Η Κίνα έχει επενδύσει τεράστιους πόρους τόσο στην ανάπτυξη μαχητικών αεροσκαφών χαμηλής παρατηρησιμότητας (stealth) όσο και σε συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας που φιλοδοξούν να εξουδετερώσουν τα πλεονεκτήματα των αμερικανικών αεροπορικών δυνάμεων. Ωστόσο, σύμφωνα με νέα ανάλυση της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ (USAF), το Πεκίνο φαίνεται να έχει κατανοήσει λανθασμένα τη φύση της αμερικανικής επιτυχίας στον τομέα του stealth.
Η έκθεση, η οποία δημοσιεύθηκε από το Ινστιτούτο Αεροδιαστημικών Σπουδών της Κίνας της USAF (China Aerospace Studies Institute), υποστηρίζει ότι οι κινεζικές στρατιωτικές αναλύσεις αντιμετωπίζουν τη χαμηλή παρατηρησιμότητα κυρίως ως τεχνολογικό επίτευγμα, παραβλέποντας τον κρίσιμο ρόλο που διαδραματίζουν οι επιχειρησιακές τακτικές, η δικτυοκεντρική μάχη και η ολοκληρωμένη αξιοποίηση των διαθέσιμων μέσων.
Όπως επισημαίνει ο Ντέρεκ Έκλεμπε, αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ και συνεργάτης στο συγκεκριμένο Ινστιτούτο, οι κινεζικές εκτιμήσεις για τις αμερικανικές δυνατότητες stealth «συχνά αποκλίνουν από την τεχνική πραγματικότητα και την επιχειρησιακή πρακτική». Σύμφωνα με τον ίδιο, οι ΗΠΑ δεν αντιμετωπίζουν το stealth ως αυτόνομη τεχνολογία, αλλά ως μία σύνθετη επιχειρησιακή ικανότητα που συνδυάζει προηγμένα συστήματα, τακτικές και διαδικασίες με στόχο τη διατήρηση της αεροπορικής υπεροχής.
Η κινεζική απάντηση
Η ανάλυση υπογραμμίζει ότι το Πεκίνο αντιμετωπίζει τις αμερικανικές stealth δυνατότητες με ένα μείγμα θαυμασμού και ανησυχίας. Ως αποτέλεσμα, ακολουθεί μια διττή στρατηγική: αφενός αναπτύσσει νέα stealth μαχητικά και αφετέρου επενδύει σε πολυεπίπεδα δίκτυα αεράμυνας που θα μπορούσαν να εντοπίσουν και να εμπλέξουν τέτοιου είδους στόχους.
Στο πλαίσιο αυτό, η Κίνα έχει δώσει ιδιαίτερη έμφαση στην ανάπτυξη νέων αισθητήρων και ραντάρ, θεωρώντας ότι η τεχνολογική πρόοδος μπορεί να περιορίσει ή ακόμη και να εξαλείψει τα πλεονεκτήματα των αμερικανικών αεροσκαφών.
Κινεζικές στρατιωτικές δημοσιεύσεις προβάλλουν συχνά τα ραντάρ χαμηλών συχνοτήτων, τους παθητικούς αισθητήρες και τεχνολογίες ανίχνευσης terahertz ως πιθανές λύσεις απέναντι στα stealth αεροσκάφη. Ωστόσο, σύμφωνα με την αμερικανική ανάλυση, πολλές από αυτές τις τεχνολογίες είτε παραμένουν μη επαρκώς δοκιμασμένες είτε παρουσιάζουν σημαντικούς περιορισμούς όσον αφορά την ακρίβεια εντοπισμού, τη διαχείριση παρεμβολών και την ανθεκτικότητα σε επιχειρήσεις ηλεκτρονικού πολέμου.
Η πραγματική πρόκληση: Το κινεζικό ολοκληρωμένο δίκτυο αεράμυνας
Παρά τις επιφυλάξεις για τις επιμέρους τεχνολογίες, η έκθεση προειδοποιεί ότι η κινεζική αεράμυνα δεν πρέπει να υποτιμάται.
Σύμφωνα με τον Έκλεμπε, η μεγαλύτερη απειλή δεν προέρχεται από κάποιο συγκεκριμένο ραντάρ ή αντιαεροπορικό σύστημα, αλλά από την ενσωμάτωσή τους σε ένα ολοκληρωμένο δίκτυο αεράμυνας (Integrated Air Defense System – IADS).
Ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (PLA) έχει επενδύσει σημαντικά στη διασύνδεση δεδομένων από ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης, παθητικά συστήματα εντοπισμού, αισθητήρες διαφόρων τύπων και δορυφορικά μέσα, δημιουργώντας ένα ενιαίο περιβάλλον διοίκησης και ελέγχου που αυξάνει σημαντικά την αποτελεσματικότητα της αεράμυνας.
Το J-35 και η «σκιά» του F-35
Η ίδια λογική φαίνεται να επηρεάζει και το κινεζικό πρόγραμμα ανάπτυξης stealth αεροσκαφών.
Η αμερικανική ανάλυση αναφέρει ότι το κινεζικό J-35 παρουσιάζει εμφανείς σχεδιαστικές ομοιότητες με το αμερικανικό F-35, ωστόσο εκτιμά ότι το κινεζικό πρόγραμμα δίνει μεγαλύτερη έμφαση στα χαρακτηριστικά της πλατφόρμας και στα υλικά χαμηλής παρατηρησιμότητας, παρά στην ευελιξία που προσφέρουν οι συνεχείς αναβαθμίσεις λογισμικού και η εξέλιξη των τακτικών επιχειρήσεων.
Παράλληλα, η έκθεση υποστηρίζει ότι ορισμένες κινεζικές εκτιμήσεις για τις αδυναμίες των αμερικανικών stealth αεροσκαφών ενδέχεται να επηρεάζονται από προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα ίδια τα κινεζικά προγράμματα, όπως ζητήματα αξιοπιστίας κινητήρων και περιορισμοί στη διαθεσιμότητα αεροσκαφών.
Οι επιπτώσεις για την Ταϊβάν
Ένα από τα βασικά συμπεράσματα της ανάλυσης αφορά τις στρατηγικές συνέπειες αυτών των αντιλήψεων.
Εάν η κινεζική ηγεσία θεωρεί ότι οι νέες τεχνολογίες αισθητήρων και τα ολοκληρωμένα δίκτυα αεράμυνας μπορούν να περιορίσουν αποτελεσματικά την αμερικανική αεροπορική ισχύ, τότε ενδέχεται να αισθάνεται μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση σε ένα ενδεχόμενο σενάριο κρίσης ή σύγκρουσης στην Ταϊβάν.
Όπως σημειώνει ο Έκλεμπε, οι Κινέζοι στρατηγικοί αναλυτές δεν αντιμετωπίζουν πλέον το stealth ως ανυπέρβλητο εμπόδιο, αλλά ως μια πρόκληση που μπορεί να αντιμετωπιστεί μέσω της μαζικής χρήσης μέσων και της αξιοποίησης ολοκληρωμένων δικτύων αισθητήρων και διοίκησης.
Η αντίληψη αυτή επηρεάζει άμεσα τον τρόπο με τον οποίο το Πεκίνο σχεδιάζει τις μελλοντικές στρατιωτικές του επιχειρήσεις και την αποτρεπτική του στρατηγική έναντι των ΗΠΑ.
Τελικά, οι Αμερικανοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι η πραγματική ισχύς πλατφορμών όπως τα F-35 και B-2 δεν βρίσκεται μόνο στη δυσκολία εντοπισμού τους από τα εχθρικά ραντάρ, αλλά στην ενσωμάτωσή τους σε ένα ευρύτερο δίκτυο αισθητήρων, ανταλλαγής δεδομένων, ηλεκτρονικού πολέμου και προηγμένων επιχειρησιακών τακτικών. Με άλλα λόγια, η χαμηλή παρατηρησιμότητα αποτελεί μόνο ένα μέρος ενός πολύ πιο σύνθετου συστήματος αεροπορικής ισχύος.
Στην πραγματικότητα, η συζήτηση δεν αφορά μόνο το αν τα κινεζικά ραντάρ μπορούν να εντοπίσουν ένα F-35 ή ένα B-2. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποια πλευρά θα καταφέρει να ενσωματώσει αποτελεσματικότερα αισθητήρες, δίκτυα δεδομένων, ηλεκτρονικό πόλεμο και τεχνητή νοημοσύνη σε ένα ενιαίο σύστημα μάχης. Σε αυτό το πεδίο εξελίσσεται σήμερα η μεγαλύτερη τεχνολογική και στρατιωτική αντιπαράθεση μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου.
Πηγή: Defense News




