*του Κώστα Σαρικά
Ο χρόνος μετρά πλέον αντίστροφα για έναν στόλο που κράτησε όρθια επί δεκαετίες την Έρευνα-Διάσωση της Πολεμικής Αεροπορίας, αλλά σήμερα έχει φτάσει στο απόλυτο επιχειρησιακό ταβάνι του. Τα ελικόπτερα SAR AB-205 και AB-212, με υπηρεσία που ξεπερνά τα 50 χρόνια για μέρος του στόλου, οδηγούνται με μαθηματική ακρίβεια σε πλήρη απόσυρση.
Το ορόσημο είναι ξεκάθαρο: μέχρι το τέλος του 2026 πρέπει να έχει ολοκληρωθεί η απόσυρση των AB-205, ενώ εντός του 2027 το σύνολο των AB-205/AB-212 θα έχει πρακτικά «καθηλωθεί», είτε λόγω εξάντλησης ορίων, είτε λόγω αδυναμίας υποστήριξης και χαμηλών διαθεσιμοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η Πολεμική Αεροπορία καλείται να καλύψει αυξανόμενες απαιτήσεις Έρευνας-Διάσωσης και αεροδιακομιδών σε όλο το FIR Αθηνών, με ένα περιβάλλον που γίνεται πιο απαιτητικό, πιο «δικτυοκεντρικό» και πιο ευαίσθητο πολιτικά και επιχειρησιακά. Και κάπου εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση: το ΣΑΓΕ έχει ήδη εγκρίνει ομόφωνα την απόκτηση νέων ελικοπτέρων AW-139, όμως το πρόγραμμα παραμένει «παγωμένο», την ώρα που το κενό μεγαλώνει και η πίεση μεταφέρεται όλη πάνω στα Super Puma, τα οποία επίσης δυσκολεύονται να κρατήσουν τον ρυθμό.
Η νέα Δομή Δυνάμεων, οι αεροδιακομιδές και η «στρατηγική» διάσταση του SAR
Η νέα Δομή Δυνάμεων που έχει εγκριθεί από το Συμβούλιο Άμυνας και το ΚΥΣΕΑ, η διαρκής ανάγκη κάλυψης αποστολών SAR/MEDEVAC σε όλη την επικράτεια, αλλά και η προφανής απαίτηση διακλαδικότητας, επαναφέρουν το πρόγραμμα νέων ελικοπτέρων στο προσκήνιο όχι ως «επιθυμία», αλλά ως αναγκαιότητα.
Η Ελλάδα έχει θεσμική υποχρέωση παροχής υπηρεσιών Έρευνας-Διάσωσης, με βάση εθνικούς κανόνες και δεσμεύσεις προς ΝΑΤΟ, ICAO και ΙΜΟ. Όμως, στο ελληνικό περιβάλλον το SAR δεν είναι απλώς ένα ανθρωπιστικό καθήκον. Είναι και εργαλείο εμπέδωσης κυριαρχικών δικαιωμάτων και αποκλειστικών αρμοδιοτήτων, που αμφισβητούνται διαρκώς από την Τουρκία. Κάθε αποστολή στο FIR Αθηνών, κάθε απογείωση για περιστατικό πάνω από θάλασσα ή σε απομονωμένη νησιωτική περιοχή, είναι ταυτόχρονα και μια πράξη παρουσίας.
Παράλληλα, η πραγματικότητα των νησιών πιέζει το σύστημα στο όριο: περιορισμένες δυνατότητες δομών υγείας, μεγάλος αριθμός αεροδιακομιδών κάθε χρόνο, ανάγκη για ταχύτητα και ασφάλεια σε αποστολές που δεν σηκώνουν καθυστερήσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, η απαίτηση για σύγχρονα ελικόπτερα με υψηλές διαθεσιμότητες, διασπαρμένα σε κρίσιμες θέσεις ετοιμότητας, δεν είναι πολυτέλεια. Είναι άμεση επιχειρησιακή ανάγκη.
Τα AB-205/AB-212 κλείνουν τον κύκλο τους και αφήνουν «τρύπες» στην κάλυψη
Τα AB-205/AB-212 έχουν προ πολλού κλείσει τον επιχειρησιακό τους κύκλο. Οι διαθεσιμότητες κινούνται σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα και, κυρίως, τα παλαιά αυτά μέσα δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις υψηλής δυσκολίας συνθήκες του SAR στο σύνθετο περιβάλλον του FIR Αθηνών, πόσο μάλλον πάνω από θάλασσα.
Η αδυναμία να επιχειρούν με την ίδια ευχέρεια σε νυχτερινές αποστολές και κάτω από αντίξοες καιρικές συνθήκες, στα «όρια του κινδύνου» σε αρκετές περιπτώσεις ακόμη και για έμπειρα πληρώματα, αποτελεί το ισχυρότερο επιχείρημα για την άμεση απόσυρσή τους. Και το αποτέλεσμα φαίνεται ήδη στην πράξη: σε πολλές περιπτώσεις Πτέρυγες Μάχης μένουν χωρίς ελικόπτερο SAR όπως προβλέπεται, με «μπαλώματα» από άλλες βάσεις.
Το πρόβλημα είναι πιο έντονο στη Δυτική Ελλάδα, σε Ανδραβίδα και Άραξο, αλλά και στο ΚΕΑ Καλαμάτας. Οι μονάδες αυτές συχνά υποστηρίζονται είτε από ελικόπτερο που βρίσκεται στο Άκτιο είτε ακόμη και από Super Puma με βάση την 112 Πτέρυγα Μάχης στην Ελευσίνα, δηλαδή σε σημαντική απόσταση.
Η προτεραιοποίηση, εύλογα, πέφτει στο Αιγαίο όπου οι ανάγκες είναι πολλαπλάσιες, με αποτέλεσμα τα Super Puma να διατίθενται κυρίως σε Ρόδο και Λήμνο, ενώ τα AB-205/AB-212 έχουν μοιραία περάσει σε βοηθητικό ρόλο και επιχειρούν μόνο υπό προϋποθέσεις.
Super Puma: Η «ραχοκοκαλιά» υπό πίεση
Για δεκαετίες τα Super Puma AS332 αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά των αποστολών SAR και αεροδιακομιδών. Με εκατοντάδες διασώσεις στο Αιγαίο και επιχειρήσεις σε ακραίες συνθήκες, κέρδισαν τη φήμη του αξιόπιστου εργαλείου, με μηδενικό δείκτη ατυχημάτων. Σήμερα, όμως, ο στόλος βρίσκεται υπό πίεση, με διαθέσιμα το πολύ έξι ελικόπτερα, λόγω ηλικίας, φθοράς και απαξίωσης συστημάτων.
Το Αεροπορικό Επιτελείο δίνει αγώνα δρόμου για να υποστηρίξει τα Super Puma, με στόχο να έχει έξι ετοιμοπόλεμα ελικόπτερα διασκορπισμένα σε αεροδρόμια της Πολεμικής Αεροπορίας και σε νησιά του Ανατολικού Αιγαίου.
Παρά την προσπάθεια η μεγάλη εικόνα δεν αλλάζει: κάποια στιγμή η υποστήριξη ενός παλαιότερου τύπου θα γίνεται όλο και δυσκολότερη. Η τεχνολογία έχει περάσει σε άλλους τύπους και η Ελλάδα χρειάζεται ένα νέο, σύγχρονο εργαλείο για τις επόμενες τρεις δεκαετίες, που θα «κουμπώνει» στο δικτυοκεντρικό περιβάλλον επιχειρήσεων της HAF και θα μπορεί να σηκώνει το βάρος του SAR/MEDEVAC χωρίς να εξαρτάται από το «σήμερα έχουμε διαθεσιμότητα ή όχι».
AW-139: Από την επιτροπή της Πολεμικής Αεροπορίας στην ομόφωνη έγκριση του ΣΑΓΕ
Τον Νοέμβριο του 2023 συγκροτήθηκε ειδική επιτροπή στην Πολεμική Αεροπορία για τη διερεύνηση εναλλακτικών λύσεων απόκτησης νέου τύπου ελικοπτέρου SAR/MEDEVAC για τα επόμενα 30 χρόνια. Η επιτροπή έλαβε υπόψη τη σταδιακή απόσυρση των AB-205 έως το τέλος του 2026, τη σταδιακή απόσυρση των Super Puma προς τα τέλη της δεκαετίας, καθώς και τις επιχειρησιακές απαιτήσεις σε ειρήνη, κρίση και σύγκρουση.
Αφού αξιολογήθηκαν στοιχεία και προσφορές από Lockheed Martin, Airbus και Leonardo, κατατέθηκε πόρισμα, ενώ τον Σεπτέμβριο του 2023 το Ανώτατο Αεροπορικό Συμβούλιο αποφάσισε την προμήθεια 14 ελικοπτέρων AW-139M της Leonardo, απόφαση που επικύρωσε το ΣΑΓΕ τον Νοέμβριο του 2023. Η εισήγηση βασίστηκε σε πλήρη φάκελο τεχνικών και οικονομοτεχνικών στοιχείων και το ΣΑΓΕ ενέκρινε ομόφωνα την πρόταση, χωρίς ενστάσεις, στέλνοντας σαφές πολιτικο-στρατιωτικό μήνυμα.
Κι όμως, παρά την έγκριση, το πρόγραμμα «πάγωσε» στην προτεραιοποίηση των εξοπλιστικών αναγκών. Το αποτέλεσμα είναι σήμερα η ΠΑ να βλέπει το ημερολόγιο να τρέχει: AB-205 στο τέλος, AB-212 να ακολουθούν, Super Puma να πιέζονται, και ένα νέο πρόγραμμα που ενώ έχει «πράσινο φως» στρατιωτικά, απαιτεί πλέον πολιτική και χρηματοδοτική ενεργοποίηση.
Τι ζητά η Πολεμική Αεροπορία: 14 ελικόπτερα, δύο ρόλοι, ένα ενιαίο δίκτυο
Το επιχειρησιακό σχέδιο είναι ξεκάθαρο: 14 ελικόπτερα σε δύο διαμορφώσεις.
Δέκα ελικόπτερα σε διαμόρφωση SAR–MEDEVAC, για κάλυψη αποστολών Έρευνας-Διάσωσης και αεροδιακομιδών σε όλο το FIR Αθηνών, με διαρκή ετοιμότητα, δυνατότητα επιχειρήσεων ημέρα και νύχτα, σε δυσμενείς καιρικές συνθήκες.
Τέσσερα ελικόπτερα σε διαμόρφωση Combat SAR (CSAR), για αποστολές Έρευνας-Διάσωσης Μάχης σε περιβάλλον υψηλής απειλής, με ενισχυμένη προστασία, οπλισμό και πλήρες σύστημα αυτοπροστασίας.
Οι προϋποθέσεις που τέθηκαν είναι προσανατολισμένες στη νέα εποχή επιχειρήσεων: πλήρως ψηφιακά συστήματα, σύγχρονες επικοινωνίες, προηγμένη ναυσιπλοΐα, και – κρίσιμο – ενσωμάτωση Link-16 ώστε τα νέα ελικόπτερα να αποτελέσουν ενεργά ιπτάμενα μέσα στο δικτυοκεντρικό περιβάλλον και όχι αποκομμένες πλατφόρμες.
Στον ίδιο φάκελο υπάρχει απαίτηση για πλήρες πακέτο εκπαίδευσης με προμήθεια Full Flight Simulator (FFS), ώστε η εκπαίδευση να γίνεται εντός Ελλάδας με χαμηλότερο κόστος και υψηλότερη ποιότητα, αλλά και για αρχική και εν συνεχεία υποστήριξη 7 ετών με σύστημα PBH–PBL, με στόχο τουλάχιστον 75% διαθεσιμότητα και ετήσια εκμετάλλευση 4.000 ωρών πτήσης συνολικά.
Στα επιχειρησιακά κριτήρια περιλαμβάνονται επίσης: ακτίνα δράσης τουλάχιστον 180 ναυτικά μίλια με πλήρωμα SAR τεσσάρων μελών, δυνατότητα παραμονής στην περιοχή συμβάντος τουλάχιστον 30 λεπτά, ελάχιστο βάρος περί τους 6,8 τόνους και ταχύτητες άνω των 145 κόμβων, γιατί σε αποστολές SAR τα λεπτά κάνουν τη διαφορά.
CSAR: θωράκιση, αυτοπροστασία, οπλισμός – και Link-16 ως «κόκκινη γραμμή»
Για τα 4 ελικόπτερα CSAR οι απαιτήσεις ανεβαίνουν ακόμη περισσότερο. Η λίστα περιλαμβάνει θωράκιση στην καμπίνα και στα κύρια συστήματα με ιδιαίτερη έμφαση στην αντιβαλλιστική προστασία του Main Gear Box, οπλισμό κατάλληλο για αποστολές σε περιβάλλον απειλής και πλήρες σύστημα αυτοπροστασίας: εκτοξευτές flares/chaffs, missile warning, στρατιωτικές επικοινωνίες με ασφαλείς ζεύξεις.
