Η μη κυβερνητική οργάνωση Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Human Rights Watch, HRW) αναφέρει σε έκθεσή της που δίνει στη δημοσιότητα σήμερα (26.05.2026) ότι εταιρεία ασφαλείας με έδρα το Αμπού Ντάμπι «κατά τα φαινόμενα στρατολόγησε» μισθοφόρους από την Κολομβία που αναπτύχθηκαν στο Σουδάν και πολέμησαν» στο πλευρό των παραστρατιωτικών των Δυνάμεων Ταχείας Υποστήριξης (ΔΤΥ) την περίοδο μεταξύ του 2024 και του 2025.
Ο εμφύλιος πόλεμος που μαίνεται από τα μέσα του Απριλίου του 2023 στο Σουδάν, ανάμεσα στον τακτικό στρατό και τις Δυνάμεις Ταχείας Υποστήριξης (RSF), έχει στοιχίσει τη ζωή σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, υπάρχουν εκτιμήσεις για πάνω από 200.000 κι ανάγκασε εκατομμύρια άλλους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, ενώ προκάλεσε αυτήν που ο ΟΗΕ χαρακτηρίζει τη χειρότερη ανθρωπιστική κρίση στον κόσμο.
Η έκθεση αυτή «έρχεται να προστεθεί σε μεγεθυνόμενο σύνολο στοιχείων που τεκμηριώνουν ότι τα Εμιράτα παρείχαν στρατιωτική βοήθεια στις ΔΤΥ», κάτι που διαψεύδουν κατηγορηματικά τα Εμιράτα, με τη στρατολόγηση κολομβιανών μισθοφόρων να μην είναι παρά μια «πτυχή» της, σημείωσε η HRW. Τη στρατολόγηση χειρίστηκε, σύμφωνα με την μη κυβερνητική οργάνωση, η εταιρεία Global Security Services Group (GSSG), σε συνεργασία με μια μυριάδα άλλες στην Κολομβία και στον Παναμά.
Η GSSG είχε «άδεια της κυβέρνησης των Εμιράτων και συνδέεται με την κυβερνώσα οικογένεια και ανώτερους αξιωματούχους», αναφέρει η έκθεση (σελ. 46), τονίζοντας πως συμβασιούχοι αφού εκπαιδεύτηκαν στα ΗΑΕ για τη συγκεκριμένη αποστολή ταξίδεψαν στο Σουδάν μέσω «περίπλοκου δικτύου εταιρειών» και «σημείων διέλευσης», με «πτήσεις που συνέδεαν διάφορες χώρες».
Έρευνα του Γαλλικού Πρακτορείου, που είχε μεταδοθεί τον Δεκέμβριο (σ.σ. αναμεταδόθηκε από το ΑΠΕ-ΜΠΕ με τίτλο «Από τις Άνδεις στο Νταρφούρ: Μισθοφόροι από την Κολομβία στα μέτωπα του πολέμου στο Σουδάν» την 21η Δεκεμβρίου), είχε επίσης αναφερθεί στις διαδρομές των κολομβιανών πρώην στρατιωτικών, που παρασύρθηκαν εξαιτίας υποσχέσεων για πλουσιοπάροχους μισθούς.
Τότε, σε απάντηση της κυβέρνησης των Εμιράτων στο AFP, τονιζόταν ότι η χώρα «δεν επιτρέπει το έδαφός της να χρησιμοποιείται για τη στρατολόγηση, την εκπαίδευση, τη χρηματοδότηση ή τη διέλευση ξένων μαχητών με προορισμό οποιαδήποτε ένοπλη σύρραξη, συμπεριλαμβανομένου του Σουδάν». Καθώς και ότι «οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο» είχε κάνει κάτι τέτοιο θα αντιμετώπιζε «ποινική έρευνα».
Ωστόσο, σύμφωνα με τη Χουανίτα Γκεμπέρτους, διευθύντρια του τμήματος του Human Rights Watch που είναι αρμόδιο για την αμερικανική ήπειρο, τα ΗΑΕ έχουν «αυταρχική κυβέρνηση, άκρως συγκεντροποιημένη» και τα ζητήματα ασφαλείας «ελέγχονται» απόλυτα από το κράτος.
Σύμφωνα με τη μη κυβερνητική οργάνωση, «από την αρχή της ένοπλης σύρραξης, οι ΔΤΥ έχουν διαπράξει σοβαρές παραβιάσεις και ωμότητες σε όλη τη χώρα, ιδίως μαζικές εξωδικαστικές εκτελέσεις, βιασμούς, ομαδικούς βιασμούς, σεξουαλική σκλαβιά, λεηλασίες και καταστροφές πολιτικών υποδομών».
Η παροχή «στρατιωτικής υποστήριξης από τα ΗΑΕ στις ΔΤΥ», κυρίως με τη στρατολόγηση και τη μεταφορά στη χώρα μισθοφόρων μέσω «ιδιωτικής εταιρίας που ενήργησε ως εντολοδόχος» ενδέχεται να αποτελεί «αρωγή και συνενοχή» στη διάπραξη «εγκλημάτων πολέμου και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας» από τους παραστρατιωτικούς, προστίθεται στο κείμενο.
Το Human Rights Watch καλεί «στους συμμάχους των ΗΑΕ» καθώς και «τα Συμβούλια Ασφαλείας του ΟΗΕ και της Αφρικανικής Ένωσης», να απαιτήσουν «δημόσια από τις αρχές των Εμιράτων να βάλουν αμέσως και επειγόντως τέλος» στον εφοδιασμό των παραστρατιωτικών «με όπλα, εξοπλισμούς, προσωπικό» και τη χορήγηση «άλλων μορφών.
Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ




