*του Κώστα Σαρικά
Η εικόνα που διαμορφώνεται τα τελευταία δύο χρόνια για το Πολεμικό Ναυτικό δεν παραπέμπει σε μια δύναμη περιορισμένη στα στενά όρια του Αιγαίου. Αντιθέτως, αποτυπώνει έναν Στόλο ο οποίος έχει περάσει σε φάση διαρκούς εξωστρέφειας, με σταθερό επιχειρησιακό αποτύπωμα από την Ανατολική Μεσόγειο έως την Ερυθρά Θάλασσα και με ταυτόχρονη παρουσία σε περισσότερα από ένα ανοιχτά μέτωπα.
Η πλέον χαρακτηριστική απόδειξη είναι η αδιάλειπτη ελληνική συμμετοχή στην ευρωπαϊκή επιχείρηση «ASPIDES», η οποία συγκροτήθηκε τον Φεβρουάριο του 2024 και ξεκίνησε επισήμως στις 19 Φεβρουαρίου 2024 για την προστασία της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα και την ευρύτερη περιοχή.
Καθώς το 2026 εξελίσσεται μέσα σε ένα εξαιρετικά ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή να βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, η Αθήνα προβάλλει ένα επιχείρημα που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί από συμμάχους και εταίρους. Η Ελλάδα δεν εμφανίζεται ευκαιριακά όταν ξεσπά μια κρίση, αλλά έχει ήδη επενδύσει σε συνεχή παρουσία, σε πραγματικές αποστολές και σε έμπρακτη ανάληψη βάρους.
Σε αντίθεση με άλλες μεγάλες ναυτικές δυνάμεις που διστάζουν, επικαλούνται περιορισμένες διαθεσιμότητες ή παραμένουν μακριά από τις πιο απαιτητικές αποστολές, το Πολεμικό Ναυτικό έχει επιλέξει να βρίσκεται επί του πεδίου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για πληρώματα, μέσα, φθορά υλικού και επιχειρησιακή πίεση.
Από το Αιγαίο στην Ερυθρά Θάλασσα
Η επιχείρηση «ASPIDES»αποτελεί ίσως το πιο καθαρό παράδειγμα αυτής της στρατηγικής. Η ΕΕ προχώρησε στη σύστασή της στις 8 Φεβρουαρίου 2024 ως απάντηση στις επιθέσεις κατά της εμπορικής ναυτιλίας και η αποστολή της είναι αυστηρά αμυντική, με στόχο την προστασία πλοίων, τη συνοδεία τους και τη διατήρηση θαλάσσιας επίγνωσης κατάστασης σε μια από τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς του πλανήτη.
Εκεί ακριβώς η Ελλάδα επέλεξε από την πρώτη στιγμή να σηκώσει το γάντι. Και δεν το έκανε με μια σύντομη, συμβολική συνεισφορά για λόγους εντυπώσεων αλλά με διάρκεια και σταθερή, συνεχή παρουσία. Το γεγονός ότι η ελληνική παρουσία στην «ASPIDES» αγγίζει πλέον ουσιαστικά τη διετία προσδίδει ξεχωριστή βαρύτητα στον ρόλο του Πολεμικού Ναυτικού. Δεν πρόκειται απλώς για συμμετοχή σε μια ακόμα ευρωπαϊκή αποστολή, αλλά για σταθερή και επαναλαμβανόμενη ανάληψη αποστολών σε μια ζώνη που χαρακτηρίζεται από πραγματική απειλή, με επιθέσεις από τους Χούθι, αυξημένο κίνδυνο για τα εμπορικά πλοία και συνεχή ανάγκη για υψηλή ετοιμότητα.
Η βαρύτητα αυτής της συνεισφοράς γίνεται ακόμη μεγαλύτερη αν ληφθεί υπόψη ότι η Ερυθρά Θάλασσα και το στενό Bab el Mandeb δεν είναι ένα περιβάλλον χαμηλής έντασης. Αντιθέτως, πρόκειται για έναν θαλάσσιο διάδρομο όπου η κρίση μπορεί να κλιμακωθεί μέσα σε ελάχιστες ώρες, όπου η εμπορική ναυτιλία βρίσκεται υπό απειλή και όπου οι μονάδες επιφανείας καλούνται να λειτουργήσουν σε καθεστώς διαρκούς επιφυλακής. Το Πολεμικό Ναυτικό έχει αποδείξει ότι μπορεί να σταθεί εκεί όχι περιστασιακά, αλλά επίμονα και αποτελεσματικά.
Η Ελλάδα προτάσσει έργο και όχι προθέσεις
Αυτό ακριβώς είναι και το βασικό επιχείρημα της Αθήνας σε μια περίοδο κατά την οποία συζητείται το ενδεχόμενο συγκρότησης πολυεθνικής ναυτικής αρμάδας στην περιοχή των Στενών του Ορμούζ. Η ελληνική πλευρά εμφανίζεται εξαιρετικά επιφυλακτική απέναντι στο ενδεχόμενο νέας άμεσης εμπλοκής σε ένα ακόμη απαιτητικό θέατρο επιχειρήσεων. Και η επιφυλακτικότητα αυτή δεν πηγάζει από αδυναμία ή έλλειψη βούλησης, αλλά από τη ρεαλιστική αποτίμηση του τι ήδη κάνει το Πολεμικό Ναυτικό εκτός συνόρων.
Η Αθήνα έχει κάθε λόγο να επισημαίνει ότι το Πολεμικό Ναυτικό βρίσκεται ήδη σταθερά αναπτυγμένο σε πολλαπλά μέτωπα. Στην Ερυθρά Θάλασσα μέσω της επιχείρησης «ASPIDES». Στην Ανατολική Μεσόγειο με τουλάχιστον μία φρεγάτα κοντά στην Κύπρο. Και ταυτόχρονα στην επιχείρηση «IRINI» ανοιχτά της Λιβύης, μια αποστολή της ΕΕ που ξεκίνησε το 2020, παρατάθηκε τον Μάρτιο του 2025 έως τις 31 Μαρτίου 2027 και έχει ως κύριο έργο την επιβολή του εμπάργκο όπλων προς τη Λιβύη, ενώ πλέον έχει ενισχυθεί και με πρόσθετη αποστολή για βελτίωση της θαλάσσιας επίγνωσης κατάστασης στην περιοχή επιχειρήσεων.
Με άλλα λόγια, η Ελλάδα λέει ότι ήδη κάνει περισσότερα από πολλούς άλλους. Γιατί σε επίπεδο συμμαχικών ισορροπιών, η συνεισφορά δεν μετριέται με δηλώσεις προθέσεων αλλά με αριθμό πλοίων, διάρκεια αποστολών, πραγματικό ρίσκο και επιχειρησιακή αντοχή.
Τριπλή παρουσία με πραγματικό κόστος
Η τριπλή παρουσία του Πολεμικού Ναυτικού εκτός Αιγαίου δεν αποτελεί μια εύκολη εξίσωση. Απαιτεί εναλλαγές Μονάδων, προσεκτικό σχεδιασμό, διαχείριση διαθεσιμοτήτων και μεγάλη αντοχή από τα πληρώματα. Κυρίως, όμως, απαιτεί μια πολιτικοστρατιωτική απόφαση με σαφές στρατηγικό πρόσημο. Ότι η Ελλάδα επιλέγει να είναι δύναμη ασφάλειας σε μια ευρύτερη γεωγραφία και όχι απλώς παρατηρητής των εξελίξεων.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ο Στόλος δεν καλείται μόνο να παραμένει σε αυξημένη ετοιμότητα στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, απέναντι στην τουρκική προκλητικότητα και στην ανάγκη επιτήρησης του εθνικού θαλάσσιου χώρου. Καλείται παράλληλα να διαθέτει μονάδες σε επιχειρήσεις εκτός του κύριου χώρου ευθύνης, να στηρίζει αποστολές ευρωπαϊκού και περιφερειακού χαρακτήρα και να το κάνει χωρίς να αποδυναμώνει τον βασικό του πυρήνα.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία διότι ανατρέπει μια παλιά ανάγνωση για το Πολεμικό Ναυτικό ως δύναμη αυστηρά προσανατολισμένη στο Αρχιπέλαγος. Σήμερα ο Στόλος και συνολικά οι Ένοπλες Δυνάμεις – η παρουσία της Πολεμικής Αεροπορίας εκτός συνόρων είναι εντυπωσιακή – λειτουργούν πλέον και ως εργαλείο ευρύτερης στρατηγικής παρουσίας της χώρας. Η σημαία κυματίζει σε πολλαπλές ζώνες κρίσης, εκεί όπου διασταυρώνονται ενεργειακές ροές, διεθνείς θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας, ευρωπαϊκά συμφέροντα και γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί.
Η Κύπρος ως σταθερό σκέλος του νέου δόγματος
Από όλες τις ταυτόχρονες αποστολές, η απόφαση διατήρησης τουλάχιστον μιας ελληνικής φρεγάτας στην Κύπρο αποκτά και άλλο χαρακτήρα, καθώς δεν πρόκειται για συμμετοχή σε μια πολυεθνική αποστολή υπό ευρωπαϊκή σημαία, αλλά για ένα ξεκάθαρο εθνικό και διμερές στρατηγικό μήνυμα Αθήνας και Λευκωσίας, σε μια περίοδο κατά την οποία η Μέση Ανατολή φλέγεται και η Ανατολική Μεσόγειος έχει μετατραπεί σε ζώνη υψηλής αβεβαιότητας.
Η απόφαση αυτή δεν είναι μόνο συμβολική, αλλά και απολύτως επιχειρησιακή. Η ελληνική ναυτική παρουσία στην περιοχή της Κύπρου λειτουργεί ως μέσο επιτήρησης, άμεσης αντίδρασης, αποτροπής και υποστήριξης σε ένα ευρύ φάσμα πιθανών σεναρίων. Από προστασία θαλάσσιων γραμμών και κρίσιμων υποδομών έως συμμετοχή σε επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης ή ακόμα και απομάκρυνσης πολιτών, εφόσον οι συνθήκες το απαιτήσουν.
Ταυτόχρονα, η παρουσία αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη εικόνα ελληνικού αποτυπώματος στην Κύπρο, όπου έχουν ήδη αναπτυχθεί και μαχητικά F-16 της Πολεμικής Αεροπορίας με rotation πληρωμάτων και τεχνικών. Έτσι, το μήνυμα που εκπέμπεται δεν είναι αποσπασματικό, αλλά συνολικό. Η Ελλάδα δεν στηρίζει μόνο με δηλώσεις τη Μεγαλόνησο αλλά και έμπρακτα στον αέρα και στη θάλασσα, με μετρήσιμη παρουσία και με μονάδες πρώτης γραμμής.
Η σύγκριση με τις μεγάλες ναυτικές δυνάμεις
Η εικόνα που έχει διαμορφωθεί το τελευταίο διάστημα δείχνει ότι αρκετές μεγάλες ναυτικές δυνάμεις είτε αποφεύγουν τη βαθιά εμπλοκή είτε περιορίζουν αισθητά τη συνεισφορά τους. Άλλες επικαλούνται κύκλους συντήρησης και περιορισμένη διαθεσιμότητα μονάδων. Άλλες εμφανίζονται πολιτικά διστακτικές μπροστά στον κίνδυνο κλιμάκωσης και άλλες απλώς παραμένουν πίσω από την ασφάλεια των διακηρύξεων. Και φυσικά η Τουρκία επιλέγει και πάλι το ρόλο του επιτήδειου ουδέτερου, όπως συνηθίζει.
