Η Πολεμική Αεροπορία προετοιμάζει το επόμενο βήμα στην εξέλιξη της αεροπορικής της ισχύος, βάζοντας στον σχεδιασμό της τα μη επανδρωμένα μαχητικά αεροσκάφη, γνωστά ως «loyal wingman» drones ή Collaborative Combat Aircraft (CCA) που διαθέτουν σημαντικό βαθμό αυτονομίας, με τα stealth μαχητικά αεροσκάφη τύπου F-35 να μπαίνουν στο προσκήνιο.
Η αναφορά του Νίκου Δένδια στη δυνατότητα ενός F-35 να συντονίζει έως έξι συνεργατικά drones τύπου CCA αποτυπώνει τη φιλοσοφία αυτής της αλλαγής στην Πολεμική Αεροπορία, διότι ένα συμβατικό μαχητικό αεροσκάφος θα μπορεί να αποτελεί το κέντρο ενός ευρύτερου σχηματισμού, με περισσότερους αισθητήρες, διαφορετικά φορτία αποστολής και δυνατότητα κατανομής έργου σε μη επανδρωμένα μέσα.
Σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία που δημοσιοποιούνται για τη Δομή Δυνάμεων, η HAF βρίσκεται σε διερευνητικές συζητήσεις με κατασκευαστές τέτοιων συστημάτων. Στις πλατφόρμες που εξετάζονται περιλαμβάνονται το MQ-28 Ghost Bat της Boeing και το υπό ανάπτυξη X-BAT της αμερικανικής Shield AI.
Το ενδιαφέρον αποκτά έτσι πιο συγκεκριμένο περιεχόμενο, χωρίς να σημαίνει ότι έχει ολοκληρωθεί η επιλογή ή έχει συμφωνηθεί προμήθεια.
Η αποκάλυψη του OnAlert έναν χρόνο πριν
Το OnAlert είχε αναδείξει αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση στις 9 Σεπτεμβρίου 2025, με το άρθρο «Loyal Wingman: Το επόμενο βήμα για την Πολεμική Αεροπορία μετά τα F-35». Από τότε είχε επισημανθεί ότι η ανανέωση του στόλου μαχητικών θα άνοιγε το δρόμο για τη συνεργασία επανδρωμένων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Το ρεπορτάζ κατέγραφε το ενδιαφέρον για το XQ-58A Valkyrie της Kratos και παρουσίαζε τη διεθνή κινητικότητα γύρω από τους μη επανδρωμένους συνεργάτες των μαχητικών. Η σημερινή εξέλιξη επιβεβαιώνει τη στρατηγική κατεύθυνση, με τη συζήτηση να διευρύνεται σε επιπλέον υποψηφιότητες και διαφορετικές τεχνολογικές προσεγγίσεις.

Το ουσιαστικό νέο στοιχείο είναι η πρόβλεψη οργανωμένης δομής για τα Collaborative Combat Aircraft, τα λεγόμενα CCA. Η Πολεμική Αεροπορία καλείται να εξετάσει πώς αυτά τα μέσα θα ενταχθούν στη δύναμή της, ποιο έργο θα αναλαμβάνουν και με ποια μαχητικά θα συνεργάζονται.
Τι αλλάζει μέσα στον σχηματισμό
Ο όρος Loyal Wingman περιγράφει τη λογική ενός μη επανδρωμένου συνεργάτη που υποστηρίζει το επανδρωμένο αεροσκάφος. Η ονομασία CCA δίνει έμφαση στη συνεργατική εκτέλεση πολεμικών αποστολών. Οι δύο όροι χρησιμοποιούνται συχνά για την ίδια ευρύτερη κατηγορία, παρότι τα επιμέρους προγράμματα διαφέρουν σε μέγεθος, κόστος, εξοπλισμό και αυτονομία.
Η βασική ιδέα είναι η κατανομή των αποστολών. Ανάλογα με τη διαμόρφωση και τις πιστοποιήσεις, ένα συνεργατικό αεροσκάφος μπορεί να μεταφέρει αισθητήρες, να υποστηρίζει την αναγνώριση, να συμβάλλει στον ηλεκτρονικό πόλεμο ή να φέρει οπλισμό. Ο σχηματισμός αποκτά περισσότερες επιλογές για να συγκεντρώσει πληροφορίες και να αντιμετωπίσει απειλές.
Η τελική αξία προκύπτει από τον συνδυασμό αυτών των δυνατοτήτων. Για την Πολεμική Αεροπορία, το ζητούμενο θα είναι πόσο αποτελεσματικά η πληροφορία ενός μη επανδρωμένου θα αξιοποιείται από τα υπόλοιπα αεροσκάφη και πόσο γρήγορα θα μετατρέπεται σε χρήσιμη επιχειρησιακή απόφαση.
Τι σημαίνει «έως 6 drones για κάθε F-35»
Η αναφορά του Νίκου Δένδια στον συντονισμό έως έξι μη επανδρωμένων αεροσκαφών από ένα F-35 αποτυπώνει μια φιλόδοξη προοπτική. Χρειάζεται, ωστόσο, να διαχωριστεί από την εικόνα ενός πιλότου που χειρίζεται ταυτόχρονα έξι διαφορετικά αεροσκάφη, παρακολουθώντας συνεχώς την πτήση και κάθε ενέργειά τους.
Η συνεργατική αυτονομία προϋποθέτει ότι ο άνθρωπος αναθέτει έργο και καθορίζει προτεραιότητες, ενώ το μη επανδρωμένο εκτελεί σημαντικό μέρος της αποστολής με το δικό του λογισμικό. Διαφορετικά, ο φόρτος μέσα στο πιλοτήριο θα μπορούσε να ακυρώσει το επιχειρησιακό όφελος.

Ο αριθμός έξι δεν αποτελεί πάντως από μόνος του απόδειξη ότι οποιοδήποτε F-35 διαθέτει σήμερα πιστοποιημένη δυνατότητα ελέγχου οποιουδήποτε CCA. Θα απαιτηθούν κατάλληλες εκδόσεις λογισμικού, ασφαλείς επικοινωνίες, δοκιμές διαλειτουργικότητας και εγκρίσεις για τον συγκεκριμένο συνδυασμό αεροσκαφών.
Το MQ-28 Ghost Bat της Boeing
Το MQ-28 Ghost Bat αναπτύσσεται στην Αυστραλία από την Boeing, σε συνεργασία με τη Βασιλική Αυστραλιανή Αεροπορία. Αποτελεί μια από τις χαρακτηριστικές εφαρμογές της συνεργασίας επανδρωμένων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών, με έμφαση στην επέκταση των δυνατοτήτων του συνολικού σχηματισμού.
Σύμφωνα με την Boeing, διαθέτει αρθρωτή σχεδίαση και εναλλάξιμο τμήμα ρύγχους για διαφορετικά φορτία αποστολής. Η εταιρεία αναφέρει εμβέλεια άνω των 2.000 ναυτικών μιλίων και ταχύτητα έως Mach 0,9. Η εμβέλεια αυτή δεν πρέπει να συγχέεται με ακτίνα μάχης, η οποία εξαρτάται από το προφίλ πτήσης και το φορτίο.

Για την ελληνική αξιολόγηση, ιδιαίτερο βάρος θα είχαν η ωριμότητα των δοκιμών, τα διαθέσιμα συστήματα αποστολής και η δυνατότητα προσαρμογής στις απαιτήσεις της Πολεμικής Αεροπορίας. Η συνεργασία του με ελληνικά F-35 θα χρειαζόταν να τεκμηριωθεί για τη διαμόρφωση που ενδεχομένως θα προταθεί στην Ελλάδα.
Το X-BAT και η ανεξαρτησία από διαδρόμους
Διαφορετική προσέγγιση ακολουθεί η Shield AI με το X-BAT, το οποίο σχεδιάζεται για κάθετη απογείωση και προσγείωση. Η φιλοσοφία του περιορίζει την εξάρτηση από συμβατικούς διαδρόμους, ανοίγοντας προοπτικές διασποράς των αεροσκαφών και λειτουργίας από περισσότερες θέσεις.
Η εταιρεία συνδέει το πρόγραμμα με το λογισμικό αυτονομίας Hivemind και προβλέπει δυνατότητες συνεργασίας μεταξύ μη επανδρωμένων. Στον δημοσιοποιημένο σχεδιασμό της τοποθετεί την ανάπτυξη δυνατοτήτων αποστολής το 2028 και την έναρξη παραγωγής το 2029.
Πρόκειται για στόχους ανάπτυξης, των οποίων η επίτευξη εξαρτάται από την πορεία των δοκιμών. Αντίστοιχα, η τεχνολογική εμπειρία της εταιρείας στην αυτονομία δεν ισοδυναμεί με ολοκληρωμένη επιχειρησιακή πιστοποίηση του νέου αεροσκάφους.
Για την Ελλάδα, η δυνατότητα επιχειρήσεων με μικρότερη εξάρτηση από μεγάλες αεροπορικές εγκαταστάσεις παρουσιάζει ενδιαφέρον. Θα πρέπει όμως να συνεκτιμηθούν οι πραγματικές ανάγκες υποστήριξης, ασφάλειας και ανεφοδιασμού.

Η επιχειρησιακή διάσταση στο Αιγαίο
Στο ελληνικό περιβάλλον, η πιθανή αξία των CCA συνδέεται με την ανάγκη επιτήρησης μεγάλου θαλάσσιου χώρου και διαχείρισης πολλαπλών απειλών. Περισσότεροι αισθητήρες, κατανεμημένοι σε διαφορετικές πλατφόρμες, θα μπορούσαν να ενισχύσουν την εικόνα που διαθέτουν τα πληρώματα.
Σε μια μελλοντική διαμόρφωση, συνεργατικά αεροσκάφη θα μπορούσαν να αναλάβουν μέρος της αναγνώρισης ή να μεταφέρουν πρόσθετο οπλισμό, εφόσον έχουν πιστοποιηθεί για αυτούς τους ρόλους. Θα δημιουργούσαν έτσι περισσότερες επιλογές ως προς τη συγκρότηση και την αξιοποίηση ενός σχηματισμού.
Η μείωση της έκθεσης των χειριστών σε κίνδυνο αποτελεί κεντρικό ζητούμενο. Δεν σημαίνει ότι εξαφανίζεται ο κίνδυνος για τα επανδρωμένα αεροσκάφη ή ότι όλα τα συνεργατικά drones προορίζονται να χαθούν σε μια αποστολή.
Η απόφαση για την αποστολή κάθε μέσου θα συνδέεται με τις δυνατότητές του, την αξία του και το επιχειρησιακό αποτέλεσμα. Ένα σύνθετο CCA, με ακριβούς αισθητήρες και εξοπλισμό, αποτελεί σημαντικό περιουσιακό στοιχείο που απαιτεί προστασία, συντήρηση και επαρκές απόθεμα ανταλλακτικών.
F-35, Rafale και Viper στο ίδιο δίκτυο
Η προοπτική των Loyal Wingman αφορά ευρύτερα τη μελλοντική λειτουργία της Πολεμικής Αεροπορίας. Η συνεργασία τους με F-35 θα αποκτούσε μεγαλύτερη αξία εφόσον τα δεδομένα που παράγονται μπορούσαν να ενισχύσουν και την εικόνα των υπόλοιπων φίλιων δυνάμεων.
Για Rafale και F-16 Viper πρέπει να εξεταστεί χωριστά η δυνατότητα ανταλλαγής πληροφοριών και η δυνατότητα άμεσης ανάθεσης αποστολών σε CCA. Πρόκειται για διαφορετικές απαιτήσεις, με διαφορετικές τεχνικές και συμβατικές προϋποθέσεις.
Η ύπαρξη μιας ζεύξης δεδομένων δεν εξασφαλίζει αυτομάτως πλήρη συνεργασία με κάθε μη επανδρωμένο. Η ελληνική πλευρά θα χρειαστεί να γνωρίζει τι ακριβώς προσφέρει κάθε πρόταση, ποιο πρόσθετο έργο ολοκλήρωσης απαιτείται και πόσο θα κοστίζει η διατήρηση αυτής της δυνατότητας σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο πεδίο της αυτονομίας
Η αξιολόγηση θα πρέπει να δώσει ιδιαίτερο βάρος στη συμπεριφορά των αεροσκαφών όταν οι επικοινωνίες υποβαθμίζονται ή διακόπτονται. Οι διαδικασίες συνέχισης ή ματαίωσης αποστολής, επιστροφής και ασφαλούς πτήσης αποτελούν ουσιαστικό μέρος της επιχειρησιακής αξιοπιστίας.
Παράλληλα, πρέπει να καθοριστούν τα όρια της αυτονομίας, οι αρμοδιότητες του ανθρώπου και οι διαδικασίες έγκρισης χρήσης όπλων. Η αυτονομία στην πτήση δεν ταυτίζεται με ανεξέλεγκτη επιλογή και προσβολή στόχων.
Ότι η προσπάθεια αφορά ολόκληρο σύστημα μάχης φαίνεται και από το αμερικανικό πρόγραμμα CCA. Η αμερικανική Αεροπορία εξελίσσει ανοικτή αρχιτεκτονική λογισμικού αυτονομίας, παράλληλα με την ανάπτυξη των μη επανδρωμένων μαχητικών αεροσκαφών τύπου YFQ-42 και YFQ-44. Το λογισμικό, οι διασυνδέσεις και οι διαδικασίες έχουν αντίστοιχη σημασία με την ίδια την πλατφόρμα.
Η εκπαίδευση θα αποτελέσει ξεχωριστό κεφάλαιο. Ιπτάμενοι, ελεγκτές και τεχνικοί θα χρειαστούν κοινή αντίληψη για το τι μπορεί να κάνει το συνεργατικό αεροσκάφος και πότε απαιτείται ανθρώπινη παρέμβαση.

Προσομοιωτές και σταδιακές δοκιμές θα επιτρέψουν να αξιολογηθεί ο φόρτος εργασίας και να διαμορφωθούν διαδικασίες πριν από την πλήρη επιχειρησιακή ένταξη. Για την HAF, η δημιουργία μιας τέτοιας δομής σημαίνει επομένως επένδυση σε προσωπικό και γνώση, παράλληλα με την απόκτηση των ίδιων των μέσων.
Η ελληνική συμμετοχή και το επόμενο βήμα
Για την ελληνική αμυντική βιομηχανία, το πεδίο πιθανής συμμετοχής περιλαμβάνει υποστήριξη, εξοπλισμό εδάφους, επικοινωνίες, επιμέρους ηλεκτρονικά και εφαρμογές λογισμικού. Το εύρος μιας συνεργασίας θα εξαρτηθεί από τις συμφωνίες, τις άδειες και την πρόσβαση που θα προσφέρει ο κατασκευαστής.
Η ουσιαστική συμμετοχή απαιτεί συγκεκριμένο αντικείμενο και δυνατότητα μακροχρόνιας υποστήριξης. Στον υπολογισμό του κόστους πρέπει επίσης να περιληφθούν εκπαίδευση, υποδομές, αναβαθμίσεις και διαθεσιμότητες.
Η νέα δομή CCA φέρνει στο προσκήνιο μια αλλαγή που το OnAlert είχε περιγράψει έναν χρόνο νωρίτερα. Η επόμενη φάση θα κριθεί στις απαιτήσεις που θα διαμορφώσει η Πολεμική Αεροπορία και στις δυνατότητες που θα αποδείξουν οι υποψήφιοι κατασκευαστές. Εκεί θα φανεί πώς οι μη επανδρωμένοι «παραστάτες» μπορούν να ενισχύσουν στην πράξη τα ελληνικά μαχητικά.




