*του Κώστα Σαρικά
Στην Τανάγρα, εκεί όπου «τρέχει» το μεγαλύτερο και τεχνικά πιο απαιτητικό πρόγραμμα εκσυγχρονισμού της Πολεμικής Αεροπορίας, η εικόνα έχει αλλάξει οριστικά. Όχι μόνο επειδή οι γραμμές της ΕΑΒ έχουν αποκτήσει έναν σταθερό ρυθμό παραγωγής που πριν από λίγα χρόνια έμοιαζε δύσκολος, αλλά –κυρίως– επειδή το F-16 Viper δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως «νέο αεροπλάνο που έρχεται».
Αντιμετωπίζεται ως η ραχοκοκαλιά της αεροπορικής ισχύος, πάνω στην οποία «κουμπώνουν» τα επιχειρησιακά σχέδια, οι νέες τακτικές και η δικτυοκεντρική φιλοσοφία που απαιτούν οι σύγχρονες αποστολές στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Το 2025 καταγράφηκε ως χρονιά-τομή. Σύμφωνα με τον προγραμματισμό που έχει ήδη υλοποιηθεί, 18 μαχητικά F-16 αναβαθμισμένα σε διαμόρφωση Viper παραδόθηκαν από την ΕΑΒ στις Πολεμικές Μοίρες μέσα στο έτος, επιβεβαιώνοντας ότι οι «παιδικές ασθένειες» της εκκίνησης αποτελούν παρελθόν. Στο Αεροπορικό Επιτελείο η ικανοποίηση δεν συνδέεται μόνο με τον αριθμό, αλλά με την ποιότητα του ρυθμού καθώς οι παραδόσεις αποκτούν προβλεψιμότητα, επιτρέποντας καλύτερο σχεδιασμό εκπαίδευσης, καλύτερη κατανομή αεροσκαφών και κυρίως πιο γρήγορη επιχειρησιακή αφομοίωση.
Η επίσημη «σφραγίδα» ότι το πρόγραμμα πέρασε σε φάση σταθερής απόδοσης ήρθε το φθινόπωρο, όταν παραδόθηκε το 42ο F-16V, γεγονός που χαρακτηρίστηκε ως «μέσον της διαδρομής» για το πρόγραμμα. Από εκεί και πέρα, ο στόχος για κλείσιμο του 2025 με 46 Viper θεωρήθηκε ρεαλιστικός και συμβατός με έναν ρυθμό που εφόσον διατηρηθεί κρατά ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο ολοκλήρωσης νωρίτερα από το αρχικό ορόσημο.
Αυτή ακριβώς είναι η «μεγάλη εικόνα» με την οποία ξεκινά το 2026. Η Πολεμική Αεροπορία δεν καταγράφει πλέον μόνο παραδόσεις, αλλά ωριμότητα και ενσωμάτωση. Μετρά το πόσο γρήγορα τα Viper περνούν από το στάδιο του «delivery» στο στάδιο της πλήρους αξιοποίησης σε πραγματικές επιχειρησιακές συνθήκες.
«Afterburning» ρυθμός στην Τανάγρα
Η ΕΑΒ λειτουργεί σαν «καρδιά» ενός προγράμματος που έχει εθνικό αποτύπωμα και δεν αφορά μόνο την απόκτηση δυνατοτήτων, αλλά και την ικανότητα της χώρας να υλοποιεί σύνθετα έργα υψηλής τεχνολογίας εντός Ελλάδας. Η συνεργασία με τη Lockheed Martin, η συσσώρευση τεχνογνωσίας, η τυποποίηση διαδικασιών και ο καλύτερος έλεγχος ποιότητας, οδήγησαν στην υλοποίηση του στόχου καθώς το πρόγραμμα αρχικά κινδύνευε με εκτροχιασμό.
Το αποτέλεσμα αποτυπώνεται με αριθμούς, αλλά δεν εξηγείται μόνο με αριθμούς. Η σταθερή ροή παραδόσεων επιτρέπει:
- να οργανώνεται η απόσυρση αεροσκαφών για αναβάθμιση χωρίς να δημιουργούνται επιχειρησιακά κενά,
- να σχεδιάζεται η εκπαίδευση χειριστών και τεχνικών σε κύματα,
- να διατηρείται η επιφυλακή και η καθημερινή επιτήρηση του Αιγαίου χωρίς κενά σε διαθεσιμότητες,
- να προσαρμόζονται σταδιακά τα επιχειρησιακά δόγματα πάνω στις νέες δυνατότητες.
Το 2025, με το πρόγραμμα να περνά στην ώριμη φάση του, η Πολεμική Αεροπορία άρχισε να αντιμετωπίζει το Viper όχι ως «αναβαθμισμένο Block 52», αλλά ως νέο μαχητικό με κύρια χαρακτηριστικά το διαφορετικό ραντάρ, τη διαφορετική διαχείριση πληροφορίας, τη διαφορετική λογική στοχοποίησης και την διαφορετική συνεργασία μέσα στο δίκτυο.
Το 2026 διατηρεί την ταχύτητα και έρχεται η σειρά του Άραξου
Το κρίσιμο για τη νέα χρονιά δεν είναι απλώς ότι αναμένεται να διατηρηθεί ο υψηλός ρυθμός παραδόσεων. Είναι ότι αλλάζει ο χάρτης των Πολεμικών Μοιρών που μπαίνουν στο παιχνίδι της μετάβασης. Με βάση τον σχεδιασμό που έχει αναπτυχθεί, το επόμενο στοίχημα αφορά τις Μοίρες στην 116 Πτέρυγα Μάχης-335 «ΤΙΓΡΗΣ» και 336 «ΟΛΥΜΠΟΣ», οι οποίες έως σήμερα επιχειρούν με F-16 Block 52+ Advanced και περνούν σταδιακά στη «γενιά» των Viper.
Ο Άραξος άλλωστε είναι κόμβος αποστολών που εκτείνονται από το Ιόνιο και τη δυτική Ελλάδα μέχρι την κεντρική Μεσόγειο, ενώ παραδοσιακά στηρίζει και ένα μεγάλο κομμάτι της καθημερινής επιχειρησιακής δραστηριότητας. Η είσοδος της 116 ΠΜ στην εποχή Viper Άραξος στη «σειρά» των Viper είναι το ζητούμενο του 2026 με τη μετάβαση να γίνεται «εν κινήσει», με παράλληλη διατήρηση της ετοιμότητας. Οι παραδόσεις του 2026 θα λειτουργήσουν ως «γέφυρα» για να διαμορφωθεί μια ακόμη πιο ομοιογενής δύναμη, να αυξηθεί το ποσοστό των αεροσκαφών με AESA ραντάρ και να διευρυνθεί η βάση των πληρωμάτων που έχουν πλήρη εξοικείωση με τις Viper διαδικασίες.
Η επιχειρησιακή αφομοίωση σε στάδιο υψηλής ωρίμανσης
Η Πολεμική Αεροπορία έχει περάσει σε στάδιο υψηλής ωρίμανσης ως προς την αφομοίωση των Viper στα επιχειρησιακά της σχέδια. Είναι μια αλυσίδα αλλαγών που ξεκινά από το κόκπιτ και καταλήγει στο πώς «σχεδιάζεται» μια αποστολή, καθώς αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο ο χειριστής «βλέπει» τον χώρο μάχης. Το APG-83 AESA, σε συνδυασμό με την αναβαθμισμένη υπολογιστική ισχύ και την αρχιτεκτονική αποστολής, δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η πληροφορία γρήγορα και σε μεγάλο εύρος.
Σημαντικό είναι πλέον το πώς «μοιράζεται» η πληροφορία. Η λογική του Link-16 και η σύνδεση με το ευρύτερο επιχειρησιακό δίκτυο μετατρέπουν τα Viper σε πραγματικούς κόμβους. Δεν είναι απλώς αεροσκάφη που λαμβάνουν δεδομένα αλλά μαχητικά που τροφοδοτούν το δίκτυο με εικόνα και στοχοποιήσεις. Αυτή η αλλαγή είναι καθοριστική για αποστολές επιτήρησης, αναχαίτισης, αλλά και για πιο σύνθετες επιχειρήσεις πολλαπλών πακέτων.
Επιπλέον, αλλάζουν οι διαδικασίες «ταχείας λήψης απόφασης». Η καλύτερη εικόνα μεταφράζεται σε πιο γρήγορη σύνθεση δεδομένων ενώ όταν ο φόρτος εργασίας μειώνεται λόγω του νέου cockpit και της καλύτερης εργονομίας εξοικονομείται πολύτιμος χρόνος. Κάθε Πολεμική Μοίρα που περνά σε Viper δεν αλλάζει μόνο αεροσκάφος. Αλλάζει τρόπο εκπαίδευσης, τρόπο briefing/debriefing, τρόπο που «γράφονται» οι τακτικές οδηγίες, τρόπο που αξιολογούνται οι αποστολές. Η ένταξη των νέων δυνατοτήτων δημιουργεί νέο κύκλο TTPs (Tactics, Techniques and Procedures).
Το Viper ως πολλαπλασιαστής ισχύος
Το F-16 Viper δεν είναι απλώς μια αναβάθμιση ηλεκτρονικών. Είναι ένα μαχητικό που επιτρέπει στην Πολεμική Αεροπορία να σχεδιάζει επιχειρήσεις με διαφορετική γεωμετρία.
Σε αποστολές αεράμυνας, ο συνδυασμός αισθητήρων και δικτύου σημαίνει ότι οι αναχαιτίσεις μπορούν να γίνουν με καλύτερη προειδοποίηση, με καλύτερη κατανομή στόχων, με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην εικόνα. Σε ένα περιβάλλον όπως το Αιγαίο, όπου οι χρόνοι είναι μικροί και οι αποστάσεις συχνά «συμπιέζονται», αυτή η βελτίωση δεν είναι θεωρητική αλλά καθαρά επιχειρησιακή.
Σε αποστολές κρούσης, η υψηλής ανάλυσης χαρτογράφηση, η ικανότητα ακριβούς στοχοποίησης και ο καλύτερος συγχρονισμός με άλλα μέσα δημιουργούν προϋποθέσεις για επιθετικές επιχειρήσεις με χαμηλότερο ρίσκο, ειδικά όταν η στοχοποίηση μπορεί να γίνει «συνδυαστικά» από αισθητήρες του ίδιου αεροσκάφους, από άλλες πλατφόρμες, ή από το δίκτυο).
Viper – Rafale – F-35: αρχιτεκτονική ισχύος
Η μετάβαση στα Viper δεν είναι μεμονωμένο πρόγραμμα. Είναι ένα ακόμα βήμα μιας ευρύτερης αρχιτεκτονικής ισχύος.
Τα Rafale φέρνουν δυνατότητες αεροπορικής υπεροχής και κρούσης με διαφορετική φιλοσοφία.
Τα μελλοντικά F-35 φέρνουν ικανότητα χαμηλής παρατηρησιμότητας και προηγμένη συλλογή/σύνθεση δεδομένων.
Τα Viper βρίσκονται ανάμεσα, καθώς είναι ο μαζικός, σύγχρονος κορμός που μπορεί να στηρίξει επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας και να λειτουργήσει ως «workhorse» πρώτης γραμμής.
Η βιομηχανική διάσταση του προγράμματος Viper
Υπάρχει, όμως, και η βιομηχανική διάσταση. Όσο το πρόγραμμα σταθεροποιείται, τόσο η ΕΑΒ αποκτά μια πραγματική δυνατότητα ικανότητας σε έργο υψηλής τεχνολογίας, με διεθνή πρότυπα και αυστηρές διαδικασίες. Και αυτό έχει αξία όχι μόνο για το ίδιο το πρόγραμμα, αλλά και για το τι μπορεί να ακολουθήσει.
Στο κάδρο βρίσκεται ήδη και το επόμενο μεγάλο βήμα που αφορά την αναβάθμιση και των F-16 Block 50 σε Viper, ώστε να δημιουργηθεί ακόμη μεγαλύτερη ομοιογένεια στόλου.







