρογράφος, η Τουρκία επιχείρησε να διατηρήσει την ουδετερότητά της, μένοντας μακριά από τον πόλεμο με το Ιράν. Άλλωστε η διπλωματία στην Άγκυρα έχει γαλουχηθεί με την ακροβατική στάση κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η χώρα διαπραγματευόταν ταυτόχρονα με τους Συμμάχους και με τη Γερμανία, καταφέρνοντας τελικά να διατηρήσει την ουδετερότητά της παρά τις ισχυρές πιέσεις. Το πάθημα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου με την επιλογή της λάθος πλευράς που οδήγησε στην κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχε γίνει μάθημα.

«Ο σημερινός πόλεμος στο Ιράν απαιτεί από την Άγκυρα έναν παρόμοιο, εξαιρετικά λεπτό υπολογισμό. Σε αντίθεση όμως με τις δεκαετίες του 1930 και του 1940, η Τουρκία σήμερα επιδιώκει έναν πολύ πιο ενεργό και διεκδικητικό ρόλο στην παγκόσμια και περιφερειακή σκηνή. Η πτώση του Μπασάρ αλ Άσαντ στα τέλη του 2024, με τη συμβολή μαχητικών ομάδων που υποστηρίζονταν από την Τουρκία, είχε δημιουργήσει την εντύπωση ότι η Άγκυρα αναδεικνυόταν σε περιφερειακή δύναμη με αυξανόμενη επιρροή», σημειώνει η Asli Aydintasbas.

Ωστόσο, η Τουρκία δεν διαθέτει ακόμη ούτε το οικονομικό, ούτε το στρατιωτικό «αποτύπωμα» που απαιτείται για να διαμορφώνει τα γεγονότα σύμφωνα με τους δικούς της όρους. Οι σχέσεις της με τις ΗΠΑ βρίσκονται ακόμη σε εύθραυστη φάση επαναπροσέγγισης μετά την επιλογή να προμηθευτεί τους S-400 από τη Ρωσία, ενώ οι σχέσεις της με το Ισραήλ έχουν επιδεινωθεί δραματικά τα τελευταία χρόνια. Παράλληλα, παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από ξένες δυνάμεις για την άμυνα του εδάφους της. Είναι χαρακτηριστικό ότι ιρανικοί βαλλιστικοί πύραυλοι που κατευθύνθηκαν προς τη νότια Τουρκία τον Μάρτιο αναχαιτίστηκαν από συστήματα του ΝΑΤΟ και όχι από τουρκικά μέσα.

«Παρ’ όλα αυτά, η Τουρκία επέμεινε στην επιθυμία της να μείνει εκτός σύγκρουσης. Δεν υποστήριξε την αμερικανο-ισραηλινή εκστρατεία, όπως έκαναν ορισμένα αραβικά κράτη του Κόλπου, και δεν επέτρεψε τη χρήση του εναέριου χώρου της για επιθέσεις κατά του Ιράν. Αυτό οφείλεται στη μακρόχρονη, περίπλοκη αλλά σταθερή σχέση της με την Τεχεράνη. Αν και το Ιράν παραμένει ιστορικός αντίπαλος, η Άγκυρα δεν ήθελε ποτέ την έναρξη αυτού του πολέμου. Αντίθετα, τους πρώτους μήνες του 2026 πρωτοστάτησε σε περιφερειακές προσπάθειες προκειμένου να πείσει τόσο το Ιράν όσο και την κυβέρνηση Τραμπ να δώσουν ακόμη μία ευκαιρία στις διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν», αναφέρει το Foreign Affairs.

Κατά την ίδια ανάλυση, τα διακυβεύματα για την Τουρκία είναι πολλά.

Πρώτον, ένας πόλεμος στα ανατολικά θα μπορούσε να προκαλέσει μαζική εισροή προσφύγων, να διαταράξει την ευάλωτη οικονομία και να αποσταθεροποιήσει την εσωτερική πολιτική σκηνή της χώρας. Άλλωστε η Άγκυρα έχει ζήσει το ίδιο «έργο» με τις προφυγικές ροές από την Συρία.

Δεύτερον, ο πόλεμος απειλεί να διαταράξει την εύθραυστη ισορροπία στις σχέσεις της με το Ιράν.

Τρίτον, η σύρραξη στα σύνορά της μπορεί να υπονομεύσει την κουρδική ειρηνευτική διαδικασία στο εσωτερικό.

Τέταρτον και σημαντικότερο, το Ισραήλ – στρατηγικός αντίπαλος της Τουρκίας – μπορεί να δει την θέση του να ενδυναμώνεται στην περιοχή μετά το τέλος του πολέμου.

«Η Άγκυρα δεν μπορεί να ελέγξει την πορεία του πολέμου, αλλά η απλή αποφυγή εμπλοκής δεν αρκεί πλέον για την προάσπιση των συμφερόντων της σε ένα τόσο ασταθές περιβάλλον. Δεν χρειάζεται να εισέλθει στον πόλεμο, αλλά οφείλει να δράσει προληπτικά και πολυδιάστατα, ώστε να εξέλθει από την κρίση όχι απλώς αλώβητη, αλλά σε σχετικά ισχυρότερη θέση», καταλήγει η Αsli Αydintasbas.

Πηγή: Foreign Affairs / Αsli Αydintasbas