Ο Σύρος πρόεδρος Άχμεντ αλ Σάρα θα συναντηθεί με τον Ρώσο ομόλογό του Βλαντίμιρ Πούτιν αύριο Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026, στη δεύτερη συνάντηση μεταξύ των δύο ηγετών μετά την ανατροπή του Μπασάρ αλ-Άσαντ, συμμάχου του Κρεμλίνου, το 2024.
«Προγραμματίζονται συζητήσεις για την κατάσταση των διμερών σχέσεων και τις προοπτικές ανάπτυξής τους σε διάφορους τομείς, καθώς και για την τρέχουσα κατάσταση στη Μέση Ανατολή», ανέφερε το Κρεμλίνο σε ανακοίνωσή του σήμερα.
Η συνάντηση Πούτιν – αλ Σάρα θα πραγματοποιηθεί καθώς η Μόσχα επιδιώκει να διατηρήσει τις στρατιωτικές της βάσεις στη Συρία και καθώς ο Σάρα ελπίζει να εξασφαλίσει την έκδοση του Άσαντ, ο οποίος ζει εξόριστος στη Ρωσία μετά την εκδίωξή του από την εξουσία.
Η Ρωσία ήταν βασικός σύμμαχος του πρώην Σύρου προέδρου και επενέβη στρατιωτικά στη Συρία από το 2015 για να υποστηρίξει τις κυβερνητικές δυνάμεις εναντίον των ανταρτών και των τζιχαντιστών, συμπεριλαμβανομένου του νυν Σύρου προέδρου.
Η ανατροπή του Μπασάρ αλ-Άσαντ αποτέλεσε πλήγμα στη ρωσική επιρροή στη Μέση Ανατολή, παρόλο που η νέα συριακή κυβέρνηση έχει διατηρήσει μέχρι στιγμής φιλικές σχέσεις με τη Μόσχα.

Η Ρωσία, η οποία διαθέτει αρκετές στρατιωτικές βάσεις στη Συρία, απέσυρε τις δυνάμεις και τα όπλα της από το αεροδρόμιο του Καμισλί, στην αυτόνομη κουρδική περιοχή της βορειοανατολικής Συρίας, όπου διατηρούσε μια μικρή εγκατάσταση, τόνισε δημοσιογράφος του Γαλλικού Πρακτορείου.
Η Μόσχα είχε αναπτύξει τις δυνάμεις της εκεί στα τέλη του 2019, βάσει συμφωνίας με την Τουρκία.
Ευρωπαίοι και Αμερικανοί ζητούν να αποτραπεί «κενό ασφαλείας» που θα ευνοούσε τον ISIS
Η Γαλλία, η Βρετανία, η Γερμανία και οι ΗΠΑ κάλεσαν σήμερα τις συριακές κυβερνητικές δυνάμεις και τους Κούρδους μαχητές, οι οποίοι παρέτειναν την εκεχειρία τους στον βορρά της χώρας, να «αποφύγουν οποιοδήποτε κενό ασφαλείας», το οποίο θα ευνοούσε τους τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους.
«Επαναλαμβάνουμε την ανάγκη να διατηρηθούν και να επικεντρωθούν οι συλλογικές προσπάθειες στην καταπολέμηση του Νταές (ακρωνύμιο στα αραβικά του Ισλαμικού Κράτους σ.σ.). Καλούμε όλες τις πλευρές να αποτρέψουν οποιοδήποτε κενό ασφαλείας μέσα στα κέντρα κράτησης του Νταές και στα περίχωρά τους», τόνισαν σε κοινή δήλωση οι υπουργοί Εξωτερικών της Γαλλίας και της Βρετανίας, Ζαν-Νοέλ Μπαρό και Ιβέτ Κούπερ, η Γερμανίδα υφυπουργός Εξωτερικών Σεράπ Γκιουλέρ και ο Αμερικανός απεσταλμένος για τη Συρία Τομ Μπάρακ.
«Για να απαντήσουμε στις ανησυχίες αυτές, συμφωνήσαμε να συγκαλέσουμε γρήγορα συνεδρίαση του Διεθνούς Συνασπισμού κατά του Νταές», προσθέτουν.
Οι τέσσερις διπλωμάτες, οι οποίοι συνεδρίασαν σήμερα, καλούν επίσης τις εμπόλεμες πλευρές «να συμφωνήσουν γρήγορα σε μια μόνιμη εκεχειρία και να επαναλάβουν μόλις καταστεί δυνατό τις διαπραγματεύσεις για την ειρηνική και διαρκή ενσωμάτωση του βορειοανατολικού τμήματος της Συρίας στους κόλπους ενός ενιαίου και κυρίαρχου συριακού κράτους που σέβεται και προστατεύει αποτελεσματικά τα δικαιώματα όλων των πολιτών του».
Η επίθεση που ξεκίνησαν με επιτυχία οι κυβερνητικές δυνάμεις της Δαμασκού και οι σύμμαχοί τους κατά των εδαφών που ελέγχονταν έως τώρα από τον συνασπισμό των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (ΣΔΔ), στον οποίο κυριαρχούν οι Κούρδοι, προκάλεσε μεγάλες ανησυχίες σε σχέση με τους καταυλισμούς και τις φυλακές στη βορειανατολική Συρία, όπου οι ΣΔΔ φρουρούσαν χιλιάδες πρώην τζιχαντιστές του ΙΚ και τις οικογένειές τους από το 2019.
Για να αποτραπούν αποδράσεις και οι τζιχαντιστές να μην πληθύνουν τις τάξεις του ΙΚ που παραμένει ενεργό στη Συρία, οι ΗΠΑ άρχισαν να μεταφέρουν φυλακισμένους, μεταξύ των οποίων Ευρωπαίοι, προς το γειτονικό Ιράκ.
Ο αμερικανικός στρατός δήλωσε ότι θέλει να μεταφέρει έως 7.000 υπόπτους του ΙΚ.
Το ΙΚ ανέκτησε δυνάμεις μετά την ανατροπή του καθεστώτος του Μπασάρ αλ Άσαντ τον Δεκέμβριο του 2024 και την εγκατάσταση στη Δαμασκό της κυβέρνησης του προέδρου Άχμαντ αλ Σάρα, ενός πρώην τζιχαντιστή.
Οι ΗΠΑ, η Γαλλία και η Βρετανία διεξήγαγαν πλήγματα κατά του ΙΚ στη Συρία τις τελευταίες εβδομάδες, για να αποτραπεί, σύμφωνα με το Παρίσι, μια αναζωπύρωση της οργάνωσης που είχε καταφέρει να ελέγχει ένα τεράστιο έδαφος που εκτεινόταν στη Συρία και στο Ιράκ κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2010 προτού ηττηθεί από τον διεθνή συνασπισμό το 2019.
Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ




