Η Πολεμική Αεροπορία μπαίνει πλέον στο επίκεντρο του σχεδιασμού για την αξιοποίηση των τριών νέων ελικοπτέρων τύπου AW-139 που έχουν ήδη παραληφθεί από το Πυροσβεστικό Σώμα, στο πλαίσιο του προγράμματος «ΑΙΓΙΣ», καθώς στο Αεροπορικό Επιτελείο έχει συσταθεί σχετική επιτροπή με αντικείμενο τη μελέτη ένταξης και επιχειρησιακής εκμετάλλευσης των συγκεκριμένων μέσων.
Πρόκειται για εξέλιξη με ιδιαίτερη σημασία για την Πολεμική Αεροπορία και το Πυροσβεστικό Σώμα, καθώς σύμφωνα με πληροφορίες του OnAlert.gr, το σχέδιο συγκεντρώνει τη σύμφωνη γνώμη τόσο της πολιτικής όσο και της στρατιωτικής ηγεσίας και έχει ως στόχο τα τρία ολοκαίνουργια ελικόπτερα τύπου AW-139 να αξιοποιηθούν το ταχύτερο δυνατό από το ενώ είναι πλέον κάτι παραπάνω από ορατός ο κίνδυνος να παραμείνουν ανενεργά μέσα στην κρίσιμη θερινή περίοδο.
Τα AW-139 παραδόθηκαν στις 10 Ιουνίου 2026, ωστόσο η επιχειρησιακή τους αξιοποίηση δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, καθώς εκκρεμεί η τελική λύση για τον φορέα που θα αναλάβει τη λειτουργία, τη στελέχωση, τη συντήρηση και την υποστήριξή τους.
Το ζήτημα δεν είναι απλώς διαδικαστικό αλλά αγγίζει τον πυρήνα της εθνικής δυνατότητας σε αποστολές Έρευνας και Διάσωσης, αεροδιακομιδών, HEMS, μεταφοράς ομάδων πρώτης απόκρισης και, ευρύτερα, κρατικής εναέριας παρέμβασης σε περιστατικά ζωής ή θανάτου. Η Ελλάδα, με το έντονο νησιωτικό ανάγλυφο, τον ορεινό ηπειρωτικό χώρο, τις μεγάλες αποστάσεις, τις συχνά οριακές καιρικές συνθήκες και τις αυξημένες ανάγκες πολιτικής προστασίας, δεν έχει την πολυτέλεια καθυστερήσεων ή πειραματισμών στον συγκεκριμένο τομέα.
Τα τρία AW-139 και ο ορατός κίνδυνος ακινησίας
Η σύμβαση για τα τρία ελικόπτερα AW-139 του Υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, μέσω του προγράμματος «ΑΙΓΙΣ», αφορά μέσα προσανατολισμένα σε υγειονομικές αποστολές και στη μεταφορά ομάδας πρώτης απόκρισης διαχείρισης συμβάντων της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας.
Το συνολικό συμβατικό τίμημα ανέρχεται σε 65,7 εκατομμύρια ευρώ και περιλαμβάνει, πέραν των τριών ελικοπτέρων, εκπαίδευση ιπτάμενων, τεχνικών και διασωστών, πακέτο αρχικής υποστήριξης, βιβλιογραφία, υπηρεσίες μηχανικού υποστήριξης, καθώς και εν συνεχεία υποστήριξη ανταλλακτικών για 4.800 ώρες πτήσης.
Ωστόσο, το κρίσιμο ζήτημα είναι η επιχειρησιακή εκμετάλλευση και η τεχνική υποστήριξη. Με βάση τον αρχικό σχεδιασμό, αυτές οι υπηρεσίες προβλέπεται να ανατεθούν σε ιδιωτικό φορέα μέσω διαγωνιστικής διαδικασίας, διάρκειας πέντε ετών, με εκτιμώμενο ετήσιο κόστος περίπου 7 εκατομμύρια ευρώ και συνολικό κόστος 35 εκατομμύρια ευρώ. Το ποσό αυτό είναι επιπλέον των 65,7 εκατομμυρίων της προμήθειας.
