«Στις πολλαπλές απειλές από τον αέρα κανένα σύστημα αεράμυνας δεν περισσεύει πόσο μάλλον όταν ο βαθμός αξιοπιστίας του παραμένει σταθερός στο πέρασμα του χρόνου». Αυτό είναι το δόγμα του ΓΕΕΘΑ και ενώ ο χρόνος μετρά αντίστροφα για την έγκριση από το ΚΥΣΕΑ και την υλοποίηση του μεγάλου προγράμματος του «made in Israel» αντιαεροπορικού «θόλου». Σε αυτή τη λογική, οι εμβληματικοί πύραυλοι HAWK, σύμφωνα με τον σχεδιασμό, αναμένεται να αξιοποιηθούν στο μέγιστο δυνατό.
Οι ιστορικές πυραυλικές συστοιχίες της ελληνικής αεράμυνας δεν οδηγούνται άμεσα στην απόσυρση. Η επιχειρησιακή τους αξιολόγηση δείχνει ότι μπορούν να διατηρήσουν κρίσιμο ρόλο ως ενδιάμεσος κρίκος στον νέο πολυεπίπεδο αντιαεροπορικό και αντιπυραυλικό «θόλο», υπό την προϋπόθεση ότι θα αναβαθμιστούν και θα διασυνδεθούν με το νέο δικτυοκεντρικό Command and Control.
Με παρουσία από τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 στο ελληνικό οπλοστάσιο, έχουν συνδεθεί με την προστασία περιοχών στρατηγικής σημασίας και με τη διαμόρφωση της πρώτης ολοκληρωμένης αντιαεροπορικής ομπρέλας γύρω από κρίσιμες υποδομές της χώρας.
Παρά την ηλικία τους, οι HAWK δεν αντιμετωπίζονται ως ένα παλαιό σύστημα που έφτασε στο τέλος της επιχειρησιακής του ζωής. Αντίθετα, η αξιολόγηση που έχει γίνει από τα Επιτελεία δείχνει ότι, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μπορούν να παραμείνουν ενεργοί και να ενταχθούν στον νέο σχεδιασμό της εθνικής αεράμυνας.

Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο ο πύραυλος, αλλά η δυνατότητα του συστήματος να ενταχθεί σε ένα νέο περιβάλλον μάχης, όπου η πληροφορία, η ταχύτητα αντίδρασης, η διασύνδεση αισθητήρων και όπλων και η κεντρική διοίκηση πυρός έχουν πλέον μεγαλύτερη σημασία από ποτέ.
Αυτός είναι και ο βασικός λόγος για τον οποίο οι HAWK παραμένουν στο μικροσκόπιο του ΓΕΕΘΑ και των επιτελείων. Όχι ως αυτόνομα, απομονωμένα συστήματα προηγούμενων δεκαετιών, αλλά ως επικουρικές και εφεδρικές πυραυλικές συστοιχίες που μπορούν να καλύψουν ζωτικό χώρο μέσα στον νέο πολυεπίπεδο «θόλο».
Από την εποχή της αυτόνομης συστοιχίας στο δικτυοκεντρικό πλέγμα
Η μεγάλη αλλαγή στην αεράμυνα δεν αφορά μόνο την προμήθεια νέων ισραηλινών συστημάτων, όπως το Barak MX, το Spyder και το David’s Sling. Αφορά κυρίως τη φιλοσοφία με την οποία θα λειτουργεί πλέον ολόκληρη η αμυντική αρχιτεκτονική ως ενιαίο δίκτυο. Σε αυτό το περιβάλλον οι HAWK αποκτούν νέο ενδιαφέρον. Διότι ακόμη και ένα παλαιότερο σύστημα, όταν αποκοπεί από τα παρωχημένα όρια των δικών του αισθητήρων και συνδεθεί με σύγχρονα ραντάρ και νέο C2, μπορεί να αυξήσει σημαντικά την επιχειρησιακή του αξία.
Με απλά λόγια, ο HAWK του χθες ήταν μια συστοιχία που στηριζόταν κυρίως στα δικά της οργανικά ραντάρ, στα δικά της κέντρα ελέγχου και στις δικές της δυνατότητες αποκάλυψης και εμπλοκής. Ο HAWK του νέου «θόλου» θα αποτελεί ένα σύστημα μέσα σε ένα ευρύτερο πλέγμα. Θα λαμβάνει εικόνα από τρίτους αισθητήρες, να εντάσσεται στη συνολική αρχιτεκτονική διοίκησης και να λειτουργεί ως ένας επιπλέον πυραυλικός βραχίονας όταν και όπου απαιτείται.

Γιατί δεν αποσύρονται άμεσα οι HAWK
Οι HAWK εξακολουθούν να καλύπτουν περιοχές υψηλής στρατηγικής σημασίας, κυρίως στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη. Πρόκειται για δύο περιοχές με κρίσιμες υποδομές, στρατιωτικές εγκαταστάσεις, κέντρα διοίκησης, βιομηχανικές ζώνες, αεροδρόμια, λιμένες και μεγάλο αστικό πληθυσμό.
Σε ένα σύγχρονο περιβάλλον απειλών, η προστασία τέτοιων περιοχών δεν μπορεί να στηρίζεται σε ένα μόνο σύστημα. Απαιτείται πολυεπίπεδη άμυνα, με διαδοχικά «δαχτυλίδια» προστασίας. Εκεί ακριβώς εντάσσεται η λογική διατήρησης των HAWK.
Το σύστημα HAWK Phase III, με πυραύλους MIM-23K, προσφέρει εμβέλεια που φτάνει περίπου τα 45 χιλιόμετρα και ύψος εμπλοκής έως περίπου τα 18 χιλιόμετρα. Πρόκειται για επιδόσεις που, παρά την ηλικία της αρχικής σχεδίασης, εξακολουθούν να έχουν επιχειρησιακή αξία, ιδίως όταν το σύστημα δεν καλείται να λειτουργήσει μόνο του αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου δικτύου.
Οι HAWK μπορούν να λειτουργήσουν ως ενδιάμεσο επίπεδο μεταξύ των συστημάτων ανώτερης ζώνης, όπως οι Patriot και μελλοντικά το David’s Sling, και των συστημάτων χαμηλής και μέσης ζώνης, όπως το Spyder και το «ΒΕΛΟΣ». Μπορούν να αναλάβουν αποστολές κάλυψης συγκεκριμένων τομέων, προστασίας κρίσιμων περιοχών και απορρόφησης μέρους της επιχειρησιακής πίεσης σε συνθήκες κορεσμού.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή και η μαζική χρήση UAV, cruise missiles, βαλλιστικών απειλών μικρής εμβέλειας και loitering munitions έχουν δείξει ότι καμία αεράμυνα δεν μπορεί να στηρίζεται σε λίγα, πανάκριβα και πολύτιμα συστήματα. Χρειάζεται βάθος αριθμητικό πλεόνασμα και διαστρωμάτωση.
Τι περιλαμβάνει η αναβάθμιση
Η προτεινόμενη αναβάθμιση των HAWK αφορά το ραντάρ, το λογισμικό ελέγχου πυρός και διασύνδεση με το νέο δίκτυο αεράμυνας.
Ο πρώτος άξονας αφορά τη βελτίωση των αισθητήρων και των ραντάρ του συστήματος. Η ηλικία των υποσυστημάτων δημιουργεί προφανείς περιορισμούς, τόσο σε επίπεδο αξιοπιστίας όσο και σε επίπεδο αντιμετώπισης σύγχρονων απειλών. Τα σημερινά πεδία μάχης χαρακτηρίζονται από έντονα ηλεκτρονικά αντίμετρα, στόχους μικρού ίχνους, χαμηλές πτήσεις, ταυτόχρονες επιθέσεις και ανάγκη για γρήγορη ταξινόμηση στόχων.
Η αναβάθμιση των ραντάρ και των ηλεκτρονικών συστημάτων μπορεί να βελτιώσει την ικανότητα αποκάλυψης, παρακολούθησης και εμπλοκής στόχων, ενώ ταυτόχρονα αυξάνει τη διαθεσιμότητα και μειώνει το κόστος συντήρησης σε βάθος χρόνου. Δεν πρόκειται απαραίτητα για πλήρη μετατροπή του συστήματος σε νέο όπλο, αλλά για κρίσιμη τεχνική παρέμβαση ώστε να παραμείνει αξιόπιστο.
Ο δεύτερος άξονας είναι το νέο λογισμικό ελέγχου πυρός. Εκεί βρίσκεται η ουσία της επιχειρησιακής αναβάθμισης. Ένα σύγχρονο Fire Control περιβάλλον μπορεί να επιταχύνει τη διαδικασία από τον εντοπισμό μέχρι την εμπλοκή, να μειώσει τον χρόνο αντίδρασης και να επιτρέψει καλύτερη συνεργασία με ανώτερα κέντρα διοίκησης.
Ο τρίτος και πιο καθοριστικός άξονας αφορά τη διασύνδεση. Χωρίς διασύνδεση, οι HAWK παραμένουν ένα παλαιό σύστημα με περιορισμούς. Με διασύνδεση, μετατρέπονται σε ένα επιπλέον πυραυλικό εργαλείο μέσα στον «θόλο». Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να μπορούν να λαμβάνουν δεδομένα στόχων από σύγχρονα ραντάρ, να ενσωματώνονται στην κοινή εικόνα αεράμυνας και να λειτουργούν υπό το νέο Command and Control.

