Ελληνικοί δορυφόροι και μικροδορυφόροι για στρατιωτική χρήση: Ο σχεδιασμός του ΓΕΕΘΑ για αξιοποίηση της πληροφορίας

Στο επίκεντρο βρίσκεται η διασύνδεση των δορυφορικών δεδομένων με το υπό ανάπτυξη εθνικό σύστημα Διοίκησης και Ελέγχου (C2)

ΡΕΠΟΡΤΑΖ
Κώστας Σαρικάς
Ανάπτυξη 29 δορυφόρων στο πλαίσιο της αποστολής «Leo 8» από το Ακρωτήριο Κανάβεραλ Ανάπτυξη 29 δορυφόρων στο πλαίσιο της αποστολής «Leo 8» από το Ακρωτήριο Κανάβεραλ / Φωτογραφία U.S Space Force

Προσθήκη του onalert.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Οι ελληνικοί δορυφόροι και μικροδορυφόροι που απέκτησαν και ενεργοποίησαν οι Ένοπλες Δυνάμεις, με δυνατότητα να υποστηρίξουν κρίσιμες ανάγκες άμυνας και εθνικής ασφάλειας, αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα βήματα του ευρύτερου μετασχηματισμού των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων.

Για πρώτη φορά η Ελλάδα επιχειρεί να αποκτήσει οργανωμένη, διαρκή και κατά το δυνατόν αυτόνομη πρόσβαση σε δορυφορικά δεδομένα υψηλής ανάλυσης, χωρίς να περιορίζεται αποκλειστικά σε εικόνες από ξένους παρόχους ή στην αξιοποίηση πληροφοριών που διατίθενται από συμμαχικές και φιλικές χώρες, μια επιχειρησιακή δυνατότητα που οι δορυφόροι και οι μικροδορυφόροι προσφέρουν. Ο σχεδιασμός δεν αφορά απλώς την εκτόξευση δορυφόρων με ελληνική σημαία.

Το πραγματικό ζητούμενο για το υπουργείο Εθνικής Άμυνας και το ΓΕΕΘΑ είναι η δημιουργία μιας πλήρους επιχειρησιακής αλυσίδας. Ξεκινά από τον εντοπισμό της ανάγκης και την ανάθεση της αποστολής στον δορυφόρο, έως τη λήψη της εικόνας, την επεξεργασία, την αξιολόγηση και φτάνει στην ασφαλή μετάδοση της πληροφορίας στα Κέντρα Επιχειρήσεων, στους Κλάδους και, εφόσον απαιτείται, στις Μονάδες που θα κληθούν να ενεργήσουν.

Στον πυρήνα αυτού του σχεδιασμού βρίσκεται η διασύνδεση των δορυφορικών δεδομένων με το υπό ανάπτυξη εθνικό σύστημα Διοίκησης και Ελέγχου, το C2, που προορίζεται να αποτελέσει τον «ψηφιακό εγκέφαλο» της νέας αρχιτεκτονικής των Ενόπλων Δυνάμεων.

Από την αγορά εικόνων στην εθνική διαστημική δυνατότητα

Μέχρι σήμερα η Ελλάδα, όπως οι περισσότερες χώρες που δεν διαθέτουν μεγάλο εθνικό διαστημικό πρόγραμμα, κάλυπτε σημαντικό μέρος των αναγκών της μέσα από εμπορικές υπηρεσίες, ευρωπαϊκά προγράμματα και συνεργασίες με συμμάχους. Η δυνατότητα αυτή παραμένει πολύτιμη και δεν πρόκειται να εγκαταλειφθεί. Ωστόσο, η εξάρτηση αποκλειστικά από τρίτους έχει συγκεκριμένους περιορισμούς.

Σε περίοδο κρίσης, η διαθεσιμότητα ενός ξένου δορυφόρου δεν είναι πάντοτε δεδομένη. Μπορεί να υπάρχουν ανταγωνιστικά αιτήματα από άλλους χρήστες, περιορισμοί στην περιοχή που θα απεικονιστεί, καθυστέρηση στην παράδοση των δεδομένων ή ακόμη και πολιτικοί περιορισμοί ως προς το τι θα διατεθεί και πότε.

