«Έχουμε πόλεμο δεν θέλουμε τζιτζιφιόγκους» – Αξιωματικός απαντά σε σήμα Αβέρωφ το 1974

Το προτελευταίο κομμάτι της συγκλονιστικής αφήγησης του ναυτικού διοικητή στην Κύπρο κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής το 1974. Η εγκατάλειψη από την Αθήνα περιγράφεται σ΄ αυτό το κείμενο με μελανά χρώματα.

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα μέρη της αφήγησης Παπαγιάννη

Κυλούσαν έτσι οι ημέρες, με τους Τούρκους να επεκτείνουν σιγά-σιγά το προγεφύρωμα τους όχι όμως σε μεγάλο βαθμό, διότι εμείς μη έχοντας τίποτα άλλο, και επειδή δεν μας επιτρέπετο να εμπλακούμε σε μάχη, βάλαμε το τάγμα μηχανικού της Ε.Φ. και τοποθέτησε νάρκες γύρω από το προγεφύρωμα, που απεδείχθησαν αρκετά αποτελεσματικές, όταν επιχειρήθει νέα επέκτασις του προγεφυρώματος. Έστειλα ενισχύσεις στο ραντάρ του Κορμακίτη που ήταν δυτικά της Κυρήνειας (20 ναύτες ) για την άμυνα του χώρου, διότι οι Τούρκοι επεκτείνοντο προς εκείνη την κατεύθυνση, και έδωσα εντολή στον αρχικελευστή Πεταλά που ήταν στο ραντάρ να είναι σε συνεχή συναγερμό ώστε να αποκρούσουν τυχόν επίθεση των Τούρκων, από ξηράς, και σε περίπτωση που η αντίστασίς των δεν θα είναι επιτυχής, να ανατινάξουν με εκρηκτικά τις εγκαταστάσεις και το ραντάρ και να κινηθούν προς την Λευκωσία. Χαρακτηριστικά του ετόνισα ότι σε καμμία περίπτωση, δεν θα εγκαταλήψουν το ραντάρ αμαχιτί, δεν θα παραδωθούν, και δεν θα πιαστούν αιχμάλωτοι.

Στις 27 Ιουλίου επιθεώρησα τους ναυτικούς σταθμούς Πάφου, Λεμεσού και Λάρνακος, περισσότερο για να ανυψώσω το ηθικό του προσωπικού των, και ευτυχώς είδα σε όλους μία μεγάλη αποφασιστικότητα για αγώνα, και ένα υψηλό ηθικό. Με την ευκαιρία πήγα και στο σπίτι του Ασημένιου στην Λεμεσό, όπου έκατσα με την Λίλυ και τον Παναγιώτη 4-5 ώρες και έφαγα και το πρώτο σπιτικό φαί μετά δύο εβδομάδες, κάνοντας και ένα καλό ζεστό μπάνιο. Γυρίζοντας στο γραφείο μου αργά το απόγευμα με περίμενε ο Κανδαλέπας που είχε έλθει από την ΝΒΧ, και ζήτησε να με δεί(…..)μου ανέφερε, ότι είχε μετανιώσει (…..) ότι θα ήθελε να ξαναυπηρετήσει μαζί μου διότι με εκτιμούσε αφάνταστα, παρακαλώντας με να φροντίσω να τοποθετηθεί στο αντιτορπιλλικό ΣΦΕΝΔΟΝΗ στο οποίο θα πήγαινα κυβερνήτης, και τέλος μου ανέφερε ότι φοβάται να επιστρέψει στην ΝΒΧ (…..) του είπα να επιστρέψει στην ΝΒΧ και να μη φοβάται τίποτα. Έφυγε να επιστρέψει, και μετά μία ώρα πήρα το αυτοκίνητό μου και πήγα στην ΝΒΧ όπου έφθασα στις 9 περίπου το βράδυ. Είπα στον αξιωματικό φυλακής ( διότι ο διοικητής και οι άλλοι αξιωματικοί ήταν στα σπίτια τους) να ειδοποιήσει όλους τους υπαξιωματικούς να συγκεντρωθούν στο καρρέ τους. Σε λίγο με ειδοποίησε ότι είχαν συγκεντρωθεί. Μπήκα στο καρρέ τους και όλοι σηκώθηκαν όρθιοι σε στάση προσοχής, ενώ στα μάτια τους έβλεπα καθαρά την εκτίμηση και τον θαυμασμό που είχαν προς το πρόσωπό μου. Τους είπα να καθήσουν, και να μου πούν τι τους απασχολεί, έχοντας πάντα κατά νουν την στρατιωτική ιεραρχία και την πειθαρχία. Μου απήντησαν εκ μέρους των ένας-δύο που είχαν κάποια οικειότητα μαζί μου καθώς είχαμε ξαναυπηρετήσει μαζί 3-4 φορές. Μου εδήλωσαν ότι δεν έχουν πλέον καμμία εμπιστοσύνη στον Παπαδάκη, στον Τσαταλό, και τον Κανδαλέπα, (…..), ότι τους είχαν εγκαταλήψει μόνους τους κατά τις επιχειρήσεις, και ότι δεν θέλουν να υπηρετούν κάτω από αυτούς, και ιδίως να δέχονται παρατηρήσεις ή επιπλήξεις. Τους απάντησα σε αυστηρό τόνο. Εάν ήταν άλλη εποχή θα σας είχα συλλάβει όλους και θα πηγαίνατε ναυτοδικείο. Επειδή όμως σε ορισμένα πράγματα έχετε δίκιο, σας λέω το εξής. Αυτούς τους αξιωματικούς έχω τώρα, και με αυτούς θα προχωρήσω όπως μπορώ. Φροντίστε να είσαστε τυπικοί μαζί τους, και σε καμμία περίπτωση απείθαρχοι διότι θα σας τιμωρήσω σκληρά. Σε καμία περίπτωση δεν θα ανεχτώ να απειλήσετε αξιωματικό, και σε αντίθετη περίπτωση θα λάβω εναντίον σας σκληρά μέτρα, έστω και εάν έχετε δίκιο, αλλά να γνωρίζεται ότι σας εμπιστεύομαι, σας θεωρώ την ραχοκοκαλιά της ΝΔΚ, και το γραφείο μου είναι πάντα ανοικτό, σε οτιδήποτε θελήσετε. Δεν επιθυμώ να ξαναεπανέλθω στα θέματα αυτά. Σηκώθηκα. Το ίδιο έκαναν και αυτοί. Παρατήρησα με ικανοποίηση, ότι το ηθικό τους παρέμενε υψηλό, και ότι με έβλεπαν με σεβασμό. Τους αποχαιρέτησα δια χειραψίας έναν έναν και τους έλεγα και ένα καλό λόγο. Έτσι με την μέθοδο του μαστιγίου και του καρότου, κράτησα πειθαρχικούς αυτούς τους υπέροχους άνδρες, που τόσο πίστευαν σε εμένα και σε αυτό που έκαναν.

Γύρισα στο γραφείο μου κατά τα μεσάνυκτα. Οι μάχες γύρω στην ‘πράσινη γραμμή’ στην Λευκωσία έδιναν και έπαιρναν. Ρώτησα τον Τζεφεράκο που ήταν ο Παπαργύρης. Άρχισε να μου τα ‘μασάει’ και τελικά μου είπε ότι ήταν στην ‘πράσινη γραμμή’ για να ‘καθαρίσει’ κανένα Τούρκο όπως του είχε πεί. Γύρισε κατά τις 2 τα ξημερώματα. Του έβαλα τις φωνές και του απαγόρευσα να ξαναπάει στην ‘πράσινη γραμμή’. Αρκετά θύματα είχα δεν χρειαζόντουσταν και άλλα και μάλιστα χωρίς σπουδαίο λόγο. Κοιμήθηκα πάλι λίγες ώρες, και το πρωί πήγα με ένα ΙΧ φορτηγό, που ενοικίασα, στο σπίτι μου, στον Άγιο Δομέτιο, όπου φόρτωσα τα πακεταρισμένα από τις αρχές Ιουλίου πράγματά μας και τα έστειλα στον Ναυτικό σταθμό Λεμεσού, επιστρέφοντας τα κλειδιά του σπιτιού στον ιδιοκτήτη του, και αφήνοντας πλέον το σπίτι. Πήρα σε μία βαλίτσα τις στολές μου και δύο πολιτικά κοστούμια και τα πήγα στο γραφείο μου.

Από την Αθήνα μας είχαν τελείως εγκαταλήψει. Εκτός από το ότι μας είχαν δέσει τα χέρια με το να μη αντιδρούμε σε Τουρκικές προκλήσεις, ουδεμία σκέψις ή πρόθεσις υπήρχε για ενίσχυσή μας, παρά το ότι καθημερινά τους στέλναμε αναφορές για την ενίσχυση των Τούρκων κυρίως με άρματα από την Τουρκία. Η κυβέρνησις και ειδικώς ο Υπουργός Εθν. Αμύνης φαίνεται ότι περισσότερο ενδιαφέροντο να σταθεροποιηθούν ως κυβέρνησις, και λιγώτερο για εμάς στην Κύπρο, που μάλλον θα τους βόλευε να εξουδετερωθούμε φυσικά ή με αιχμαλωσία, και έτσι θα είχαν έναν λιγώτερο μπελά στο κεφάλι τους.

Ο Γεωργίτσης έκανε συνεχώς εκκλήσεις στο ΓΕΕΘΑ για βοήθεια, χωρίς ανταπόκριση, όπως επίσης για την αποστολή ενός επιβατικού πλοίου έστω και με τα σήματα του Ερυθρού Σταυρού, για να παραλάβει τις οικογένειες, και  τους τραυματίες Ελλαδίτες, ώστε να νοσηλευτούν καλλίτερα στα στρατιωτικά νοσοκομεία των Αθηνών. Το ΓΕΕΘΑ τελικά στις 30 Ιουλίου αποφάσισε να στείλει το φέρρυ-μπώτ ΣΑΠΦΩ, για αυτή την δουλειά, που θα κατέπλεε στην Λεμεσό την 1η Αυγούστου. Το ΓΕΕΦ μου ανέθεσε να σχεδιάσω και να επιβλέψω την επιβίβαση των τραυματιών και των οικογενειών, ώστε το αργότερο το μεσημέρι της 1ης Αυγούστου το πλοίο να αποπλεύσει, για τον Πειραιά. Εκανα τον σχεδιασμό και ειδοποίησα πρώτα όλους τους τραυματίες να είναι έτοιμοι να επιβιβασθούν πρώτοι στο πλοίο, και μετά τον επικεφαλής του ξενοδοχείου στην Λεμεσό να μου στέλνει ανά ομάδες τις Ελλαδικές οικογένειες στο λιμάνι για να επιβιβαστούν, και τέλος με σήμα μου προς όλο το Ελλαδικό προσωπικό, τους εγνώριζα ότι μπορούσαν να φορτώσουν στο πλοίο τα αυτοκίνητά των και τις οικοσκευές των στο γκαράζ του πλοίου. Ήλθα σε επαφή με τον λιμενάρχη Πειραιώς τον φίλο μου πλοίαρχο Λ.Σ. Στεφανάκη, από τον οποίο ζήτησα κάθε δυνατή διευκόλυνση για τους επιβαίνοντας, όταν το πλοίο θα έφθανε στο Πειραιά, πράγμα που μου το υποσχέθηκε και το έκανε.

Το απόγευμα της 31ης Ιουλίου ένας υπολοχαγός των διαβιβάσεων του ΓΕΕΦ μου παρέδωσε ένα σήμα που είχαν λάβει από το ΓΕΕΘΑ, και το είχε εκδόσει ο Αβέρωφ που έλεγε ότι, στο πλοίο να επιβιβαστούν κατά σειρά α) το προσωπικό της πρεσβείας, β) οι Έλληνες τουρίστες που ευρίσκοντο στην Κύπρο, γ) οι τραυματίες, και δ) εάν υπάρξει χώρος να επιβιβασθούν και οικογένειες των στρατιωτικών!!! Μόλις το είδα έγινα έξαλλος, εφώναξα κάτι πολύ βαριές κουβέντες για τον ..υπουργό, και είπα στο υπολοχαγό ” Απάντησέ  του  μ….α, ότι εγώ είμαι εδώ υπεύθυνος, και πρώτα από όλους, θα επιβιβάσω τους τραυματίες και τις οικογένειες, και να με αφήσει ήσυχο να κάνω την δουλειά μου. Εδώ έχουμε πόλεμο, δεν χρειαζόμεθα τζιτζιφιόγκους να μας κάνουν κουμάντο”. Οι αξιωματικοί του ΓΕΕΦ που άκουσαν τις φωνές μου βγήκαν από τα γραφεία τους, και όταν έμαθαν γιατί φώναζα, πήραν όλοι το μέρος μου και μου έδιναν συγχαρητήρια για την αντίδρασή μου.

Την άλλη ημέρα από τις 6 το πρωί ήμουν στο λιμάνι της Λεμεσού, όπου το είχαν αποκλείσει οι Ναύτες του εκεί Σταθμού, και δεν άφηναν κανένα να εισέλθει, πλήν των τελωνειακών, και του υγειονομικού. Σε ένα δωμάτιο του Σταθμού, εγκατέστησα τους άνδρες ελέγχου διαβατηρίων της Κυπριακής αστυνομίας, και τέσσερεις ναύτες τους προσκόμιζαν τα διαβατήρια που έπαιρναν από τις γυναίκες και τα παιδιά των οικογενειών για να τα σφραγίσουν για την έξοδό τους από το νησί. Το πλοίο έφθασε στις 8 το πρωί, και η επιβίβασις των τραυματιών άρχισε στις 08.30, και κράτησε 15′, εν συνεχεία επιβιβάστηκαν οι οικογένειες που στη είσοδο του καταπέλτου ο αρχικαμαρώτος του πλοίου τους έδινε τον αριθμό καμπίνας που θα είχαν, και μέχρι τις 11.00 είχαν επιβιβαστεί, και οι οικογένειες. Κατά τις 12.00 έφθασε και ένα λεωφορείο με 15 πρόσωπα από την Ελληνική πρεσβεία, και κάπου 10-15 Έλληνες τουρίστες, που επιβιβάστηκαν και αυτοί. Σύνολον περί τα 1.200 άτομα. Φορτώθηκαν εν συνεχεία τα αυτοκίνητα, και οικοσκευές, ( μεταξύ των οποίων και τα δικά μου) και το πλοίο αναχώρησε στις 13.00 για την Ελλάδα. Η Λίλυ με τον Παναγιώτη, και την γυναίκα του Παπαργύρη, επιβιβάστηκαν μαζί με τις άλλες οικογένειες, και μάλιστα ο αρχικαμαρώτος του πλοίου, ήθελε να τους δώσει μία σουίτα για να μείνουν, αλλά τον απέτρεψα, και τους έδωσε μία τρίκλινη καμπίνα, αφού του είπα να δώσει την σουίτα σε τρείς συζύγους φονευθέντων αξιωματικών, που δυστυχώς έφευγαν μόνες τους πίσω. Έμεινα στο λιμάνι μέχρι το πλοίο να βγεί από αυτό αποχαιρετώντας την Λίλυ και τον Παναγιώτη, με συγκίνηση, έχοντας κατά νουν ότι πιθανόν δεν θα τους ξαναέβλεπα. Και αυτό διότι σε μία εξωυπηρεσιακή συγκέντρωση που είχαμε την προηγουμένη οι αξιωματικοί του ΓΕΕΦ, είχαμε αποφασίσει, ότι τώρα που οι οικογένειές μας ήταν ασφαλείς, εφόσον οι ενισχυόμενοι συνεχώς Τούρκοι εκκινούντο για την κατάληψη όλης της Κύπρου, θα αμυνόμεθα μέχρις εσχάτων, και σε περίπτωση που δεν θα μπορούσαμε να ‘κρατήσουμε’ δεν θα παραδιδόμεθα με κανένα λόγο, αλλά θα προσπαθούσαμε να διαφύγουμε δια θαλάσσης προς Αίγυπτο, ή θα θέταμε τέρμα στην ζωή μας. Με αυτές τις σκέψεις στο μυαλό επέστρεψα το απόγευμα της 1ης Αυγούστου στο γραφείο μου, ήσυχος διότι τουλάχιστον η οικογένειά μου ήταν πλέον ασφαλής. Την επομένη με την βοήθεια ενός λοχαγού δικαστικού του ΓΕΕΦ, και με οδηγό τον κώδικα Διεθνούς Ναυτικού Δικαίου που είχα στο γραφείο μου, προετοιμάσαμε πρωτόκολλα επιτάξεως εμπορικών πλοίων, για  περίπτωση που θα χρειαζόταν μία τέτοια κίνησις. Όσο δε για τα πληρώματα που θα επάνδρωναν τα επιτασσόμενα πλοία δεν υπήρχε πρόβλημα. Είχαμε υπερπληθώρα προσωπικού στην ΝΔΚ.

Κατά το μεσημέρι και επειδή πολλοί αξιωματικοί ανησυχούσαν, και όχι αδίκως, για την ασφάλεια του πλού του ΣΑΠΦΩ, πήρα τηλέφωνο το λιμεναρχείο Ρόδου και του εζήτησα να έλθει σε επαφή με το πλοίο, και να μου πούνε που ευρίσκεται. Σε λίγο μου απάντησαν ότι το πλοίο έχει μπεί στα Ελληνικά χωρικά ύδατα πλησίον της Ρόδου. Το ανακοίνωσα στους αξιωματικούς του ΓΕΕΦ, και ησύχασαν. Το απόγευμα πήρα τηλέφωνο τον αδερφό μου Τάσο στην Αθήνα και του είπα ότι το επόμενο πρωί θα έφθανε στον Πειραιά το ΣΑΠΦΩ και να φρόντιζε να παραλάβει την Λίλυ με τον Παναγιώτη, καθώς και το αυτοκίνητό μου, με την οικοσκευή μου. Μου είπε ότι το ήξερε ήδη από τις εφημερίδες ότι θα κατάπλεε το ΣΑΠΦΩ και ότι είχε συνεννοηθεί με τον πεθερό μου και θα πήγαιναν μαζί. Την ώρα που του τηλεφωνούσα, οι Τούρκοι από την πράσινη γραμμή άρχισαν να βάλουν όλμους προς το ΓΕΕΦ (πρώτη φορά μετά την ανακωχή, αλλά όχι και τελευταία). Ο Τάσος άκουσε τους θορύβους και με ρώτησε τι είναι. Του απάντησα ότι μας ρίχνουν όλμους, και ότι εάν συνεχίσουνε θα αρχίσουμε τα ίδια και εμείς και από εκεί και πέρα όποιος επιβιώσει. Θορυβήθηκε, και μου λέει. “Κοίταξε να μη σκοτωθείς, διότι κανείς από το κράτος δεν θα κοιτάξει την οικογένειά σου, και μάλιστα με τις σημερινές συνθήκες”.

Το πρωί της επομένης το ΣΑΠΦΩ έφθασε στον Πειραιά όπου με πραγματική βοήθεια του Λιμενάρχου πλοιάρχου Στεφανάκη, της Στρατιωτικής Διοικήσεως Πειραιώς και του…ΓΕΑ ( Το Ναυτικό απουσίαζε παντελώς) που είχαν στείλει αυτοκίνητα και παραλάμβαναν τις οικογένειες και τις οικοσκευές των και τις μετέφεραν στα σπίτια τους, έγινε ασφαλής και γρήγορη αποβίβαση των ταλαιπωρημένων οικογενειών. Την μικρή μας οικοσκευή μετάφερε στο σπίτι του πεθερού μου στα Πατήσια ένα φορτηγό της Αεροπορίας με σμηνίτες. Το αυτοκίνητό μου το παρέλαβε ο Τάσος, ενώ ο πεθερός μου πήρε την Λίλυ και τον Παναγιώτη, και πήγαν στο σπίτι του. Ο Στεφανάκης είχε την καλοσύνη να με πάρει τηλέφωνο και να μου πεί ότι όλα πήγαν καλά. Το γνωστοποίησα με σήμα προς όλες τις μονάδες του ΓΕΕΦ προς μεγάλη ανακούφιση των αξιωματικών και υπαξιωματικών.

Στις 4 Αυγούστου με το πρώτο πλοίο της γραμμής Πειραιά – Λεμεσός ( τα δρομολόγια ξανάρχισαν, καθώς έληξε ο ναυτικός αποκλεισμός) ήλθε στην Κύπρο νέος Διοικητής της  Ε.Φ. ο αντιστράτηγος Καραγιάννης, και άρχισε να ενημερώνεται και να παραλαμβάνει από τον ταξίαρχο Γεωργίτση.

ΑΝΑΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΑΤΤΙΛΑ ΙΙ

Τον νέο αρχηγό ΓΕΕΦ αντιστράτηγο Καραγιάννη υπεδέχθημεν όλοι οι αξιωματικοί του ΓΕΕΦ στην είσοδο του επιτελείου, όπου του παρουσιαστήκαμε, και εν συνεχεία περάσαμε στο αμφιθέατρο του ΓΕΕΦ όπου μας ωμίλησε, για λίγο, και μας μετέφερε τα συγχαρητήρια του αρχηγού ΓΕΕΘΑ, για την πολεμική μας δράση,( είχε προηγηθεί επίσημο σήμα από το ΓΕΕΘΑ, με παρόμοιο περιεχόμενο) και εν συνεχεία μας είπε ότι τα πράγματα στην Ελλάδα έχουν πλέον αλλάξει, και ότι τώρα έχουμε μία κυβέρνηση από πολιτικούς, που…θα αλλάξουν την διεθνή εικόνα της χώρας, και ότι θα πρέπει να βοηθήσουμε τους πολιτικούς στο έργο τους. Εμάς εκείνη την στιγμή λίγο μας ενδιέφερε η πολιτική κατάστασις στην Ελλάδα, και το μόνο που θέλαμε ήταν να μας ενισχύση το ‘Εθνικό κέντρο’ στον αγώνα μας κατά των Τούρκων, και του το είπαμε.

