Η αντίστροφη μέτρηση για την επιστροφή της «ΣΑΛΑΜΙΣ» στις επιχειρήσεις έχει πλέον αρχίσει καθώς μετά από περίπου δύο χρόνια εκτεταμένων εργασιών βαριάς συντήρησης στο Ναύσταθμο Σαλαμίνας, μια από τις τέσσερις φρεγάτες MEKO ετοιμάζεται να επιστρέψει στην πρώτη γραμμή του Στόλου, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Σύμφωνα με πληροφορίες του OnAlert.gr, εφόσον δεν προκύψει κάποιο απρόοπτο κατά την ολοκλήρωση των τελευταίων δοκιμών της «ΣΑΛΑΜΙΣ», θα είναι η πρώτη από τις φρεγάτες MEKO που θα επανενταχθεί επιχειρησιακά στις αρχές του φθινοπώρου, πιθανότατα μέσα στον Σεπτέμβριο, ενώ η επιστροφή της δεν αποτελεί απλώς την ενεργοποίηση ακόμη μιας μονάδας επιφανείας.
Αντιθέτως, έρχεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη χρονική συγκυρία, καθώς το Πολεμικό Ναυτικό προετοιμάζεται να περάσει στη νέα εποχή του εκσυγχρονισμού των ΜΕΚΟ, ενός προγράμματος που θα εξασφαλίσει ότι τα πολεμικά πλοία θα παραμείνουν στην αιχμή της ελληνικής ναυτικής ισχύος για τουλάχιστον δύο ακόμη δεκαετίες.

Η επιχειρησιακή αξία της επιστροφής της «ΣΑΛΑΜΙΣ» είναι ακόμη μεγαλύτερη αν ληφθεί υπόψη ο εξαιρετικά αυξημένος επιχειρησιακός φόρτος του Πολεμικού Ναυτικού.
Τα τελευταία χρόνια οι φρεγάτες κλάσης «ΥΔΡΑ» αποτελούν τον βασικό κορμό των αποστολών υψηλής έντασης, τόσο στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο όσο και πολύ μακριά από τα ελληνικά χωρικά ύδατα, συμμετέχοντας σε επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σε αποστολές πραγματικών πολεμικών συνθηκών, όπως η επιχείρηση «ΑΣΠΙΔΕΣ» στην Ερυθρά Θάλασσα.
Η επαναφορά και των τεσσάρων ΜΕΚΟ σε πλήρη επιχειρησιακή διαθεσιμότητα αποτελεί βασική προϋπόθεση ώστε το Πολεμικό Ναυτικό να μπορέσει να ξεκινήσει χωρίς επιχειρησιακά κενά το μεγάλο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού τους, το οποίο έχει ήδη περάσει από τη θεωρία στην πράξη.
Δύο χρόνια απαιτητικών εργασιών για την επιστροφή στην πρώτη γραμμή
Η φρεγάτα «ΣΑΛΑΜΙΣ» παρέμεινε εκτός ενεργού δράσης επί σχεδόν δύο χρόνια, προκειμένου να πραγματοποιηθεί ένα ιδιαίτερα απαιτητικό πρόγραμμα βαριάς συντήρησης στον Ναύσταθμο Σαλαμίνας. Οι εργασίες αφορούσαν ουσιαστικά κάθε κρίσιμο τομέα του πλοίου.
Ελέγχθηκαν και συντηρήθηκαν τα συστήματα πρόωσης, οι κύριες μηχανές, τα βοηθητικά μηχανήματα, τα ηλεκτρολογικά και ηλεκτρομηχανολογικά δίκτυα, τα συστήματα ισχύος, οι σωληνώσεις, αλλά και μεγάλο μέρος των εσωτερικών εγκαταστάσεων που απαιτούν περιοδική ανακατασκευή μετά από δεκαετίες συνεχούς επιχειρησιακής χρήσης.
Σε αρκετές περιπτώσεις αντικαταστάθηκαν υλικά, τα οποία είχαν ολοκληρώσει τον επιχειρησιακό τους κύκλο ζωής, ενώ πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένοι έλεγχοι στη δομική κατάσταση του πλοίου, ώστε η φρεγάτα να συνεχίσει να επιχειρεί με ασφάλεια για πολλά ακόμη χρόνια.

Μετά την ολοκλήρωση των εργασιών ακολουθούν οι προβλεπόμενες δοκιμές στον Ναύσταθμο, οι έλεγχοι όλων των υποσυστημάτων και στη συνέχεια οι δοκιμές εν πλω, κατά τις οποίες πιστοποιείται ότι όλα λειτουργούν σύμφωνα με τις προδιαγραφές του Πολεμικού Ναυτικού. Η διαδικασία αυτή βρίσκεται πλέον στην τελική ευθεία, με στόχο η «ΣΑΛΑΜΙΣ» να επανέλθει σύντομα σε πλήρη επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Οι φρεγάτες ΜΕΚΟ σηκώνουν το μεγαλύτερο επιχειρησιακό βάρος του Στόλου
Η επιστροφή της «ΣΑΛΑΜΙΣ» αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ο ρόλος που έχουν αναλάβει οι τέσσερις φρεγάτες MEKO τα τελευταία χρόνια. Παρότι έχουν ήδη συμπληρώσει σχεδόν τρεις δεκαετίες υπηρεσίας, εξακολουθούν να αποτελούν τις πλέον ευέλικτες μονάδες επιφανείας του Πολεμικού Ναυτικού, ικανές να επιχειρούν σε ολόκληρο το φάσμα των ναυτικών επιχειρήσεων.
Οι ΜΕΚΟ συμμετέχουν σχεδόν καθημερινά σε αποστολές επιτήρησης στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, σε εθνικές και συμμαχικές ασκήσεις, σε αποστολές του ΝΑΤΟ, σε επιχειρήσεις θαλάσσιας ασφάλειας, αλλά και σε αποστολές μεγάλης διάρκειας μακριά από τις ελληνικές βάσεις.
Η υψηλή ταχύτητα, η αξιοπιστία των συστημάτων τους και οι σημαντικές δυνατότητες αντιαεροπορικού, ανθυποβρυχιακού πολέμου και πολέμου επιφανείας, με αιχμή του δόρατος το πανίσχυρο πυροβόλο OTO Melara 127/54 Compact των 127 χιλιοστών, τις καθιστούν πολύτιμο εργαλείο για το Αρχηγείο Στόλου, το οποίο καλείται να διαχειριστεί ένα διαρκώς πιο απαιτητικό επιχειρησιακό περιβάλλον.
Χαρακτηριστικό είναι ότι τα τελευταία χρόνια οι συγκεκριμένες φρεγάτες έχουν βρεθεί στην πρώτη γραμμή σχεδόν όλων των μεγάλων αποστολών του Πολεμικού Ναυτικού είτε πρόκειται για την παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο είτε για επιχειρήσεις στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ είτε για την προστασία κρίσιμων θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας.

Η συνεχής επιχειρησιακή αξιοποίησή τους έχει αυξήσει σημαντικά τις απαιτήσεις συντήρησης, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο σημαντική την ολοκλήρωση της βαριάς συντήρησης της «ΣΑΛΑΜΙΣ». Με την επιστροφή της, το Πολεμικό Ναυτικό θα διαθέτει και πάλι τρεις πλήρως επιχειρησιακές φρεγάτες ΜΕΚΟ και θα περιμένει την επαναφορά και της φρεγάτας «ΣΠΕΤΣΑΙ» γεγονός που προσφέρει πολύ μεγαλύτερη ευελιξία στον σχεδιασμό των αποστολών.
Οι αποστολές στην Ερυθρά Θάλασσα απέδειξαν την αξία τους
Η μεγαλύτερη ίσως δοκιμασία για τις ελληνικές φρεγάτες ήρθε μακριά από το Αιγαίο. Από τον Φεβρουάριο του 2024, όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση ενεργοποίησε την επιχείρηση «ΑΣΠΙΔΕΣ» για την προστασία της εμπορικής ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα απέναντι στις επιθέσεις των ανταρτών Χούθι, το Πολεμικό Ναυτικό συμμετέχει αδιάλειπτα στην επιχείρηση, αποτελώντας μία από τις ελάχιστες ευρωπαϊκές ναυτικές δυνάμεις με συνεχή παρουσία.
Η αρχή έγινε με τη φρεγάτα «ΥΔΡΑ», η οποία ανέλαβε μία εξαιρετικά απαιτητική αποστολή συνοδείας εμπορικών πλοίων σε μια περιοχή όπου οι επιθέσεις με πυραύλους cruise, βαλλιστικούς πυραύλους, UAV και μη επανδρωμένα σκάφη αποτελούσαν καθημερινή απειλή. Στη συνέχεια, τη σκυτάλη πήραν διαδοχικά οι φρεγάτες «ΣΠΕΤΣΑΙ» και «ΨΑΡΑ», διατηρώντας την ελληνική σημαία στην περιοχή επί πολλούς συνεχόμενους μήνες.
Οι αποστολές αυτές μόνο τυπικές δεν μπορούν να χαρακτηριστούν. Τα ελληνικά πολεμικά πλοία επιχειρούν σε πραγματικές συνθήκες μάχης, με τα πληρώματα να βρίσκονται σε διαρκή επιχειρησιακή ετοιμότητα, έτοιμα να αντιμετωπίσουν κάθε μορφή ασύμμετρης ή συμβατικής απειλής. Η προστασία εμπορικών πλοίων, η επιτήρηση κρίσιμων θαλάσσιων διαδρόμων και η συνεργασία με ναυτικές δυνάμεις από δεκάδες χώρες απαιτούν υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης, αντοχής και διαθεσιμότητας.
Οι πολύμηνες αναπτύξεις στην Ερυθρά Θάλασσα επιβαρύνουν σημαντικά τόσο τα πλοία όσο και τα πληρώματα. Γι’ αυτό και η επιστροφή της «ΣΑΛΑΜΙΣ» αποκτά ιδιαίτερη επιχειρησιακή αξία, καθώς αυξάνει τις διαθέσιμες μονάδες που μπορούν να καλύψουν αντίστοιχες αποστολές ή να αντικαταστήσουν άλλες φρεγάτες όταν αυτές εισέρχονται σε περίοδο συντήρησης.

Η ενίσχυση της διαθεσιμότητας των ΜΕΚΟ αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία ενόψει του μεγάλου προγράμματος εκσυγχρονισμού, καθώς κάθε πλοίο που θα εισέρχεται στις εγκαταστάσεις για εργασίες θα πρέπει να αντικαθίσταται επιχειρησιακά από τις υπόλοιπες μονάδες του Στόλου.
Από τη συντήρηση στον εκσυγχρονισμό – Ξεκίνησε ήδη η προετοιμασία
Η επιστροφή της «ΣΑΛΑΜΙΣ» ουσιαστικά σηματοδοτεί και το τέλος μιας περιόδου κατά την οποία το Πολεμικό Ναυτικό επικεντρώθηκε στη διατήρηση των φρεγατών ΜΕΚΟ σε υψηλά επίπεδα διαθεσιμότητας μέχρι να ωριμάσει το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού τους. Πλέον, το πρόγραμμα έχει περάσει στο στάδιο της υλοποίησης.
Όπως έχει ήδη αναφέρει το OnAlert.gr, έχουν ολοκληρωθεί και υπογραφεί όλες οι βασικές συμβάσεις που απαιτούνταν για την έναρξη του προγράμματος, τόσο με τις εταιρείες Thales Nederlands και S-SMART όσο και με τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά. Παράλληλα, σύμφωνα με πληροφορίες του OnAlert, έχει ήδη ξεκινήσει η διαδικασία παραγγελίας υλικών και υποσυστημάτων, δεδομένου ότι πολλά από τα νέα συστήματα απαιτούν μεγάλο χρόνο κατασκευής και πιστοποίησης πριν εγκατασταθούν στα πλοία.
Η περίοδος που μεσολαβεί μέχρι την έναρξη των εργασιών αξιοποιείται για την προετοιμασία της βιομηχανικής γραμμής, τον σχεδιασμό των παρεμβάσεων και την παραγωγή του απαραίτητου εξοπλισμού, ώστε όταν το πρώτο πλοίο εισέλθει στο ναυπηγείο να μην υπάρξουν καθυστερήσεις.
Η έναρξη των πρώτων εργασιών τοποθετείται χρονικά, με τα σημερινά δεδομένα, προς τα τέλη του 2027. Στόχος του Πολεμικού Ναυτικού είναι η υλοποίηση του προγράμματος να εξελιχθεί με τρόπο που δεν θα επηρεάσει την επιχειρησιακή διαθεσιμότητα του Στόλου, καθώς οι ανάγκες παραμένουν ιδιαίτερα αυξημένες τόσο στο Αιγαίο όσο και στις διεθνείς αποστολές.