Η εθνική δυνατότητα δίνει στην Ελλάδα τη δυνατότητα να καθορίζει η ίδια τις προτεραιότητες συλλογής, να έχει λόγο στον προγραμματισμό των διελεύσεων και να εξασφαλίζει ότι ευαίσθητες στρατιωτικές απαιτήσεις δεν θα εξαρτώνται αποκλειστικά από εξωτερικούς παρόχους.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται το Εθνικό Πρόγραμμα Μικροδορυφόρων, το οποίο υλοποιείται από το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, με τη συνδρομή του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διαστήματος και του Ελληνικού Κέντρου Διαστήματος.

Το πρόγραμμα περιλαμβάνει σμήνος 13 επιχειρησιακών μικροδορυφόρων παρατήρησης της Γης, 11 πειραματικούς δορυφόρους, υποδομές συναρμολόγησης και δοκιμών στην Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία, επίγειους σταθμούς και ραντάρ παρακολούθησης αντικειμένων και διαστημικών θραυσμάτων.

Το επόμενο βήμα είναι το HELLAS–SPACE 2.0, το δεύτερο Εθνικό Διαστημικό Πρόγραμμα, συνολικού προϋπολογισμού 350 εκατ. ευρώ. Το πρόγραμμα έχει ορίζοντα υλοποίησης την περίοδο 2026–2031 και περιλαμβάνει νέους δορυφορικούς αστερισμούς, δικτυωμένη αρχιτεκτονική, ασφαλείς επικοινωνίες και υπηρεσίες που θα υποστηρίζουν, μεταξύ άλλων, την εθνική ασφάλεια και την προστασία κρίσιμων υποδομών.

Οι μικροί δορυφόροι SAR στο επιχειρησιακό σχέδιο

Ιδιαίτερη βαρύτητα για τις Ένοπλες Δυνάμεις έχουν οι μικροί δορυφόροι ραντάρ συνθετικού διαφράγματος, οι γνωστοί SAR. Πρόκειται για συστήματα τα οποία δεν βασίζονται σε οπτική φωτογράφιση, αλλά χρησιμοποιούν ραντάρ για να δημιουργήσουν εικόνα της επιφάνειας της Γης.

Το μεγάλο τους πλεονέκτημα είναι ότι μπορούν να λειτουργούν ημέρα και νύχτα, ανεξάρτητα από τις συνθήκες φωτισμού και με πολύ μικρότερη εξάρτηση από τη νεφοκάλυψη ή τα καιρικά φαινόμενα. Έτσι, μπορούν να παρέχουν εικόνα ακόμη και όταν οι κλασικοί ηλεκτροοπτικοί δορυφόροι αδυνατούν να «διαβάσουν» την περιοχή ενδιαφέροντος.

Το εθνικό πρόγραμμα περιλαμβάνει δύο δορυφόρους SAR στην περιοχή συχνοτήτων X-band, με δυνατότητα παροχής εικόνας διαφορετικής ανάλυσης, ανάλογα με τη λειτουργία του αισθητήρα και την έκταση που καλύπτεται.

Σύμφωνα με το Ελληνικό Κέντρο Διαστήματος, η διακριτική τους ικανότητα μπορεί να κυμαίνεται περίπου από 0,25 έως 15 μέτρα. Παράλληλα, η Ελλάδα αποκτά πρόσβαση και σε ευρύτερες εμπορικές δυνατότητες συλλογής, ώστε οι δύο εθνικοί δορυφόροι να μην αποτελούν τη μοναδική πηγή δεδομένων.

Η στρατιωτική αξία αυτής της δυνατότητας είναι προφανής. Οι δορυφόροι SAR μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την επιτήρηση ναυστάθμων, αεροπορικών βάσεων, λιμένων, συγκεντρώσεων στρατιωτικών μέσων, οδικών αξόνων και περιοχών στις οποίες παρατηρείται αυξημένη δραστηριότητα.