Το ελληνικό C2 ως καρδιά του «θόλου»
Η «καρδιά» του νέου αντιαεροπορικού και αντιπυραυλικού συστήματος θα είναι το Command and Control. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, το C2 θα αναπτυχθεί με ισχυρή ελληνική συμμετοχή, γεγονός που έχει ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο επιχειρησιακά αλλά και βιομηχανικά.
Σε αυτό το κέντρο θα συγκεντρώνονται δεδομένα από επίγεια ραντάρ, αντιαεροπορικά συστήματα, μαχητικά αεροσκάφη, ιπτάμενα ραντάρ, ναυτικές μονάδες και άλλους αισθητήρες. Στη συνέχεια, η πληροφορία θα διανέμεται εκεί όπου απαιτείται, ώστε να επιλεγεί το κατάλληλο όπλο για τον κατάλληλο στόχο, στον κατάλληλο χρόνο.
Η ελληνική υπογραφή στο C2 είναι κομβική. Διότι ο έλεγχος της αρχιτεκτονικής, η δυνατότητα παραμετροποίησης, η ασφάλεια των δεδομένων και η μελλοντική αναβάθμιση δεν μπορούν να εξαρτώνται πλήρως από τρίτους. Η χώρα δεν θέλει απλώς να αγοράσει συστήματα. Θέλει να ελέγχει τον τρόπο με τον οποίο αυτά συνεργάζονται.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ένταξη των HAWK δεν είναι απλώς τεχνική λεπτομέρεια, αλλά η δοκιμή της ίδιας της φιλοσοφίας του «θόλου». Εάν ένα σύστημα προηγούμενης γενιάς μπορεί να ενσωματωθεί λειτουργικά στο νέο δίκτυο, τότε η συνολική αρχιτεκτονική αποκτά πραγματικό βάθος και ευελιξία.

HAWK και Patriot: Παλιός και νέος κρίκος στην ίδια αλυσίδα
Οι Patriot παραμένουν το κορυφαίο σύστημα της ελληνικής αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής άμυνας. Η αξία τους έχει αποδειχθεί και επιχειρησιακά, με την παρουσία ελληνικής πυροβολαρχίας στη Σαουδική Αραβία και με την εμπειρία που έχουν αποκτήσει τα ελληνικά πληρώματα σε πραγματικό περιβάλλον απειλής.
Στον νέο σχεδιασμό, οι Patriot δεν λειτουργούν αποκομμένα. Αντιθέτως, διασυνδέονται με τα νέα ισραηλινά ραντάρ και με το ευρύτερο δίκτυο, ώστε να αξιοποιούν δεδομένα στόχων από πολλαπλές πηγές. Ο ρόλος τους είναι κυρίως η ανώτερη ζώνη προστασίας και η αντιμετώπιση πιο σύνθετων ή υψηλής αξίας απειλών.
Οι HAWK μπορούν να καλύψουν ένα διαφορετικό πεδίο. Δεν αντικαθιστούν τους Patriot, ούτε λειτουργούν ανταγωνιστικά. Αντίθετα, μπορούν να απελευθερώσουν τους Patriot από αποστολές που δεν απαιτούν τη χρήση ενός τόσο προηγμένου και πολύτιμου συστήματος. Σε περίπτωση μαζικής επίθεσης, κάθε διαθέσιμος πυραυλικός βραχίονας έχει αξία.
Αυτή είναι και η έννοια της πολυεπίπεδης άμυνας. Το ανώτερο επίπεδο αναλαμβάνει τις πιο κρίσιμες απειλές. Το μεσαίο επίπεδο απορροφά στόχους που κινούνται μέσα στην αντίστοιχη ζώνη εμπλοκής. Το χαμηλό επίπεδο προστατεύει κρίσιμες υποδομές από UAV, χαμηλά ιπτάμενους στόχους και περιπλανώμενα πυρομαχικά.

Ο ρόλος των ισραηλινών συστημάτων
Η νέα ελληνική αεράμυνα θα έχει έντονη ισραηλινή σφραγίδα. Τα συστήματα Barak MX, Spyder, David’s Sling και τα ραντάρ ELM-2084 αποτελούν τη βάση της νέας αρχιτεκτονικής.
Το Barak MX αναμένεται να αποτελέσει βασικό πυλώνα μέσης και μεγάλης εμβέλειας. Με διαφορετικούς τύπους πυραύλων, δυνατότητα αντιμετώπισης αεροσκαφών, UAV και cruise missiles και πλήρη φιλοσοφία δικτυοκεντρικής λειτουργίας, μπορεί να λειτουργήσει ως κεντρικός κρίκος του νέου πλέγματος.
Το Spyder καλύπτει τη χαμηλή και μέση ζώνη. Με πυραύλους Python-5 και Derby, υψηλή κινητικότητα και ταχεία αντίδραση, είναι κατάλληλο για προστασία κρίσιμων εγκαταστάσεων, μονάδων πρώτης γραμμής και περιοχών όπου η απειλή από UAV και χαμηλά ιπτάμενους στόχους είναι αυξημένη.
Το David’s Sling εισάγει μια νέα αντιπυραυλική διάσταση, καλύπτοντας απειλές μεγαλύτερης εμβέλειας και υψηλότερης πολυπλοκότητας. Σε συνδυασμό με τους Patriot, δημιουργεί το ανώτερο επίπεδο της ελληνικής ασπίδας.
Το ELM-2084 αποτελεί το «μάτι» του συστήματος. Ως σύγχρονο ραντάρ πολλαπλών αποστολών, μπορεί να υποστηρίξει τόσο την εναέρια επιτήρηση όσο και την αντιπυραυλική προειδοποίηση. Η αξία του δεν περιορίζεται στον εντοπισμό στόχων. Βρίσκεται κυρίως στη δυνατότητα να τροφοδοτεί το δίκτυο με αξιόπιστα δεδομένα, πάνω στα οποία θα στηρίζονται οι αποφάσεις εμπλοκής.

Μέσα σε αυτό το ισραηλινό πλαίσιο, οι HAWK θα έχουν ρόλο συμπληρωματικό, αλλά όχι αμελητέο. Θα αποτελούν έναν ενδιάμεσο κρίκο, ειδικά σε περιοχές όπου υπάρχουν ήδη υποδομές, εκπαιδευμένο προσωπικό και επιχειρησιακή εμπειρία.
Η επιχειρησιακή αξία της αναβάθμισης
Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν αξίζει να επενδυθούν πόροι σε ένα σύστημα παλαιάς γενιάς. Η απάντηση των Επιτελείων φαίνεται να είναι θετική, με την προϋπόθεση ότι η αναβάθμιση θα είναι στοχευμένη, οικονομικά λογική και επιχειρησιακά ενταγμένη στον «θόλο».
Δεν θα είχε νόημα μια δαπανηρή αναβάθμιση που θα προσπαθούσε να μετατρέψει τους HAWK σε κάτι που δεν είναι. Αντίθετα, έχει νόημα μια παρέμβαση που θα τους επιτρέψει να κάνουν καλύτερα αυτό που μπορούν ακόμη να κάνουν δηλαδή να προσφέρουν μέσης εμβέλειας αντιαεροπορική κάλυψη, ως εφεδρικό ή επικουρικό σύστημα, αξιοποιώντας την εικόνα και τη διοίκηση του νέου δικτύου.

Το στοίχημα του ΓΕΕΘΑ
Το μεγάλο στοίχημα για το ΓΕΕΘΑ είναι να μετατρέψει το σύνολο παλαιών και νέων συστημάτων σε ενιαία ασπίδα. Patriot, HAWK, Barak MX, Spyder, David’s Sling, ELM-2084, μαχητικά, ιπτάμενα ραντάρ και φρεγάτες να λειτουργήσουν ως ένα σύνολο.
Αυτό απαιτεί τεχνολογική διασύνδεση, ασφαλείς επικοινωνίες, κοινή εικόνα αεράμυνας, εκπαίδευση προσωπικού, σαφείς κανόνες εμπλοκής και πλήρη επιχειρησιακή δοκιμή. Δεν αρκεί η αγορά των συστημάτων, καθώς η πραγματική ισχύς θα κριθεί στην ενοποίηση.
Οι HAWK, με την αναβάθμισή τους, μπορούν να αποτελέσουν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας εποχής. Ένα σύστημα που μπήκε στο ελληνικό οπλοστάσιο σε μια άλλη εποχή, με άλλες απειλές και άλλη φιλοσοφία πολέμου, καλείται πλέον να λειτουργήσει μέσα σε ένα περιβάλλον τεχνητής νοημοσύνης, ταχύτατης ανταλλαγής δεδομένων, αισθητήρων πολλαπλών πηγών και επιθέσεων κορεσμού.