Η διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη, με εμπλοκή της NSPA (NATO Support and Procurement Agency) για την προκήρυξη του σχετικού διαγωνισμού. Όμως, οι επιχειρησιακές απαιτήσεις είναι άμεσες και ο χρόνος πιέζει. Τα ελικόπτερα έχουν ήδη παραδοθεί και ο κίνδυνος να μη χρησιμοποιηθούν εντός του 2026 είναι πλέον ορατός, εάν δεν υπάρξει άμεσα λειτουργική λύση.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο εισέρχεται η Πολεμική Αεροπορία. Με εμπειρία δεκαετιών σε αποστολές Έρευνας και Διάσωσης, αεροδιακομιδών, επιχειρήσεων ημέρας και νύχτας, πτήσεων σε νησιωτικά ελικοδρόμια και αποστολών με υψηλό επιχειρησιακό ρίσκο, αποτελεί τον φυσικό φορέα που μπορεί να αναλάβει την άμεση αξιοποίηση των τριών AW-139.
Η επιτροπή του Αεροπορικού Επιτελείου
Η τελευταία εξέλιξη είναι η σύσταση σχετικής επιτροπής από το Αεροπορικό Επιτελείο, η οποία εξετάζει το πλαίσιο ένταξης των τριών AW-139 στην Πολεμική Αεροπορία. Η επιτροπή θα μελετήσει τις επιχειρησιακές, τεχνικές, εκπαιδευτικές και διοικητικές παραμέτρους, με στόχο να διαμορφωθεί ένα ρεαλιστικό σχέδιο αξιοποίησης των μέσων.
Το σχέδιο δεν προβλέπει απαραίτητα αλλαγή ιδιοκτησιακού καθεστώτος. Τα ελικόπτερα μπορούν να παραμείνουν ιδιοκτησιακά στο Πυροσβεστικό Σώμα ή στο αρμόδιο υπουργείο, αλλά η επιχειρησιακή εκμετάλλευση, η τεχνική υποστήριξη, η στελέχωση και η καθημερινή διαχείριση να περάσουν στην Πολεμική Αεροπορία.
Με τον τρόπο αυτό, αποφεύγεται η δημιουργία ενός παράλληλου μηχανισμού, ο οποίος θα απαιτούσε ξεχωριστά πληρώματα, ξεχωριστούς τεχνικούς, ξεχωριστή διοικητική δομή, ξεχωριστό σύστημα συντήρησης και, κυρίως, χρόνο. Χρόνο που σήμερα δεν υπάρχει.
Η Πολεμική Αεροπορία διαθέτει ήδη Μοίρες ελικοπτέρων, εκπαιδευμένο προσωπικό, διασώστες, μηχανικούς, διαδικασίες ασφαλείας πτήσεων, εμπειρία στη διαχείριση σύνθετων αποστολών και υποδομές σε αεροπορικές βάσεις. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να απορροφήσει τα νέα μέσα ταχύτερα και ασφαλέστερα από οποιονδήποτε άλλο φορέα.
Γιατί η Πολεμική Αεροπορία θεωρείται η φυσική λύση
Η Πολεμική Αεροπορία έχει διαχρονικά σηκώσει το κύριο βάρος των αποστολών Έρευνας και Διάσωσης και αεροδιακομιδών στη χώρα. Μέχρι το 2000, μεγάλο μέρος αυτών των αποστολών εκτελούνταν με τα AB-205, ενώ από τον Οκτώβριο του 2000 τον βασικό ρόλο ανέλαβαν τα AS-332 Super Puma, τα οποία επιχειρούν μέχρι σήμερα σε αποστολές SAR και MEDEVAC.
Τα Super Puma έχουν αποδείξει στην πράξη την αξία τους. Επιχειρούν μέρα και νύχτα, σε θαλάσσιο και ηπειρωτικό περιβάλλον, σε αποστολές με δύσκολες καιρικές συνθήκες, σε νησιά, σε περιοχές χωρίς εύκολη πρόσβαση και σε περιστατικά όπου ο χρόνος αντίδρασης είναι κρίσιμος.
Παράλληλα, από το 2021 η Πολεμική Αεροπορία αξιοποιεί και τα δύο A-109 Trekker, δωρεά του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, τα οποία ανήκουν στο Υπουργείο Υγείας και έχουν αναλάβει σημαντικό μέρος των αεροδιακομιδών. Το μοντέλο αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, διότι δείχνει ότι η ΠΑ μπορεί να επιχειρεί αποτελεσματικά μέσα που δεν ανήκουν ιδιοκτησιακά στην ίδια, αλλά της αποδίδονται για επιχειρησιακή εκμετάλλευση.
