Ο ρόλος των Ρωσικών στρατευμάτων στη Συρία – ΑΝΑΛΥΣΗ

Επιμέλεια: ΞΑΝΘΗ ΤΖΟΥΡΟΥΝΗ

Τι ρόλο έπαιξαν τα ρωσικά στρατεύματα στη Συρία; Την πρώτη τεκμηριωμένη αποτίμηση από το αμερικανικό Ινστιτούτο Jamestown Foundation, δημοσιεύει σήμερα το Onalert.gr, λίγες μόλις ώρες μετά την εντολή Πούτιν για απόσυρση των ρωσικών στρατευμάτων. 

Η χρήση στρατιωτικής δύναμης από την Μόσχα στην Συρία, διαφέρει από την επιδίωξη της για πόλεμο στην Γεωργία τον Αύγουστο του 2008, ή πιο πρόσφατα στην Ουκρανία. Aυτό φαίνεται να επιβεβαιώνεται από την σύγκριση του μεγέθους των δυνάμεων που χρησιμοποιήθηκαν στην Γεωργία και στην Συρία, όπως και από την χρήση σε αντίθεση με την αποφυγή των χερσαίων δυνάμεων στις δύο συγκρούσεις.

Περιγραφές από Ρώσους στρατιωτικούς εμπειρογνώμονες και θεωρητικούς παρουσιάζουν μία διαφοροποιημένη εικόνα, η οποία έχει τις ρίζες της στο μακροχρόνιο ενδιαφέρον που επιδεικνύουν τα κράτη στον ασύμμετρο πόλεμο, ή μάλλον στην ενοποίηση διαφορετικών δυνάμεων που συνδέθηκαν απέναντι στα ισχυρά υπουργεία και στην προσπάθεια τους να συνδυάσουν μία σύγκρουση που θα βασίζεται στην υψηλή τεχνολογία με περισσότερο παραδοσιακά θέματα.

H απότομη προσέγγιση της Ρωσίας στην στρατιωτική σύγκρουση υποβιβάστηκε στο παρελθόν. Παρά την Ρωσική λειτουργικής-στατηγικής σημασίας εστίαση των κοινών στρατιωτικών δραστηριοτήτων ή των »βιαστικών επιθεωρήσεων» του στρατού της σε περιφερειακές ή μεγάλης κλίμακας συγκρούσεις, o περιορισμός είναι ότι τα επίπεδα της δύναμης που εφαρμόστηκαν είναι συγκριτικά μικρά και ασύμμετρα– αντίληψη συναφή με την χρήση στρατού στο Ντονμπάς. Eν συνεχεία, oι στρατιωτικές επιχειρήσεις της Ρωσίας στην Συρία-περιλαμβάνοντας διάφορους τύπους- αφορούν, κατ΄ουσίαν, την εφαρμογή ασύμμετρων πολεμικών προσεγγίσεων: δοκιμάζοντας και κάνοντας πρόβα την χρήση της περιορισμένης στρατιωτικής δύναμης με σκοπό την επανεξισορρόπηση vis-a-vis ενός ισχυρού αντιπάλου.

H εκτίμηση της Ρωσίας για την πολυπλοκότητα του λειτουργικού περιβάλλοντος στην Συρία καθοδήγησε και διαμόρφωσε τον τύπο, τον ρόλο και τις παραμέτρους της στρατιωτικής της επέμβασης– η οποία ήταν επίσης κατευθυντήριος παράγοντας στο Ντονμπάς. Το συριακό λειτουργικό περιβάλλον ήταν ήδη πολύπλοκο από το καλοκαίρι του 2015, όταν ο γενικός σχεδιασμός του προσωπικού της Ρωσίας έφτασε στην αποκορύφωση του και το Κρεμλίνο αδειοδότησε τις εναέριες επιχειρήσεις; ένας κριτικός παράγοντας στην αξιολόγηση αυτή και στις προσπάθειες για υποστήριξη του καθεστώτος Bashar al-Assad ήταν το πόσο κοντά ήταν ο Συριακός αραβικός στρατός (SAA) στο να καταρρεύσει.

Με έναν διεθνή συνασπισμό που διεξήγαγε στοχοποιημένες αεροπορικές επιθέσεις εναντίον του Ισλαμικού κράτους, συνδυασμένες με εδαφικές επαναστατικές και τρομοκρατικές επιθέσεις , με τον εμφύλιο πόλεμο να μαίνεται σε όλη την έκταση της χώρας, και με την φαινομενική απομόνωση της Μόσχας από τις παγκόσμιες δυνάμεις, η κατάσταση φαινόταν δύσκολη από την αρχή.

Kατά την διάρκεια της εκστρατείας, το λειτουργικό περιβάλλον συνέχισε να παραμένει ρευστό, με την πρόσθετη πολυπλοκότητα της ρίξης με την Τουρκία καθώς και με την απειλή της Άγκυρας και του Ριάντ για επέμβαση στη Συρία. H Μόσχα έκρινε ότι ο γενικός σχεδιασμός του προσωπικού ήταν αδύναμος και προσκολλημένος στον ρόλο του ασθενέστερου στην σύγκρουση με τις επαναστατικές δυνάμεις, επιβάλλοντας μία περιορισμένη και ασύμμετρη χρήση της στρατιωτικής δύναμης για μεταβολή της ισορροπίας. Αυτό είχε περισσότερο συγκρουσιακό χαρακτήρα στις επιτυχίες γύρω από το Χαλέπι, όπου συνοδεύτηκαν από μία απότομη αύξηση στην διεθνή διπλωματική δραστηριότητα η οποία προσαρμόστηκε στην εύρεση τρόπων για τον περιορισμό και τελικά για τον τερματισμό της σύγκρουσης.

Όσο αναφορά την υπόθεση της εκστρατείας στην Συρία, ο Ρωσικός στρατός διεξήγαγε διάφορες συσχετισμένες επιχειρήσεις με σκοπό να επιτύχει περιορισμένους πολεμικούς σκοπούς με ασύμμετρη έννοια. Oι αεροπορικές δυνάμεις στοχοποίησαν εχθρικές δυνάμεις που χρησιμοποιούσαν την αεροπορική ισχύ για να αποδυναμώσουν τις υποδομές, το ανθρώπινο δυναμικό και τα εφόδια.

Επιπλέον, η Ρωσία υποστήριξε τον Συριακό αραβικό στρατό στις χερσαίες επιχειρήσεις ενάντια στις δυνάμεις της αντιπολίτευσης, παρείχε εναέρια-αμυντική προστασία στις συριακές αναπτυσσόμενες δυνάμεις, διατήρησε τις συριακές κυβερνητικές δυνάμεις μέσω της αποτελεσματικής χρήσης των θαλάσσιων και εναέριων γραμμών επικοινωνίας, οδήγησε σε ένα εκπαιδευτικό και εφοδιαστικό πρόγραμμα για να στηρίζει τις δυνατότητες του συριακού στρατού, ανέπτυξε και ήλεγξε σύγχρονα επενδυτικά αγαθά και οπλικά συστήματα, περιλαμβάνοντας μη προσβασιμότητα, πειραματίστηκε με την πολεμική ενημέρωση και διατήρησε κλιμακωτή κυριαρχία. Η Μόσχα είχε επίσης υπογραμμίσει τις αντιφάσεις στην θέση της Άγκυρας όσον αφορά το ISIS ή τις συριακές επαναστατικές ομάδες για την εκμετάλλευση πιθανής διχνογνωμίας με το ΝΑΤΟ.

Το Κρεμλίνο έμαθε από το Ντονμπάς ότι η εφαρμογή περιορισμένης δύναμης στο τοπικό περιβάλλον μπορεί να οδηγήσει διπλωματικά σε εκμεταλλεύσιμη μόχλευση; ακόμα και η χρήση μη επανδρωμένων εναέριων οχημάτων στην ανατολική Ουκρανία σε συνδυασμό με τα πυροβολικά συστήματα αναδύθηκε στην Συρία.

Mία περιγραφή στο Nezavisimoye Voyennoye Obozreniye χαρακτηρίζει τις κοινές δραστηριότητες της Ρωσίας στην Συρία μαζί με τον Συριακό αραβικό στρατό και την υποστήριξη της πολιτοφυλακής σαν εναλλακτικό ή ασύμμετρο πόλεμο. Aυτό στηρίζεται σε μία ανισορροπία δυνάμεων που προέκυψε από την εξασθένιση του Συριακού αραβικού στρατού και τις έμφυτες αδυναμίες του, ειδικά στην εκπαίδευση στις βασικές αρχές του πολέμου. Αλλά ο συγγραφέας επεκτείνει αυτή την ασυμμετρία ώστε να συμπεριλάβει την επιχείρηση VKS. Το VKS χρησιμοποίησε τους καλύτερους πιλότους για να εκτελέσουν τα στρατιωτικά καθήκοντα και την στρατιωτική αεροπορία-κυρίως αντλώντας από παλιά αεροσκάφη και χρονολογημένα χωρίς καθοδήγηση πυρομαχικά με ελάχιστο φορτίο.

Oι βομβαρδισμοί ακριβείας που χρησιμοποιούν κατευθυνόμενα-ακριβή πυρομαχικά (PGM) αποτελούν μειοψηφία. Συνεπώς, η Ρωσία εκμεταλλεύεται ένα μείγμα από παλιά και νέα αεροσκάφη μαζί με την κοντινή- ολοκληρωμένη κυριαρχία του συριακού εναέριου χώρου για να βοηθήσει τον Συριακό αραβικό στρατό στις ασύμμετρες επιχειρήσεις. Όσο αναφορά την σύγκρουση είναι πως η περιορισμένη επέμβαση της Ρωσίας επαληθεύτηκε. Aνάμεσα στην κριτική των εναέριων επιχειρήσεων ήταν η απουσία επαρκούς υποστήριξης για το Su-24M βομβιστικό που τίθεται σε λειτουργία από τις τουρκικές εναέριες δυνάμεις, όπως και η απουσία ζευγαριών ελεύθερων σκοπευτών για να στοχοποιήσουν και να υποβαθμίσουν τις εχθρικές δυνάμεις σε αστικό περιβάλλον. Ο συγγραφέας διερωτάται γιατί οι Τούρκοι και Σαουδάραβες στρατιωτικοί πιθανόν να πιστεύουν ότι καταλαμβάνουν επαρκείς δυνατότητες για να επιτύχουν τους στόχους τους στηριζόμενοι σε μία επέμβαση..

Είναι αναμενόμενο σε αυτό το πλαίσιο, ότι ο καλύτερος ρώσος στρατιωτικός θεωρητικός, Στρατηγός του στρατού(συνταξιοδοτημένος) Makhmut Gareev, θα μπορούσε να προσφέρει τις αντιλήψεις του σε σύγχρονες πολεμικές επιχειρήσεις, καλώντας για τον τερματισμό του χάσματος ανάμεσα στην θεωρία και την πράξη. Ο Gareev επιστρέφει σε ένα πιο οικείο θέμα, υποστηρίζοντας ότι ο πόλεμος είναι ο καλύτερος τρόπος να εκπαιδεύσεις τον στρατό. Πλαισιώνοντας τα επιχειρήματα του με αναφορά στον Μεγάλο Πατιωτικό Πόλεμο, στον κανονικό του τύπο, ο Gareev επιβεβαιώνει ότι η ασφάλεια της Ρωσίας επιτυγχάνεται καλύτερα από την ενότητα στρατού και κοινωνίας. Προσφέρει απόψεις σε κυβερνητικές επιχειρήσεις για την προώθηση του πατριωτισμού στην νεολαία του έθνους πριν αναδυθούν απειλές για την Ρωσία.

Ο Gareev σημειώνει παροδικά ότι οι ΗΠΑ φαίνεται να απεικονίζουν την Ρωσία ως εχθρό. Εν συντομία αναλογίζεται την ανάπτυξη της τεχνολογίας στις σύγχρονες πολεμικές επιχειρήσεις, υποστηρίζοντας ότι παίζουν σημαντικό ρόλο, περιλαμβάνοντας αυτόματο έλεγχο, UAVs, και επίσης όπλα βασισμένα σε »νέες φυσικέςαρχές.» Επιπλέον, λέει ότι η Ακαδημία στρατιωτικών επιστημών έχει ρόλο να παίξει στην αναζήτηση αυτών των αρχών. Αλλά σύμφωνα με την άποψη του, το άρμα μάχης δεν είναι πλεονάζον στον σύγχρονο πόλεμο. .

O Gareev απεικονίζει τους συντηρητικούς εντός του ρωσικού στρατού, αλλά ηγείται ενός ιδρύματος που συνεισφέρει στην κατανόηση του σύγχρονου και μελλοντικού πολέμου, βοηθώντας ακόμη και στην καινοτομία. Yποστηρίζει την δημιουργεία υπουργείου για την αμυντική βιομηχανία και λέει ότι οι σύγχρονες απειλές απαιτούν αντιμετώπιση με την χρήση »πολιτικών, διπλωματικών, οικονομικών, πληροφοριακών, τεχνολογικών, ψυχολογικών και άλλων πεδίων,» απαιτώντας μία προσέγγιση δια-λειτουργικής ανταλλαγής πληροφοριών κάτω από την ηγεσία του Γενικού Επιτελείου.

Παρά το ότι αυτές οι αντιφάσεις προσφέρουν λίγη σαφήνεια για το μέλλον, είναι προφανές ότι η πραγματική χρήση στρατιωτικής ισχύος από την Ρωσία δεν έχει συντριπτική δύναμη στην Ουκρανία και στην Συρία.