Και εδώ υπάρχει το απόλυτο προαπαιτούμενο: Link-16 για όλα τα ελικόπτερα, ανεξαρτήτως διαμόρφωσης. Η λογική είναι σαφής: το νέο μέσο δεν μπορεί να είναι απλώς «ένα ελικόπτερο που πάει να πάρει τραυματία». Πρέπει να είναι κόμβος σε κοινό επιχειρησιακό δίκτυο, να ανταλλάσσει εικόνα, να συνεργάζεται με αεροσκάφη, πλοία και κέντρα επιχειρήσεων, να λειτουργεί μέσα στο σύγχρονο πεδίο μάχης και κρίσης.
Οι εναλλακτικές που εξετάστηκαν και γιατί το AW-139 «κλείδωσε»
Η επιτροπή εξέτασε διαφορετικές προσεγγίσεις.
-Αναβάθμιση των Super Puma: επιχειρησιακά έχουν ιστορία και αποτύπωμα, όμως η μετάβαση από αναλογικά σε πλήρως ψηφιακά συστήματα, η ηλικία, το κόστος συντήρησης και οι ελλείψεις ανταλλακτικών καθιστούν την πλήρη αναβάθμιση ιδιαίτερα δαπανηρή, με συνολικό κόστος κατοχής 20ετίας που υπολογίζεται ότι μπορεί να ξεπερνά τα 800 εκατ. ευρώ, χωρίς να εξαφανίζονται οι δομικοί περιορισμοί ενός παλαιού σχεδιαστικά μέσου.
-UH-60M Black Hawk: δοκιμασμένο στρατιωτικό ελικόπτερο με ισχυρό «βιογραφικό», όμως στην οικονομική αξιολόγηση αναδείχθηκαν σημαντικά κενά στο πακέτο κόστους, καθώς το πλαίσιο που εξετάστηκε δεν περιλάμβανε κρίσιμα υποσυστήματα όπως ραντάρ, ηλεκτροπτικό, προσομοιωτή, ούτε πλήρες μοντέλο υποστήριξης προσαρμοσμένο στις ώρες πτήσης που απαιτεί η Πολεμική Αεροπορία. Για να φτάσει σε αντίστοιχο επίπεδο δυνατοτήτων και υποστήριξης, το συνολικό κόστος θα ανέβαινε σημαντικά.
-Airbus H175 και H225: για το H175 δεν υπάρχει στρατιωτική έκδοση, ενώ το H225 εμφανίζεται ακριβότερο μόνο σε κόστος αγοράς, χωρίς να έχει παρουσιαστεί ένα πλήρες, αναλυτικό οικονομικό πλαίσιο που να «κλειδώνει» το πρόγραμμα.
Με αυτά τα δεδομένα, το AW-139 αναδείχθηκε ως λύση που καλύπτει πλήρως τις απαιτήσεις, με πλεονέκτημα σε παραδόσεις και υποστήριξη, και με χαμηλότερο συνολικό κόστος κατοχής.
AW-139: «best seller» στο SAR, με ταχύτητα, εμβέλεια και ασφάλεια που μετρά στο Αιγαίο
Το AW-139 είναι ήδη παγκόσμιο best seller, με πάνω από 1.140 πωλήσεις σε 90 χώρες και περισσότερες από 3,7 εκατ. ώρες πτήσης συνολικά. Τουλάχιστον 500 έχουν διαμορφωθεί για αποστολές SAR, με σημαντικό αποτύπωμα στην παγκόσμια αγορά και πάνω από 1 εκατ. ώρες σε αποστολές Έρευνας-Διάσωσης και Medevac.
Σε επιχειρησιακούς όρους, τα χαρακτηριστικά του AW-139 «κουμπώνουν» στο ελληνικό περιβάλλον: μέγιστη ταχύτητα που αγγίζει τους 165 κόμβους, δυνατότητα πτήσης έως 5 ώρες και περίπου 1.200 χλμ., μέγιστο βάρος απογείωσης κοντά στους 7 τόνους και δυνατότητα μεταφοράς έως 15 επιβατών πέραν του πληρώματος.
Ιδιαίτερο βάρος έχει και η ασφάλεια: η δυνατότητα Run-Dry επιτρέπει συνέχιση πτήσης για 60 λεπτά ακόμη και με πλήρη απώλεια λιπαντικού στο κιβώτιο μετάδοσης κίνησης, ενώ υπάρχει και δυνατότητα επιστροφής με έναν κινητήρα, στοιχείο κρίσιμο όταν επιχειρείς πάνω από θάλασσα, νύχτα, με κακοκαιρία, σε αποστολή που δεν συγχωρεί λάθος.