Στη θάλασσα, μπορούν να εντοπίζουν μεγάλα πλοία και να συμβάλλουν στη δημιουργία μιας πιο ολοκληρωμένης εικόνας επιφανείας. Στην ξηρά, μπορούν να αναδεικνύουν μεταβολές σε εγκαταστάσεις ή στην ανάπτυξη δυνάμεων, μέσα από τη σύγκριση λήψεων διαφορετικών χρονικών στιγμών.

Δεν πρόκειται να αντικαταστήσουν τα αεροσκάφη ναυτικής συνεργασίας, τα UAV, τα επίγεια ραντάρ ή τις μονάδες συλλογής πληροφοριών. Θα προσθέσουν, όμως, έναν ακόμη αισθητήρα σε μεγάλο ύψος, ο οποίος δεν εκτίθεται στους ίδιους κινδύνους με ένα επανδρωμένο ή μη επανδρωμένο αεροσκάφος.

Οπτικοί και θερμικοί αισθητήρες

Παράλληλα με τους δορυφόρους SAR, το εθνικό πρόγραμμα περιλαμβάνει οπτικούς και θερμικούς δορυφόρους παρατήρησης. Οι οπτικοί αισθητήρες υψηλής ανάλυσης μπορούν να παρέχουν πολύ λεπτομερή εικόνα στρατιωτικών εγκαταστάσεων, αεροδρομίων, λιμένων και κρίσιμων υποδομών.

Η υψηλή ανάλυση επιτρέπει όχι απλώς τον εντοπισμό μιας μεγάλης εγκατάστασης, αλλά την παρατήρηση αλλαγών στη διάταξή της. Μπορεί, για παράδειγμα, να καταδειχθεί ότι σε μια αεροπορική βάση αυξήθηκε ο αριθμός των αεροσκαφών, ότι σε έναν ναύσταθμο μετακινήθηκαν πολεμικά πλοία ή ότι σε μία χερσαία περιοχή αναπτύχθηκαν νέες δυνάμεις και υποδομές.

Οι θερμικοί δορυφόροι, αν και σχεδιάζονται σε μεγάλο βαθμό για αποστολές πολιτικής προστασίας και έγκαιρου εντοπισμού πυρκαγιών, μπορούν επίσης να προσφέρουν χρήσιμες πληροφορίες στην άμυνα. Η ανίχνευση θερμικών ιχνών, η επιτήρηση εγκαταστάσεων και η αναγνώριση ασυνήθιστης δραστηριότητας κατά τη διάρκεια της νύχτας μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά προς τις υπόλοιπες πηγές συλλογής.

Το κρίσιμο σημείο είναι ο συνδυασμός των διαφορετικών αισθητήρων. Μία εικόνα SAR μπορεί να υποδείξει ότι σε μία περιοχή εμφανίστηκε ένα νέο αντικείμενο. Μία οπτική λήψη μπορεί στη συνέχεια να συνεισφέρει στην αναγνώρισή του, ενώ ένας θερμικός αισθητήρας μπορεί να δείξει εάν υπάρχει ενεργή δραστηριότητα.Αυτή ακριβώς η σύνθεση πληροφοριών αποτελεί το βασικό ζητούμενο του ΓΕΕΘΑ.

Δορυφορικός εντοπισμός ηλεκτρομαγνητικών εκπομπών

Στον ευρύτερο σχεδιασμό περιλαμβάνεται και η ανάπτυξη δυνατότητας εντοπισμού εκπομπών ραδιοσυχνοτήτων από το διάστημα. Πρόκειται για μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες στρατιωτικές εφαρμογές, καθώς μπορεί να προσφέρει πληροφορίες για τη λειτουργία ραντάρ, επικοινωνιών και άλλων ηλεκτρομαγνητικών συστημάτων.

Ένας δορυφόρος μπορεί να ανιχνεύει εκπομπές, να υπολογίζει την περιοχή προέλευσής τους και να συμβάλλει στην κατάρτιση της ηλεκτρονικής τάξης μάχης. Η αξία της συγκεκριμένης δυνατότητας είναι ιδιαίτερα μεγάλη σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας στόχος δεν εκπέμπει στοιχεία αναγνώρισης ή προσπαθεί να αποκρύψει τη δραστηριότητά του.

Ένα πλοίο, για παράδειγμα, μπορεί να έχει απενεργοποιήσει το σύστημα AIS, αλλά να συνεχίζει να χρησιμοποιεί ραντάρ ή επικοινωνίες. Αντίστοιχα, η ενεργοποίηση ενός επίγειου ραντάρ μπορεί να αποτελέσει ένδειξη αυξημένης στρατιωτικής ετοιμότητας.

Οι δορυφορικές πληροφορίες ηλεκτρονικού πολέμου δεν αποτελούν από μόνες τους απόδειξη για την ταυτότητα ή την ακριβή θέση κάθε στόχου. Όταν, όμως, συνδυαστούν με δεδομένα από επίγεια και εναέρια συστήματα ηλεκτρονικής επιτήρησης, μπορούν να ενισχύσουν σημαντικά την εικόνα που διαθέτουν τα Επιτελεία.

Το μεγάλο στοίχημα της διασύνδεσης με το C2

Η επιχειρησιακή αξία των δορυφόρων δεν κρίνεται μόνο από την ανάλυση της εικόνας τους. Κρίνεται κυρίως από τον χρόνο που απαιτείται για να μετατραπεί η λήψη σε χρήσιμη πληροφορία και να φτάσει στον κατάλληλο χρήστη.

Ένας δορυφόρος μπορεί να παράγει εξαιρετικά λεπτομερή εικόνα. Εάν, όμως, η εικόνα παραδοθεί πολλές ώρες μετά τη λήψη ή παραμείνει σε ένα απομονωμένο σύστημα, η αξία της σε μία ταχέως εξελισσόμενη στρατιωτική κρίση περιορίζεται δραστικά.

Γι’ αυτό, ο σχεδιασμός του ΓΕΕΘΑ συνδέεται άμεσα με την ανάπτυξη του νέου συστήματος C2. Στόχος είναι το σύστημα Διοίκησης και Ελέγχου να μπορεί να συγκεντρώνει δεδομένα από διαφορετικές πηγές: δορυφόρους, ραντάρ, UAV, μαχητικά αεροσκάφη, πολεμικά πλοία, επίγειες μονάδες, αισθητήρες ηλεκτρονικού πολέμου και συμμαχικά δίκτυα.

Τα δεδομένα αυτά θα πρέπει να συντίθενται σε μία κοινή επιχειρησιακή εικόνα, την οποία θα βλέπουν ταυτόχρονα, με διαφορετικό επίπεδο πρόσβασης, το ΓΕΕΘΑ, τα Γενικά Επιτελεία, οι διοικήσεις Σχηματισμών και οι Μονάδες. Η φιλοσοφία είναι μία πληροφορία που συλλέγεται από έναν αισθητήρα να μη μένει εγκλωβισμένη στον Κλάδο ή στην υπηρεσία που τη συνέλεξε.

Αντίθετα, πρέπει να μπορεί να διαμοιραστεί άμεσα σε όποιον τη χρειάζεται. Το υπουργείο Εθνικής Άμυνας έχει ήδη εντάξει τους μικρούς δορυφόρους SAR στην «Ατζέντα 2030», με αναφορά σε συμμετοχή σε αστερισμό μικρών δορυφόρων, άμεση δορυφορική εικόνα υψηλής ευκρίνειας και εθνικό έλεγχο. Στην ίδια αρχιτεκτονική τοποθετείται και το σύστημα C2, το οποίο προορίζεται να διασυνδέσει τα μέσα και τις Μονάδες των Κλάδων.

