*του Κώστα Σαρικά
Η επίσκεψη της Γαλλίδας υπουργού Άμυνας Κατρίν Βοτρέν στην Αθήνα την προσεχή Πέμπτη με κατάληξη, όπως αναφέρουν οι πληροφορίες, τον Ναύσταθμο Σαλαμίνας και τη φρεγάτα «ΚΙΜΩΝ», έρχεται σε μια συγκυρία που ξεπερνά κατά πολύ τον συμβολισμό μιας διμερούς επαφής.
Η παρουσία της στο πλευρό του Νίκου Δένδια και η εικόνα πάνω στο πλέον σύγχρονο πλοίο του Πολεμικού Ναυτικού λειτουργούν ως προοίμιο για το επόμενο βήμα που δεν είναι άλλο από την υπογραφή νέας, ενισχυμένης συμφωνίας στρατηγικής αμυντικής συνεργασίας Ελλάδας και Γαλλίας.
Η Αθήνα και το Παρίσι ήδη έχουν διαμορφώσει μια σχέση που παράγει μετρήσιμο επιχειρησιακό αποτέλεσμα. Η παράδοση της πρώτης FDI HN, της φρεγάτας ΚΙΜΩΝ, η ένταξή της στο Πολεμικό Ναυτικό και η σταδιακή είσοδος στην υπηρεσία των επόμενων τριών πλοίων, εντάσσονται σε έναν σχεδιασμό που στοχεύει στη διαρκή αναβάθμιση της αποτροπής στη θάλασσα.
Ταυτόχρονα, στον αέρα, η Πολεμική Αεροπορία έχει παραλάβει τα 24 Rafale, ενώ η ελληνογαλλική ατζέντα δεν περιορίζεται στις πλατφόρμες. Περιλαμβάνει διαλειτουργικότητα, περισσότερες κοινές ασκήσεις, ανάπτυξη κοινών διαδικασιών και βιομηχανικό αποτύπωμα, με ανοιχτά κεφάλαια που αγγίζουν από το μέλλον του υποβρύχιου στόλου έως την πιθανότητα κατασκευής επιπλέον φρεγατών σε ελληνικά ναυπηγεία.
Το στοιχείο που δίνει ιδιαίτερο βάρος στη νέα συμφωνία είναι το διεθνές περιβάλλον. Η ευρωπαϊκή ασφάλεια συζητείται πλέον με νέους όρους, καθώς ενισχύεται η αίσθηση ότι η Ευρώπη οφείλει να αυξήσει τις δικές της δυνατότητες και να θωρακίσει την άμυνα και την αποτρεπτική της αξιοπιστία, ανεξάρτητα από διακυμάνσεις στη διατλαντική σχέση. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα επιδιώκει να εδραιώσει στρατηγικούς δεσμούς με εταίρους που διαθέτουν ισχύ, παρουσία και βούληση στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η φρεγάτα «ΚΙΜΩΝ» ως μήνυμα
Η επιλογή της Σαλαμίνας και της φρεγάτας «ΚΙΜΩΝ» ως κεντρικού σημείου της επίσκεψης αποκτά ιδιαίτερη σημασία, διότι ο «ΚΙΜΩΝ» συμπυκνώνει την ουσία της ελληνογαλλικής αμυντικής σχέσης. Δεν αποτελεί απλώς ένα πρόγραμμα προμήθειας, αλλά έναν μοχλό αναδιαμόρφωσης του Στόλου.
Στη φρεγάτα «ΚΙΜΩΝ» υψώθηκε η ελληνική σημαία στη Λοριάν τον Δεκέμβριο του 2025, παρουσία της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας και με συνάντηση του Έλληνα ΥΕΘΑ με τη Γαλλίδα ομόλογό του. Λίγες εβδομάδες αργότερα, πραγματοποιήθηκε η τελετή εν πλω υποδοχής και ένταξης της φρεγάτας στον Σαρωνικό, παρουσία του Πρωθυπουργού και του Προέδρου της Δημοκρατίας, γεγονός που ανέδειξε τον θεσμικό και εθνικό χαρακτήρα της επιλογής.
Η σημερινή εικόνα της «ΚΙΜΩΝ» στη Σαλαμίνα δεν αφορά μόνο το πρώτο πλοίο της κλάσης. Αφορά το συνολικό σχέδιο ανανέωσης του Στόλου και το πώς αυτό συνδέεται με τη στρατηγική σχέση με τη Γαλλία. Η νέα συμφωνία, όπως αναμένεται, θα επιδιώξει να μεταφέρει τη συνεργασία από το επίπεδο των σημαντικών αλλά μεμονωμένων σταθμών, σε ένα σταθερό πλαίσιο που θα παράγει συστηματικά αποτελέσματα.
Από το 2021 στη νέα ενισχυμένη συμφωνία
Η συμφωνία στρατηγικής συνεργασίας του 2021 αποτέλεσε ορόσημο για τις διμερείς σχέσεις, καθώς δεν περιορίστηκε σε γενικές διατυπώσεις, αλλά θεμελίωσε ένα πολιτικό πλαίσιο υψηλής δέσμευσης. Στη συνέχεια, η συνεργασία απέκτησε ουσιαστικό περιεχόμενο μέσω των μεγάλων προμηθειών και της επιχειρησιακής προσέγγισης των δύο πλευρών.
Σήμερα, η συζήτηση για νέα ενισχυμένη συμφωνία αποτυπώνει δύο δεδομένα. Τα προγράμματα που έχουν ήδη υλοποιηθεί ή βρίσκονται σε εξέλιξη απαιτούν συνέχεια, υποστήριξη και βαθύτερη ενσωμάτωση. Ενώ την ίδια ώρα οι εξελίξεις στην ευρωπαϊκή ασφάλεια ωθούν τις χώρες σε πιο σταθερές συνεργασίες, με στόχο να διασφαλιστεί προβλεψιμότητα, δυνατότητα ταχείας αντίδρασης και κοινή επιχειρησιακή αντίληψη.
Η Ελλάδα επιδιώκει μια συμφωνία που θα δίνει μεγαλύτερο βάθος στη στρατιωτική συνεργασία σε τρία επίπεδα: επιχειρησιακό, βιομηχανικό και τεχνολογικό. Αυτό μεταφράζεται σε περισσότερη συνεκπαίδευση, διεύρυνση των κοινών δράσεων και πλαίσιο για νέα προγράμματα με ορίζοντα δεκαετίας.
Οι Belharra και η επόμενη τριάδα στο οπτικό πεδίο
Η παράδοση της «ΚΙΜΩΝ» από τη Naval Group και η ένταξή της στο Πολεμικό Ναυτικό αποτελούν το πρώτο βήμα. Το βάρος πλέον μεταφέρεται στη συνέχεια του προγράμματος, με την παραλαβή των επόμενων φρεγατών και με την ταχεία επιχειρησιακή ωρίμανση του νέου τύπου πλοίου.
Ο σχεδιασμός του Πολεμικού Ναυτικού δεν στοχεύει απλώς στην αντικατάσταση παλαιότερων μονάδων. Στοχεύει στη δημιουργία ενός πυρήνα πλοίων νέας γενιάς που θα διαμορφώσει νέες δυνατότητες στη θαλάσσια ισχύ, ειδικά στην αντιαεροπορική άμυνα και στον ανθυποβρυχιακό πόλεμο. Το κρίσιμο σημείο είναι η ενσωμάτωση. Για να αποδώσει πλήρως μια νέα κλάση φρεγατών, απαιτούνται πρότυπα εκπαίδευσης, δομές υποστήριξης, διαδικασίες συντήρησης, αλλά και πρακτική εμπειρία μέσα από ασκήσεις και πραγματικές αποστολές.
Η νέα ενισχυμένη συμφωνία με τη Γαλλία εκτιμάται ότι θα επιχειρήσει να καλύψει ακριβώς αυτό το κενό ανάμεσα στην παραλαβή και στη μέγιστη επιχειρησιακή αξιοποίηση. Να επιταχύνει τη μετάβαση, να εξασφαλίσει συνέργειες και να θωρακίσει τη διαθεσιμότητα των νέων μονάδων.
24 Rafale ήδη στην Πολεμική Αεροπορία, νέα σελίδα στη διαλειτουργικότητα
Η παραλαβή των 24 Rafale έχει ήδη δημιουργήσει μια νέα επιχειρησιακή βάση για την Πολεμική Αεροπορία. Η αξία του προγράμματος δεν μετριέται μόνο στην απόκτηση ενός σύγχρονου μαχητικού, αλλά στη συνολική αναβάθμιση δυνατοτήτων που έφερε σε επίπεδο αισθητήρων, όπλων, διαδικασιών και εκπαίδευσης. Με την ενίσχυση να μην αφορά μόνο την απόκτηση των γαλλικών μαχητικών, αλλά και την αποδέσμευση των πανίσχυρων πυραύλων αέρος-αέρος Meteor – των όπλων που αλλάζουν τα δεδομένα στην εναέρια μάχη και «σέρνουν» την Τουρκία στην άρον-άρον αγορά των Eurofighter Typhoon.
Το επόμενο επίπεδο είναι η διαλειτουργικότητα με τις γαλλικές δυνάμεις, ιδιαίτερα σε σενάρια που αφορούν την Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο. Η κοινή αντίληψη επιχειρήσεων, η ανταλλαγή τεχνογνωσίας και οι επαναλαμβανόμενες συνεκπαιδεύσεις δημιουργούν πολλαπλασιαστή ισχύος, ειδικά όταν συνδυάζονται με τη ναυτική διάσταση των FDI.
Αυτό ακριβώς είναι που επιχειρεί να διασφαλίσει μια νέα συμφωνία, δηλαδή να μετατρέψει τη συνεργασία από περιοδική σε συστηματική, με κοινές δράσεις που θα αφορούν και τους τρεις Κλάδους.
Υποβρύχια: To μεγάλο ανοιχτό κεφάλαιο της επόμενης δεκαετίας
Ένα από τα βασικά ανοικτά ζητήματα για το Πολεμικό Ναυτικό είναι το πρόγραμμα νέων υποβρυχίων. Οι απαιτήσεις της εποχής επιβάλλουν επιλογές που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως απλή ανανέωση στόλου. Η υποθαλάσσια διάσταση παραμένει κρίσιμη για την ισορροπία ισχύος και απαιτεί πλατφόρμες με υψηλή επιβιωσιμότητα, δυνατότητα παρατεταμένης παρουσίας και σύγχρονα συστήματα μάχης.
Στο πλαίσιο αυτό, η Γαλλία εμφανίζεται ως μία από τις ισχυρές επιλογές, με προτάσεις που συζητούνται διεθνώς και με τη βαρύτητα μιας χώρας που ήδη συνεργάζεται στενά με την Ελλάδα σε ναυτικά και αεροπορικά προγράμματα. Η συζήτηση για Barracuda και Scorpène, όπως έχει αποτυπωθεί στο δημόσιο πεδίο, δείχνει ότι το Παρίσι επιδιώκει να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των προτάσεων.
Για την Αθήνα, το ζητούμενο είναι να συνδεθεί το όποιο υποβρύχιο πρόγραμμα με ευρύτερο πλαίσιο στρατηγικής σχέσης, τεχνικής υποστήριξης και βιομηχανικής συμμετοχής.
Ναυπηγεία και τρεις επιπλέον φρεγάτες: H βιομηχανική διάσταση που αλλάζει τον κανόνα
Η προοπτική κατασκευής επιπλέον τριών φρεγατών σε ελληνικά ναυπηγεία παραμένει ένα από τα πιο σημαντικά κεφάλαια της ελληνογαλλικής ατζέντας. Δεν πρόκειται για μια απλή επέκταση προμήθειας. Πρόκειται για επιλογή που θα διαμορφώσει υποδομές, ανθρώπινο δυναμικό, πιστοποιήσεις και, κυρίως, ικανότητα υποστήριξης σε βάθος χρόνου.
Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια επενδύει στην αναδιάταξη της ναυπηγικής της βάσης. Μια συμφωνία που θα προβλέπει ουσιαστική συμμετοχή ελληνικών ναυπηγείων στην κατασκευή πλοίων υψηλής τεχνολογίας μπορεί να δημιουργήσει νέα δεδομένα, αρκεί να υπάρξει σαφές σχέδιο για μεταφορά τεχνογνωσίας, διασφάλιση χρονοδιαγραμμάτων και υποχρεωτική ένταξη ελληνικών εταιρειών στην αλυσίδα υποκατασκευών.
Σε μια νέα ενισχυμένη συμφωνία, το βιομηχανικό σκέλος αναμένεται να αποκτήσει μεγαλύτερο ειδικό βάρος. Όχι ως διακήρυξη, αλλά ως πρακτικός μηχανισμός που θα δίνει στην Ελλάδα ισχυρότερο ρόλο σε προγράμματα που αφορούν τις Ένοπλες Δυνάμεις της επόμενης δεκαετίας.
Περισσότερες κοινές ασκήσεις, πραγματική διακλαδικότητα
Η συνεργασία Ελλάδας και Γαλλίας δεν περιορίζεται σε διπλωματικό επίπεδο. Εξελίσσεται όλο και περισσότερο σε καθημερινή επιχειρησιακή σχέση, με πυκνότερη συνεκπαίδευση και διεύρυνση των σεναρίων. Το κλειδί εδώ είναι η διακλαδικότητα και αφορά τη συνδυασμένη δράση ξηράς, αέρα και θάλασσας, με κοινές διαδικασίες διοίκησης, ελέγχου και υποστήριξης.
Ενδεικτική είναι η συμμετοχή της Ελλάδας στην άσκηση Orion 2026 στη Γαλλία, με μετακίνηση βαρέων μέσων και μεγάλη διοικητική απαίτηση, που προσομοιώνει συνθήκες μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεων. Η παρουσία σε τέτοιες ασκήσεις δεν είναι απλώς θέμα προβολής. Είναι άσκηση πραγματικής ετοιμότητας, που δοκιμάζει την ικανότητα μεταφοράς, υποστήριξης και επιχειρησιακής ένταξης σε περιβάλλον πολυεθνικών δυνάμεων.
Η νέα συμφωνία αναμένεται να ενισχύσει αυτόν τον άξονα, με περισσότερες κοινές ασκήσεις και πιο συχνές αλληλεπιδράσεις, ώστε να δημιουργηθεί σταθερός ρυθμός συνεκπαίδευσης.
Η αμερικανική διάσταση και η ευρωπαϊκή πραγματικότητα
Η συζήτηση στην Ευρώπη για την ασφάλεια και την άμυνα εξελίσσεται με ταχείς ρυθμούς. Η αίσθηση ότι η Ευρώπη πρέπει να στηριχθεί περισσότερο στις δικές της δυνατότητες ενισχύεται, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου η διατλαντική σχέση επηρεάζεται από πολιτικές και στρατηγικές μεταβλητές.
Για την Ελλάδα, που βρίσκεται σε περιβάλλον υψηλών απαιτήσεων και σε περιοχή με πολλαπλές εστίες έντασης, η ανάγκη για σταθερές συνεργασίες είναι άμεση. Η Γαλλία, ως χώρα με ισχυρή αμυντική βιομηχανία, στρατιωτική παρουσία και πολιτική βούληση στην Ανατολική Μεσόγειο, αποτελεί εταίρο που μπορεί να προσφέρει συνέχεια, σταθερότητα και επιχειρησιακή συνέργεια.
Παράλληλα, η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι η ελληνογαλλική συνεργασία έχει αποκτήσει πρακτικό περιεχόμενο και σε επίπεδο επιμέρους συμφωνιών, όπως η προμήθεια Meteor και Exocet, η οποία εντάχθηκε στη συνολική γραμμή αμυντικής συνεργασίας.