Άφησε να εννοηθεί ότι δεν θα είχαμε βοήθεια, και ότι το θέμα θα επιλυόταν δια της διπλωματικής οδού. Απογοητευθήκαμε διότι ξέραμε την εδώ κατάσταση, και επί πλέον φαινόταν καθαρά ότι οι Τούρκοι ενισχυόμενοι συνεχώς, άλλα είχαν στον νούν τους. Αλλά δυστυχώς δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα.

Την επομένη ο Παπαργύρης άρχισε την Ένορκο Διοικητική Εξέταση για τις πράξεις των κυβερνητών των τορπιλλακάτων, κατά τις επιχειρήσεις, και εξήτασε τους υποπλοιάρχους Κανδαλέπα και Τσαταλό. Την επομένη το πρωί ήλθε σήμα από το ΓΕΝ με το οποίο διετάσσετο ή μετάθεσις του Παπαργύρη στην Αθήνα στο ΓΕΝ, και περαιτέρω τοποθέτησίς του σε αντιτορπιλλικό. Αργά το απόγευμα της ιδίας ημέρας με σήμα του ΓΕΕΘΑ διετάσσετο η αντικατάστασις τών διοικητών Καταδρομών, Τεθωρακισμένων, Πυροβολικού, Διαβιβάσεων, και του Ναυτικού διοικητού, η παράδοσις των καθηκόντων τους στους αμέσως νεωτέρους τους αξιωματικούς, και η επιστροφή τους στην Ελλάδα. Ο Παπαργύρης, αηδιασμένος, έφτιαξε τα πράγματά του το απόγευμα, και την επομένη έφυγε από την Λεμεσό με το πλοίο για την Ελλάδα.

Εγώ την επομένη κάλεσα τον Παπαδάκη στην Λευκωσία και άρχισα να του παραδίδω κανονικά την Ναυτική Διοίκηση. Του παρέδωσα τα πάντα, μέχρι και το υπηρεσιακό μου πιστόλι, και τον μανδύα ισχυρού ψύχους που είχα. Τέλος στις 10 Αυγούστου, ακριβώς δύο χρόνια αφότου είχα έλθει, υπέγραψα τα πρωτόκολλα παραδώσεως-παραλαβής, και εξέδωσα την τελευταία ημερησία διαταγή μου προς τους άνδρες της ΝΔΚ, στην οποία τους ευχαριστούσα και τους συνέχαιρα για την πολεμική τους δράση και τους προέτρεπα, να συνεχίσουν εάν χρειαστεί να πολεμήσουν με τον ίδιο τρόπο, και να μη ξεχάσουν δύο πράγματα. α) ότι οι νεκροί συνάδελφοι μας ζητούν εκδίκηση, και β) το ναυτικό ποτέ δεν παραδόθηκε ούτε υπέστειλε τας σημαίας του. Μετά κατέβηκα στην αίθουσα διαλέξεων του ΓΕΕΦ όπου σε μία αποχαιρετιστήριο τελετή οι αξιωματικοί του ΓΕΕΦ, μου έδωσαν τον θυρεό του Εθνικής Φρουράς  πάνω στον οποίον είχαν τοποθετήσει μία μικρή μπρούτζινη πλάκα, που έγραφε ” Στον αντιπλοίαρχο Γεώργιο Παπαγιάνη, Ναυτικόν Διοικητή Κύπρου. Τιμής ένεκεν”, και με αποχαιρέτησαν όλοι με συγκίνηση. ( Τον θυρεό αυτό τον παρέδωσα μετά 20 χρόνια στο Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος, και εκτίθεται μαζί με άλλους θυρεούς του Ναυτικού).  Το απόγευμα της ιδίας ημέρας άφησα το γραφείο μου και φορώντας πολιτικά ρούχα για πρώτη φορά εδώ και 25 ημέρες, πήγα στην Λεμεσό και κατέλυσα σε ένα ξενοδοχείο. Μαζί μου είχα και το καλάσνικωφ  το οποίον είχαμε βρεί στο σπίτι του Αζίνα και είχα στην μάχη με τους αλεξιπτωτιστάς στις 21 Ιουλίου, με σκοπό να το κρατήσω ως ενθύμιον. Ο έφεδρος σημαιοφόρος (Κύπριος) που ήταν διαγγελεύς μου, και με συνόδευε για τελευταία φορά, μου είπε.   ” Κύριε διοικητά, εκείν που θα πάτε τι να το κάνετεν το όπλον, ενώ εμείς εδώ το θέλουμεν για να πολεμήσουμεν τους Τούρκους”. Είχε δίκιο. Του χάρισα το όπλο και του είπα. Πάρτο, αλλά πρόσεξε διότι έχει ιστορία αυτό το όπλο, κοίταξε να την συνεχίσεις. Με ευχαρίστησε κατενθουσιασμένος, παίρνωντας το καλάσνικωφ. Κοιμήθηκα σε μαλακό κρεβάτι μετά από 26 ημέρες ύπνου σε ‘ράντζο’, και την επομένη ημέρα “αποχαιρέτησα” το νησί και επιβιβάστηκα στο ΣΑΠΦΩ για την επιστροφή μου στην Ελλάδα. Μαζί μου επιβιβάστηκαν ο Γεωργίτσης και οι άλλοι διοικηταί που είχαν αντικατασταθεί, παρά την λαμπρή πολεμικήν τους δράση, και ενώ φαινόταν καθαρά ότι οι επιχειρήσεις των Τούρκων θα ξανάρχιζαν.

Στις 13 Αυγούστου φθάσαμε στο Πειραιά, όπου με περίμεναν η Λίλυ με τον Τάσο, και με πήραν και πήγαμε στο σπίτι του πεθερού μου όπου με περίμεναν η μητέρα μου και τα πεθερικά μου αλλά κι ο Παναγιώτης, που χώθηκε στην αγκαλιά μου, και δεν έλεγε να φύγει.

Την επομένη φορώντας στολή υπ αριθ. 8 πήγα στο ΓΕΝ, όπου παρουσιάστηκα στον Αρχηγό ΓΕΝ Αραπάκη. Αυτός με καλωσόρισε, μου μίλησε με κολακευτικά λόγια για την δράση μας στον πόλεμο, αλλά άρχισε να μου λέει και για το “πραξικόπημα” κατά του Μακαρίου, ..ότι δεν έπρεπε να γίνει, …ότι αλληλοσκοτωθήκαμε Έλληνες μεταξύ μας, και κάτι άλλα παρόμοια. Παρατήρησα ότι δεν φορούσε όπως πρώτα το μετάλλιο του αγήματος ‘εμβολής’ της Μέσης Ανατολής, που είχε λάβει μέρος για την ανακατάληψη των πλοίων του Β.Ν. που είχαν καταληφθεί από τους κομμουνιστάς το 1944, και του το είπα, προσθέτοντας. Μας εσείς δεν δώσατε εντολή να παραμείνω ακόμη ένα χρόνο στην Κύπρο, ακυρώνοντας την μετάθεση του Καρατσώλη, γιατί δεν μου τα λέγατε τότε αυτά, αλλά δηλώνατε υπερήφανος για την δράση του Ναυτικού. Με κοίταξε σαστισμένος και νευριασμένος, και μου είπε με συγχωρείς τώρα πρέπει να φύγω να δώ τον κύριο Υπουργό. Έφυγα και μέσα μου σκεπτόμουν. Παλαιότερα έλεγε ‘πρέπει να φύγω να πάω να δώ τον Μίμη (Ιωαννίδη)’. Αλλάξαν οι καιροί. Πήγα εν συνεχεία στην διεύθυνση εξοπλισμών, όπου συνήντησα τον υποναύαρχο (Μηχ.) Ζωγραφάκη στον οποίο παρέδωσα όλα τα ‘χαρτιά’ σχετικά με την παραγγελία που είχε γίνει στην Γαλλία για τα δύο περιπολικά κατευθυνομένων βλημάτων, τα οποία δυστυχώς δεν είχαν προλάβει να έλθουν στην Κύπρο μέχρι τότε, και του εισηγήθηκα να τα πάρει πλέον το Ναυτικό εκμεταλλευόμενο την ήδη τρέχουσα παραγγελία. Μου υποσχέθηκε ότι θα το προχωρήσει, και πραγματικά τα πλοία εντάχθησαν στο Π.Ν. τον Δεκέμβριο του 1974.

Μία στιγμή βλέπω στον διάδρομο του ΓΕΝ τον πλοίαρχο Βασιλειάδη, και μου λέει, ” Γιώργο τα έμαθες, οι Τούρκοι εκδήλωσαν επίθεση στην Κύπρο, και σχεδόν έχουν καταλάβει το μισό νησί. Την ΝΒΧ την εγκατέλειψαν, άθικτη στα χέρια των Τούρκων, απορώ γιατί δεν έφυγαν οι δύο τορπιλλάκατοι για την Λάρνακα”. Ποιός θα τις έπαιρνε κύριε Βασιλειάδη, του απαντώ, (…..)ο Παπαδάκης που ορίσατε διοικητή, ή ο Κανδαλέπας με τον Τσαταλό;  Και αφού ο διοικητής είναι (…..) να διοικήσει τι περιμένετε από το κατώτερο προσωπικό;  Το ίδιο βράδυ άκουσα τον Καραμανλή στην τηλεόραση, που ήταν πρωθυπουργός, να δικαιολογήται διότι η Ελλάς δεν είχε στείλει βοήθεια στην Κύπρο λέγοντας ότι η Κύπρος είναι μακρυά !!! Και τότε γιατί όλα τα σχέδια του ΓΕΕΘΑ τα οποία είχαν αρχίσει να γίνονται από το 1960, που ήταν πάλι πρωθυπουργός, προέβλεπαν στρατιωτική βοήθεια στο νησί σε περίπτωση που θα εισβάλουν οι Τούρκοι ; Πήγε τώρα πιο μακρυά ή Κύπρος από ότι ήταν τότε;

Και είχα δίκιο, σε όσα είχα πεί στον Βασιλειάδη, για τον Παπαδάκη, διότι, όπως εκ των υστέρων μου είπαν οι υπαξιωματικοί μου, με την αποχώρηση μου πνεύμα ηττοπαθείας επεκράτησε.  Kατά την επίθεση των Τούρκων στις 14 Αυγούστου, ουδεμία διαταγή ουσιαστικής πολεμικής δράσης εξεδώθει από το επιτελείο της ΝΔΚ προς τα πλοία και τις υπηρεσίες της, και με τις πρώτες βολές έφυγε ο Παπαδάκης από το ΓΕΕΦ και εκκινήθει προς Λεμεσό, αφήνωντας όλες τις μονάδες να πράξουν ότι νόμιζαν, χωρίς καμμία κατεύθυνση. Έτσι η ΝΒΧ εγκατελήφθει εν σπουδή από το προσωπικό της το οποίον εκκινήθει προς τις Αγγλικές βάσεις, όπου αφού  υπέστησαν από τους Αγγλους τον εξευτελισμό του αφοπλισμού των μετέβησαν στην Λάρνακα, αφήνωντας την βάση χωρίς να ολοκληρωθούν όλες (…..) όπως προεβλέπετο από τις οδηγίες μάχης, και μόνο ο κυβερνήτης του Λεβέντης ανατίναξε το πλοίο του πριν ή το εγκαταλήψει. Στον επικρατήσαντα πανικό κατά την αποχώρηση έλησμόνησαν να υποστείλουν και την σημαία της βάσεως, οι δε αξιωματικοί  με εξαίρεση τον Ντάνο και τους αξιωματικούς των βατραχανθρώπων απεχώρησαν πρώτοι. Το Ραντάρ του Κορμακίτη εγκαταλήφθει και αυτό ταχέως από το προσωπικό του αφού ανετινάχθει και το προσωπικό εκκινήθει προς την Λευκωσία και εν συνεχεία στην Λεμεσό. Στο ραντάρ του Αποστόλου Ανδρέα χάρις στον πατριωτισμό και την ψυχραιμία του επικεφαλής Έλληνος Σημαιοφόρου, αφού με κίνδυνο να αποκοπούν από τους Τούρκους έδιναν συνεχώς αναφορές, και απέκρουαν αεροπορικές επιθέσεις, μη έχοντες δε καμμία επαφή με το επιτελείο, τελικώς ανετίναξαν τις εγκαταστάσεις των και το Ραντάρ, και συντεταγμένοι και ετοιμοπόλεμοι με τρία αυτοκίνητα που επέταξαν εκκινήθησαν προς την Αμμόχωστο. Περνώντας έξω από την εγκαταλελειμένη ΝΒΧ ο Σημαιοφόρος σταμάτησε, πήγε μέσα, υπέστειλε την σημαία, και την πήρε μαζί του. Εν συνεχεία κινήθηκαν σε δύσβατους δρόμους και έφθασαν στην Αγία Νάπα με όλο το φορητό οπλισμό τους αποφεύγοντας να περάσουν μέσα από τις Αγγλικές βάσεις. Αυτά χάρις στις εξαίρετες πολεμικές αρετές, και τον πατριωτισμό του Σημαιοφόρου.
Έφυγα από το ΓΕΝ απογοητευμένος με τις εξελίξεις, και ζήτησα 10 ημέρες άδεια, την οποίαν μου την δώσανε αμέσως.

ΑΥΡΙΟ: ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