Το ίδιο μοντέλο μπορεί να εφαρμοστεί και στα AW-139 του Πυροσβεστικού. Η εμπειρία με τα A-109 Trekker λειτουργεί ως προηγούμενο και αποδεικνύει ότι η Πολεμική Αεροπορία μπορεί να ενσωματώσει μέσα άλλων φορέων, να τα αξιοποιήσει επιχειρησιακά και να τα εντάξει σε ένα αξιόπιστο πλαίσιο αποστολών.
Το πρόγραμμα των επτά AW-139M για την Πολεμική Αεροπορία
Η υπόθεση των τριών AW-139 δεν εξετάζεται αποκομμένα. Αντιθέτως, συνδέεται άμεσα με το υπό διαμόρφωση πρόγραμμα απόκτησης επτά επιπλέον ελικοπτέρων AW-139M στρατιωτικών προδιαγραφών για τις ανάγκες της Πολεμικής Αεροπορίας.
Η επικαιροποιημένη πρόταση της Leonardo Helicopters, η οποία υποβλήθηκε το περασμένο Απρίλιο προβλέπει την προμήθεια επτά ελικοπτέρων AW-139M πλήρους ικανότητας SAR και MEDEVAC. Το πακέτο περιλαμβάνει υποστήριξη, ανταλλακτικά, βιβλιογραφία, εργαλεία, εξοπλισμό επίγειας υποστήριξης, εκπαίδευση χειριστών και τεχνικού προσωπικού, καθώς και εξομοιωτή πτήσεων.
Η παράδοση των επτά ελικοπτέρων προβλέπεται να ολοκληρωθεί εντός 36 μηνών από την υπογραφή της σχετικής σύμβασης. Η εν συνεχεία υποστήριξη θα έχει διάρκεια πέντε ετών και θα εγγυάται διαθεσιμότητα στόλου της τάξης του 75%, καλύπτοντας 11.000 ώρες πτήσης.
Το συνολικό συμβατικό τίμημα ανέρχεται σε 270 εκατομμύρια ευρώ, ενώ η διαδικασία αγοράς προβλέπεται να υλοποιηθεί μέσω διακρατικής συμφωνίας Government-to-Government. Ιδιαίτερη σημασία έχει και η πρόβλεψη για ελληνική βιομηχανική συμμετοχή, καθώς σημαντικό μέρος που αφορά τις καλωδιώσεις των ελικοπτέρων, την κατασκευή υπόστεγου και υπηρεσίες υποστήριξης θα ανατεθεί σε ελληνικές εταιρείες.
Η απόκτηση των επτά AW-139M από την Πολεμική Αεροπορία, σε συνδυασμό με την ένταξη των τριών AW-139 του Πυροσβεστικού, μπορεί να οδηγήσει σε έναν ενιαίο στόλο δέκα ελικοπτέρων του ίδιου τύπου. Και αυτό ακριβώς αποτελεί το μεγάλο πλεονέκτημα του σχεδίου.
Ενιαίος στόλος δέκα ελικοπτέρων
Η συγκέντρωση των δέκα AW-139 / AW-139M υπό έναν ενιαίο, έμπειρο και επιχειρησιακά ικανό φορέα δημιουργεί πολλαπλά οφέλη. Η Πολεμική Αεροπορία θα μπορεί να διαχειρίζεται έναν ομοιογενή στόλο, με κοινή εκπαίδευση, κοινά ανταλλακτικά, κοινές διαδικασίες συντήρησης, κοινή τεχνική υποστήριξη και κοινό επιχειρησιακό δόγμα.
Η ομοιοτυπία είναι κρίσιμη σε τέτοιου είδους αποστολές. Όταν τα πληρώματα εκπαιδεύονται στον ίδιο τύπο, όταν οι τεχνικοί εργάζονται πάνω στην ίδια πλατφόρμα και όταν τα μέσα υποστηρίζονται από ενιαία εφοδιαστική αλυσίδα, η διαθεσιμότητα αυξάνεται και το κόστος μειώνεται.
Ένας στόλος δέκα ελικοπτέρων επιτρέπει καλύτερο προγραμματισμό συντηρήσεων, μεγαλύτερη ευελιξία στην κατανομή των μέσων, ταχύτερη αντικατάσταση ενός ελικοπτέρου που μπαίνει σε τεχνικό έλεγχο και δυνατότητα διατήρησης σταθερών ετοιμοτήτων σε περισσότερα σημεία της χώρας.