Τι σημαίνει πρακτικά το νέο σύμφωνο
Μια νέα ενισχυμένη συμφωνία στρατηγικής συνεργασίας μπορεί να μεταφραστεί σε συγκεκριμένες δεσμεύσεις και μηχανισμούς εφαρμογής.
Aφορά την επιχειρησιακή συνεργασία με θεσμικό πλαίσιο. Αυτό σημαίνει περισσότερη συνεκπαίδευση, κοινό σχεδιασμό ασκήσεων, ανταλλαγή εμπειρίας και, όπου είναι εφικτό, ευθυγράμμιση διαδικασιών που βελτιώνουν τη διαλειτουργικότητα.
Περιλαμβάνει την υποστήριξη και διαθεσιμότητα των μεγάλων πλατφορμών. Η επιτυχία των FDI και η πλήρης αξιοποίηση των Rafale εξαρτώνται από την τεχνική υποστήριξη, την πρόσβαση σε ανταλλακτικά, την αναβάθμιση λογισμικού και τη διαρκή εκπαίδευση προσωπικού. Μια συμφωνία που ενσωματώνει μηχανισμούς για γρήγορη επίλυση θεμάτων υποστήριξης αυξάνει άμεσα την επιχειρησιακή αξία των συστημάτων.
Έχει ως συνέχεια τη βιομηχανική και τεχνολογική συνεργασία. Εάν το νέο πλαίσιο δώσει πραγματικό ρόλο στην ελληνική βιομηχανία, ειδικά στον ναυπηγικό τομέα, τότε η συνεργασία αποκτά διάρκεια και ενισχύει την εθνική βάση υποστήριξης των Ενόπλων Δυνάμεων.
Η επόμενη μέρα από την υπογραφή στην εφαρμογή
Το κρίσιμο τεστ για κάθε συμφωνία είναι η εφαρμογή. Η νέα ενισχυμένη συμφωνία όταν υπογραφεί, θα κριθεί από το πόσο γρήγορα θα μετατραπεί σε χρονοδιαγράμματα, ασκήσεις, κοινά προγράμματα και σαφείς αποφάσεις για τα μεγάλα ανοιχτά κεφάλαια.
Η επίσκεψη στον Ναύσταθμο Σαλαμίνας και στη φρεγάτα «ΚΙΜΩΝ» δεν αντιμετωπίζεται ως εθιμοτυπική κίνηση. Εντάσσεται σε μια διαδικασία που οδηγεί σε νέο στρατηγικό πλαίσιο. Σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας, η Ελλάδα επιδιώκει να εδραιώσει συνεργασίες που παράγουν χειροπιαστή ισχύ, μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και σαφέστερο ορίζοντα για τα μεγάλα εξοπλιστικά και επιχειρησιακά βήματα της επόμενης δεκαετίας.
Η εξέλιξη αυτή δεν περνά απαρατήρητη από την Άγκυρα, καθώς η εμβάθυνση της στρατηγικής συνεργασίας Ελλάδας – Γαλλίας έχει άμεσο αποτύπωμα στον τρόπο με τον οποίο αξιολογείται ο συσχετισμός ισχύος στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Για την τουρκική πλευρά, η γαλλική εμπλοκή δεν εκλαμβάνεται ως μια τυπική διμερής σχέση, αλλά ως παράγοντας που προσθέτει πολιτικό βάρος και επιχειρησιακή ποιότητα στην ελληνική αποτροπή, ειδικά μετά την είσοδο των Rafale και των FDI.
Η παρουσία της Γαλλίας αυξάνει το κόστος των επιλογών κλιμάκωσης, περιορίζει το περιθώριο για τετελεσμένα και ενισχύει την εικόνα ότι η Αθήνα διαθέτει στρατηγικούς εταίρους με δυνατότητα άμεσης συμμετοχής σε κοινές δράσεις, κάτι που σε επίπεδο σχεδιασμού υποχρεώνει την Άγκυρα να συνεκτιμά όχι μόνο τις ελληνικές δυνατότητες, αλλά και τη δυναμική μιας σταθερής ευρωπαϊκής στήριξης.