Από την πληροφορία στη διαδικασία στοχοποίησης

Το πλέον απαιτητικό στάδιο αφορά τη δυνατότητα αξιοποίησης της δορυφορικής πληροφορίας όχι μόνο για στρατηγική εικόνα, αλλά και για την υποστήριξη επιχειρησιακών αποφάσεων και, υπό προϋποθέσεις, της αλυσίδας στοχοποίησης.

Χρειάζεται, ωστόσο, σαφής διάκριση. Μία δορυφορική εικόνα δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε συντεταγμένες προσβολής. Πρέπει πρώτα να αξιολογηθεί η ακρίβειά της, να επιβεβαιωθεί η ταυτότητα του στόχου, να διαπιστωθεί εάν είναι σταθερός ή κινούμενος και να ληφθούν υπόψη οι κανόνες εμπλοκής.

Για σταθερούς στόχους, όπως εγκαταστάσεις, αποθήκες, αεροδρόμια ή σταθμοί ραντάρ, η δορυφορική παρατήρηση μπορεί να συμβάλει σημαντικά στον σχεδιασμό. Για κινούμενους στόχους, όπως πλοία ή μηχανοκίνητες μονάδες, απαιτείται πολύ μικρός χρόνος από τη λήψη έως τη μετάδοση και διαρκής ανανέωση της θέσης.

Στην πράξη, ο δορυφόρος μπορεί να λειτουργήσει ως ο πρώτος κρίκος της αλυσίδας. Εντοπίζει μία ύποπτη δραστηριότητα και κατευθύνει προς την περιοχή ένα UAV, ένα αεροσκάφος ναυτικής συνεργασίας ή άλλο μέσο, το οποίο αναλαμβάνει την επιβεβαίωση και τη συνεχή παρακολούθηση.

Η δορυφορική πληροφορία μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για τον προγραμματισμό αποστολών των Rafale, των F-16 Viper και μελλοντικά των F-35, όπως και για την υποστήριξη συστημάτων πυρών μεγάλου βεληνεκούς. Το πλεονέκτημα δεν βρίσκεται σε ένα μεμονωμένο όπλο, αλλά στη δημιουργία ενός δικτύου αισθητήρων και μέσων προσβολής που ανταλλάσσουν δεδομένα.

Τεχνητή νοημοσύνη και αυτοματοποιημένη ανάλυση

Ο τεράστιος όγκος των δορυφορικών δεδομένων καθιστά αδύνατη την αποκλειστικά χειροκίνητη επεξεργασία τους. Ακόμη και ένας μικρός αστερισμός μπορεί να παράγει καθημερινά χιλιάδες εικόνες και τεράστιο όγκο τεχνικών πληροφοριών.

Για τον λόγο αυτό η αξιοποίηση τεχνητής νοημοσύνης και αλγορίθμων αυτόματης αναγνώρισης αποτελεί βασική προϋπόθεση. Τα συστήματα θα μπορούν να συγκρίνουν μία νέα λήψη με παλαιότερες εικόνες, να επισημαίνουν μεταβολές και να ειδοποιούν τους αναλυτές όταν εντοπίζεται ασυνήθιστη δραστηριότητα.

Αντί ένας αναλυτής να εξετάζει ολόκληρη τη θαλάσσια περιοχή του Αιγαίου, το σύστημα μπορεί να επισημαίνει συγκεκριμένα σημεία στα οποία εμφανίστηκε ένα πλοίο, μεταβλήθηκε η διάταξη μιας εγκατάστασης ή καταγράφηκε νέα ηλεκτρομαγνητική εκπομπή.

Ο άνθρωπος θα εξακολουθήσει να λαμβάνει την τελική απόφαση. Η τεχνητή νοημοσύνη θα μειώνει τον χρόνο εντοπισμού και θα περιορίζει τον όγκο των δεδομένων που πρέπει να ελεγχθούν.

Ασφάλεια, κρυπτογράφηση και εθνικός έλεγχος

Η στρατιωτική αξιοποίηση των δορυφόρων απαιτεί αυστηρές προδιαγραφές ασφάλειας. Τα αιτήματα συλλογής αποκαλύπτουν από μόνα τους τις περιοχές και τα αντικείμενα που ενδιαφέρουν τις Ένοπλες Δυνάμεις. Αντίστοιχα, οι εικόνες και τα προϊόντα ανάλυσης μπορεί να περιλαμβάνουν εξαιρετικά ευαίσθητες πληροφορίες.

Απαιτούνται, επομένως, κρυπτογραφημένες επικοινωνίες, ελεγχόμενη πρόσβαση, εθνική διαχείριση των δεδομένων και δυνατότητα λειτουργίας ακόμη και σε περιβάλλον κυβερνοεπιθέσεων ή ηλεκτρονικών παρεμβολών.

Το HELLAS–SPACE 2. 0 προβλέπει ανάπτυξη ασφαλούς συνδεσιμότητας και δικτυωμένης αρχιτεκτονικής, ώστε οι διαστημικές υποδομές να παραμένουν ανθεκτικές και να μη στηρίζονται σε ένα μοναδικό σημείο αποτυχίας.

Το ζητούμενο για το ΓΕΕΘΑ είναι να έχει διασφαλισμένο δικαίωμα προτεραιότητας στις στρατιωτικές αποστολές και ουσιαστικό έλεγχο της πληροφορίας που αφορά την εθνική άμυνα, ακόμη και αν η συνολική διαστημική υποδομή εξυπηρετεί παράλληλα πολιτικές ανάγκες.

Ένα νέο επίπεδο επιχειρησιακής αυτονομίας

Οι ελληνικοί μικροδορυφόροι δεν πρόκειται να καταστήσουν τη χώρα πλήρως ανεξάρτητη από τις συμμαχικές και εμπορικές διαστημικές υπηρεσίες. Η πλήρης και συνεχής κάλυψη απαιτεί πολλαπλές πηγές, σημαντικούς επίγειους πόρους και διαρκείς επενδύσεις.

Μπορούν, όμως, να μειώσουν κρίσιμες εξαρτήσεις και να εξασφαλίσουν ότι η Ελλάδα θα διαθέτει εθνική δυνατότητα συλλογής, επεξεργασίας και αξιοποίησης δεδομένων από το διάστημα. Το αποφασιστικό βήμα δεν θα είναι μόνο η εκτόξευση των δορυφόρων, αλλά η ένταξή τους στην καθημερινή επιχειρησιακή λειτουργία των Ενόπλων Δυνάμεων.

Η δυνατότητα ενός επιτελείου να ζητεί συγκεκριμένη λήψη, να λαμβάνει ταχύτατα το αποτέλεσμα, να το συνδυάζει με στοιχεία άλλων αισθητήρων και να το μεταφέρει μέσω του C2 στον κατάλληλο διοικητή είναι εκείνη που θα κρίνει την επιτυχία του προγράμματος.

Για το ΓΕΕΘΑ, το διάστημα δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως ένα απομακρυσμένο τεχνολογικό πεδίο. Μετατρέπεται σε οργανικό τμήμα της επιτήρησης, της διοίκησης, της συλλογής πληροφοριών και της υποστήριξης των επιχειρήσεων.

Η Ελλάδα επιχειρεί πλέον να περάσει σταδιακά από την εποχή της απλής κατανάλωσης δορυφορικών εικόνων στην εποχή της εθνικής διαστημικής παρουσίας. Και το πραγματικό επιχειρησιακό αποτέλεσμα θα προκύψει όταν οι «οφθαλμοί» στο διάστημα συνδεθούν με τον «εγκέφαλο» του C2 και, μέσα από αυτόν, με κάθε κρίσιμο αισθητήρα, μονάδα και οπλικό σύστημα των Ενόπλων Δυνάμεων.

Ακολουθήστε το onalert.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις για την άμυνα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