Αντίθετα, ο κατακερματισμός σε διαφορετικούς φορείς δημιουργεί επικαλύψεις. Διαφορετικές δομές διοίκησης, διαφορετικές συμβάσεις, διαφορετικές γραμμές ανεφοδιασμού, διαφορετικοί μηχανισμοί εκπαίδευσης και διαφορετικά επίπεδα εμπειρίας οδηγούν σε αυξημένο κόστος και μειωμένη αποτελεσματικότητα.
Οικονομίες κλίμακας και εξοικονόμηση πόρων
Ένα από τα σημαντικότερα επιχειρήματα υπέρ της ανάληψης των AW-139 από την Πολεμική Αεροπορία είναι το οικονομικό. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, η ανάθεση της λειτουργίας και υποστήριξης των τριών ελικοπτέρων του Πυροσβεστικού σε ιδιωτικό φορέα εκτιμάται ότι θα κοστίσει περίπου 35 εκατομμύρια ευρώ σε βάθος πενταετίας.
Παράλληλα, ο Νόμος 4989/2022, γνωστός ως νόμος Θεοχαρόπουλου, προβλέπει τη δημιουργία Εθνικού Μηχανισμού Εναέριας Έρευνας και Διάσωσης «Θεοφάνης Ερμής Θεοχαρόπουλος», με βάσεις ετοιμότητας σε Αγχίαλο, Άκτιο, Ηράκλειο, Καβάλα, Νάξο και Λήμνο. Οι υπηρεσίες αυτές προβλέπεται να ανατίθενται σε ιδιωτικό φορέα για πέντε χρόνια, με εκτιμώμενο κόστος 45 εκατομμύρια ευρώ ετησίως ή 225 εκατομμύρια ευρώ την πενταετία.
Εάν η Πολεμική Αεροπορία αναλάβει την εκμετάλλευση των τριών ελικοπτέρων και στη συνέχεια εντάξει στον ίδιο σχεδιασμό τα επτά AW-139M, μπορεί να καλύψει συνολικά τις ανάγκες σε Έρευνα και Διάσωση, αεροδιακομιδές και υγειονομικές αποστολές, αποφεύγοντας παράλληλα δαπάνες που θα προκύψουν από μισθώσεις και παράλληλα σχήματα λειτουργίας.
Η μελέτη της Πολεμικής Αεροπορίας τεκμηριώνει ότι τα δέκα ελικόπτερα, εφόσον οργανωθούν σωστά, επαρκούν για να καλύψουν όλες τις βασικές ανάγκες σε Έρευνα και Διάσωση και υγειονομικές αποστολές. Το συνολικό όφελος, σύμφωνα με τους υπολογισμούς, μπορεί να φτάσει σε εξοικονόμηση της τάξης των 260 εκατομμυρίων ευρώ.
PBH, FOS και ενιαία υποστήριξη
Ένα ακόμη κρίσιμο σημείο αφορά το μοντέλο υποστήριξης. Και τα δύο προγράμματα, τόσο των τριών AW-139 όσο και των επτά AW-139M, προβλέπουν εν συνεχεία υποστήριξη με βάση ώρες πτήσης. Η ενοποίηση των απαιτήσεων σε ένα κοινό πλαίσιο μπορεί να επιτρέψει καλύτερους οικονομικούς όρους, μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ και πιο ευέλικτη κατανομή των διαθέσιμων ωρών ανάλογα με τις πραγματικές ανάγκες.
Η δημιουργία κοινής δεξαμενής ανταλλακτικών είναι επίσης καθοριστικής σημασίας. Σε έναν μικρό στόλο τριών ελικοπτέρων, η ανάγκη διατήρησης κρίσιμων ανταλλακτικών είναι αναλογικά ακριβή. Σε έναν στόλο δέκα ελικοπτέρων, το ίδιο απόθεμα μπορεί να υποστηρίζει περισσότερα μέσα και να μειώνει τον κίνδυνο καθήλωσης λόγω έλλειψης υλικών.
Το Κρατικό Εργοστάσιο Αεροπορίας μπορεί να αποτελέσει μέρος της λύσης για την εργοστασιακή συντήρηση, αξιοποιώντας τον εξοπλισμό, τα ειδικά εργαλεία και την τεχνογνωσία που θα αποκτηθούν στο πλαίσιο του προγράμματος των επτά ελικοπτέρων. Έτσι, και τα τρία AW-139 του Πυροσβεστικού θα μπορούν να υποστηριχθούν εντός του ίδιου συστήματος, μειώνοντας την ανάγκη εξωτερικών εργολαβιών.
Εκπαίδευση πληρωμάτων και εξομοιωτής
Το πρόγραμμα των επτά AW-139M περιλαμβάνει και εξομοιωτή πτήσεων. Η ύπαρξη Full Flight Simulator στην Ελλάδα αλλάζει τα δεδομένα, καθώς επιτρέπει συνεχή εκπαίδευση, αξιολόγηση, επαναπιστοποίηση και συντήρηση ικανότητας των πληρωμάτων χωρίς ανάγκη αποστολής στο εξωτερικό.
Εάν και τα δέκα ελικόπτερα υπαχθούν επιχειρησιακά στην Πολεμική Αεροπορία, οι ιπτάμενοι των τριών AW-139 του Πυροσβεστικού θα μπορούν να εκπαιδεύονται στο ίδιο σύστημα με τους ιπτάμενους των AW-139M της Πολεμικής Αεροπορίας. Το ίδιο ισχύει και για τους τεχνικούς, τους διασώστες, τους paramedics και τους χειριστές hoist.
Η κοινή εκπαίδευση δημιουργεί διαλειτουργικότητα. Τα πληρώματα μπορούν να επανδρώνουν οποιοδήποτε από τα δέκα ελικόπτερα, ανάλογα με την αποστολή, τη βάση, τις ανάγκες και τη διαθεσιμότητα. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε περιόδους αυξημένης ζήτησης, όπως το καλοκαίρι, όταν οι αεροδιακομιδές, τα περιστατικά πολιτικής προστασίας και οι ανάγκες Έρευνας και Διάσωσης αυξάνονται σημαντικά.
Η αντικατάσταση των παλαιότερων ελικοπτέρων
Το σχέδιο συνδέεται και με τη σταδιακή αντικατάσταση παλαιότερων ελικοπτέρων της Πολεμικής Αεροπορίας. Η 358 Μοίρα Έρευνας και Διάσωσης επιχειρεί με AB-205 και B-212, όμως η παλαιότητα των μέσων και η δυσκολία εξεύρεσης ανταλλακτικών έχουν περιορίσει δραστικά τις διαθεσιμότητες.
Τα B-212 έχουν ουσιαστικά μηδενική επιχειρησιακή διαθεσιμότητα, ενώ τα AB-205, λόγω ηλικίας και μονοκινητήριας διαμόρφωσης, δεν μπορούν πλέον να καλύψουν σύγχρονες απαιτήσεις αεροδιακομιδών. Η ανάγκη αντικατάστασης είναι άμεση.
Τα AW-139M προσφέρουν τη δυνατότητα μετάβασης σε μια σύγχρονη, δικινητήρια, αξιόπιστη πλατφόρμα, ικανή να επιχειρεί σε σύνθετες αποστολές SAR, MEDEVAC και HEMS. Παράλληλα, τα Super Puma της 384 ΜΕΔ θα συνεχίσουν να διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο, ιδίως σε απαιτητικές αποστολές μεγάλης εμβέλειας και βαρέως προφίλ.
Η ένταξη των AW-139 δεν σημαίνει άμεση απόσυρση όλων των υφιστάμενων μέσων, αλλά οργανωμένη μετάβαση σε έναν πιο σύγχρονο και ομοιογενή στόλο. Σε βάθος χρόνου, μπορεί να αποτελέσει τη βάση για τη συνολική αναδιάρθρωση του δυναμικού των ελικοπτέρων της Πολεμικής Αεροπορίας στον τομέα της Έρευνας και Διάσωσης.
Οι βάσεις ετοιμότητας και η γεωγραφία της Ελλάδας
Ο Νόμος 4989/2022 προβλέπει έξι Βάσεις Ετοιμότητας/Επιφυλακής σε Αγχίαλο, Άκτιο, Ηράκλειο, Καβάλα, Νάξο και Λήμνο. Η πρόβλεψη εγκατάστασης αυτών των βάσεων εντός εγκαταστάσεων της Πολεμικής Αεροπορίας ενισχύει ακόμη περισσότερο το επιχείρημα υπέρ της ανάληψης του έργου από την Πολεμική Αεροπορία.
Η Πολεμική Αεροπορία διαθέτει ήδη υποδομές, αεροδρόμια, καύσιμα, μηχανισμούς φύλαξης, τεχνικές εγκαταστάσεις, διαδικασίες πτήσεων και εμπειρία στη διαχείριση εναέριων επιχειρήσεων από διάσπαρτες βάσεις. Η αξιοποίηση των υφιστάμενων βάσεων μειώνει το κόστος δημιουργίας νέων υποδομών και επιταχύνει την επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Η γεωγραφία της Ελλάδας απαιτεί μέσα που μπορούν να επιχειρούν γρήγορα, αξιόπιστα και με ασφάλεια σε πολλά διαφορετικά περιβάλλοντα. Από το Ανατολικό Αιγαίο έως την Κρήτη, από τον ορεινό ηπειρωτικό κορμό έως τα μικρά νησιά, η ανάγκη για 24ωρη κάλυψη είναι διαρκής.
SAR, MEDEVAC, HEMS και εθνική κυριαρχία
Οι αποστολές Έρευνας και Διάσωσης δεν είναι μόνο κοινωνική υποχρέωση. Είναι και ζήτημα εθνικής κυριαρχίας. Η Ελλάδα οφείλει να παρέχει υπηρεσίες διάσωσης στο σύνολο της επικράτειας και στο FIR Αθηνών, διασφαλίζοντας ότι σε κάθε περιστατικό, είτε πρόκειται για αεροπορικό ή ναυτικό ατύχημα είτε για επείγουσα υγειονομική μεταφορά, υπάρχει κρατική δυνατότητα άμεσης αντίδρασης.
Η ανάληψη του έργου από την Πολεμική Αεροπορία ενισχύει αυτή τη διάσταση. Η HAF έχει την επιχειρησιακή κουλτούρα, την ιεραρχική δομή, την εμπειρία και την πειθαρχία που απαιτούνται για αποστολές υψηλού κινδύνου. Οι αποστολές SAR και MEDEVAC δεν είναι απλές πτήσεις μεταφοράς. Είναι επιχειρήσεις με δυναμική εξέλιξη, όπου κάθε λεπτό μετράει και κάθε λάθος μπορεί να κοστίσει ανθρώπινες ζωές.
Τα AW-139 μπορούν να δώσουν στην Ελλάδα μια νέα γενιά δυνατοτήτων. Όμως, η αξία τους θα κριθεί από το πώς θα ενταχθούν, ποιος θα τα επιχειρεί, πώς θα συντηρούνται και πόσο γρήγορα θα φτάσουν σε πλήρη επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Το στοίχημα της άμεσης αξιοποίησης
Η παραλαβή των τριών AW-139 δεν πρέπει να εξελιχθεί σε ακόμη ένα παράδειγμα καθυστέρησης αξιοποίησης σύγχρονων μέσων. Τα ελικόπτερα υπάρχουν, οι ανάγκες είναι πιεστικές και η λύση φαίνεται να βρίσκεται ήδη μπροστά στα μάτια της πολιτείας.
Η Πολεμική Αεροπορία μπορεί να αναλάβει τον ρόλο του ενιαίου φορέα επιχειρησιακής εκμετάλλευσης, ανοίγοντας τον δρόμο για τη δημιουργία ενός ομοιογενούς στόλου δέκα AW-139/AW-139M. Ένα τέτοιο σχήμα θα καλύπτει συνδυαστικά ανάγκες Έρευνας και Διάσωσης, αεροδιακομιδών, HEMS, πολιτικής προστασίας και επιχειρήσεων σε περιόδους κρίσης.
Η σύσταση της επιτροπής από το Αεροπορικό Επιτελείο δείχνει ότι το θέμα έχει περάσει πλέον σε πρακτικό στάδιο μελέτης. Η πολιτική και στρατιωτική βούληση υπάρχει. Το ζητούμενο είναι η ταχύτητα λήψης αποφάσεων, ώστε τα τρία AW-139 να μη μείνουν στο έδαφος, αλλά να ενταχθούν άμεσα στο εθνικό σύστημα εναέριας διάσωσης.
Το επόμενο βήμα θα είναι καθοριστικό. Εάν η Πολεμική Αεροπορία αναλάβει τα τρία ελικόπτερα και προχωρήσει παράλληλα το πρόγραμμα των επτά AW-139M, τότε η χώρα θα αποκτήσει, για πρώτη φορά, έναν ενιαίο, σύγχρονο και επιχειρησιακά συνεκτικό στόλο ελικοπτέρων για SAR και MEDEVAC. Έναν στόλο που θα μπορεί να επιχειρεί με υψηλή διαθεσιμότητα, μειωμένο κόστος, κοινή εκπαίδευση, ενιαία υποστήριξη και πραγματική 24ωρη κάλυψη των αναγκών της ελληνικής επικράτειας.