Το στοίχημα είναι στο έδαφος: υποστήριξη, διαθεσιμότητα, εξομοιωτής και ελληνικό αποτύπωμα
Το επιχειρησιακό αποτύπωμα δεν κρίνεται μόνο στον αέρα. Κρίνεται στο έδαφος, στο αν έχεις ανταλλακτικά, τεχνικούς, εργαλεία, διαδικασίες, και ένα μοντέλο που κρατά τις διαθεσιμότητες ψηλά. Στο AW-139, το μοντέλο υποστήριξης προβλέπει 24/7 τεχνική και εφοδιαστική κάλυψη, με στόχο υψηλά ποσοστά διαθεσιμότητας, ενώ το κόστος χρήσης ανά ώρα πτήσης εμφανίζεται χαμηλότερο έναντι ανταγωνιστικών λύσεων.
Για την Ελλάδα, το πλαίσιο που έχει αποτυπωθεί στον φάκελο περιλαμβάνει: κόστος προμήθειας 14 AW-139M και υποστήριξης 7 ετών περί τα 166 εκατ. ευρώ, και συνολικό κόστος υποστήριξης σε ορίζοντα 30 ετών περί τα 289 εκατ. ευρώ. Ταυτόχρονα, υπάρχει πρόβλεψη για επίγειο εξοπλισμό και ειδικά εργαλεία, ώστε ένα σημαντικό κομμάτι εργοστασιακής συντήρησης να μπορεί να εκτελείται από την ίδια την Πολεμική Αεροπορία, μειώνοντας εξάρτηση και χρόνο εκτός υπηρεσίας.
Ο εξομοιωτής FFS είναι επίσης κομβικός: μηδενίζει μεγάλο μέρος των εξόδων εκπαίδευσης στο εξωτερικό, ανεβάζει την ποιότητα και επιτρέπει ρεαλιστική εκπαίδευση σε δύσκολες αποστολές χωρίς ρίσκο. Και εδώ υπάρχει μια πρόσθετη προοπτική: η Ελλάδα θα μπορούσε σε δεύτερο χρόνο να λειτουργήσει ως εκπαιδευτικό κέντρο για πληρώματα AW-139 άλλων χωρών, με οικονομικά και διπλωματικά οφέλη.
Διακρατική λύση με Ιταλία και «παράθυρο» SAFE
Δεδομένης της χώρας προέλευσης του AW-139, το σενάριο διακρατικής συμφωνίας Ελλάδας–Ιταλίας εμφανίζεται ως πρακτική λύση, με πλεονεκτήματα στην παρακολούθηση και στη διασφάλιση αποθεμάτων υλικών σε περιόδους κρίσης. Παράλληλα, το ευρωπαϊκό πρόγραμμα SAFE προβάλλει ως μια επιπλέον ευκαιρία χρηματοδότησης ή «μοχλού» επιτάχυνσης, καθώς αφορά μέσα και δομές που σχετίζονται με SAR, αεροδιακομιδές και διακλαδικές απαιτήσεις ασφαλείας.
Το SAR στο FIR Αθηνών δεν λειτουργεί με ευχές. Θέλει διαθεσιμότητες, διασπορά, ταχύτητα αντίδρασης, αντοχή σε κακοκαιρία, δυνατότητες νύχτας, και σύνδεση με το σύγχρονο επιχειρησιακό δίκτυο. Με τα AB-205/AB-212 να βγαίνουν οριστικά από την εξίσωση, τα Super Puma να πιέζονται και την ανάγκη για αεροδιακομιδές να αυξάνει, η Πολεμική Αεροπορία χρειάζεται άμεσα τη «γέφυρα» προς την επόμενη μέρα.
Η εξίσωση είναι σκληρή: είτε η μετάβαση θα ξεκινήσει με οργανωμένο τρόπο, είτε το κενό θα εμφανιστεί απότομα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την κάλυψη του FIR Αθηνών, για τις αεροδιακομιδές, για τις αποστολές σε κρίσιμες περιοχές και τελικά για το κύρος και την αποτελεσματικότητα μιας αποστολής που στο ελληνικό περιβάλλον αποτελεί κυριαρχία στην πράξη.