Η Ελλάδα, αντιθέτως δεν περιμένει να δει αν θα σταθεροποιηθεί η κατάσταση για να κινηθεί εκ του ασφαλούς. Έχει επιλέξει να βρίσκεται εκεί που η κρίση δοκιμάζει στην πράξη την αξιοπιστία των χωρών που θέλουν να αποκαλούνται πάροχοι ασφάλειας. Γι’ αυτό και η Αθήνα μπορεί βάσιμα να τονίζει προς τους εταίρους ότι δεν είναι δυνατόν να ζητείται από την ίδια μια ακόμη βαριά αποστολή στην Αραβική Θάλασσα, όταν ήδη κρατά ανοιχτά τρία μέτωπα με συνεχή ναυτική παρουσία. Και μάλιστα όταν δεν δίστασε να δώσει αποστολή στο πιο σύγχρονο πλοίο του Στόλου, τη φρεγάτα «ΚΙΜΩΝ» που μόλις παρέλαβε.
Επιχειρησιακή ωριμότητα και πολιτικό μήνυμα
Η πολλαπλή αυτή παρουσία του Πολεμικού Ναυτικού αναδεικνύει ακόμη την επιχειρησιακή ωριμότητα που έχει αποκτήσει ο Στόλος μέσα από συνεχείς αναπτύξεις εκτός Αιγαίου. Η εμπειρία από την «ASPIDES», από την επιτήρηση στην Ανατολική Μεσόγειο, από την «IRINI» και από τις συνεχείς μεταβαλλόμενες συνθήκες ασφαλείας δημιουργεί ένα νέο επίπεδο τεχνογνωσίας για τα πληρώματα, για τα επιτελεία και συνολικά για τη διακλαδική λειτουργία των Ενόπλων Δυνάμεων.
Το Πολεμικό Ναυτικό μαθαίνει να επιχειρεί μακριά από τη μόνιμη ομπρέλα του εθνικού θεάτρου, να συνεργάζεται σε πραγματικό χρόνο με συμμαχικές δυνάμεις, να κινείται σε περιβάλλον σύνθετων απειλών και να υποστηρίζει πολιτικοστρατηγικές επιλογές της χώρας με διάρκεια. Αυτή η εμπειρία είναι ανεκτίμητη. Και ακριβώς γι’ αυτό η σημασία της ελληνικής παρουσίας δεν εξαντλείται στο σήμερα αλλά επενδύει και στο αύριο.
Την ίδια ώρα, το πολιτικό μήνυμα είναι καθαρό. Η Ελλάδα θέλει να εμφανίζεται ως χώρα που συνεισφέρει ουσιαστικά στην περιφερειακή ασφάλεια, όχι μόνο όταν διακυβεύονται άμεσα τα στενά εθνικά της συμφέροντα, αλλά και όταν απειλούνται ευρύτερες γραμμές σταθερότητας, εμπορικές θαλάσσιες οδοί και ο γεωπολιτικός ρόλος της Ανατολικής Μεσογείου.
Ο Στόλος που δεν περιορίζεται πια στο Αρχιπέλαγος
Το μεγάλο συμπέρασμα είναι ότι το Πολεμικό Ναυτικό έχει ήδη περάσει σε μια νέα εποχή. Σε μια εποχή όπου το Αιγαίο παραμένει ασφαλώς ο πυρήνας της αποστολής του, αλλά δεν είναι το μόνο πεδίο δράσης. Η Ερυθρά Θάλασσα, η Ανατολική Μεσόγειος, η Κύπρος και η περιοχή της Λιβύης συνθέτουν πλέον ένα πολύ ευρύτερο επιχειρησιακό τόξο στο οποίο η ελληνική σημαία είναι παρούσα με συνέπεια.
Η Αθήνα, επομένως, έχει ισχυρό έρεισμα όταν επισημαίνει προς κάθε κατεύθυνση ότι η χώρα δεν υπολείπεται σε συνεισφορά. Έχει ήδη αναλάβει δυσανάλογο βάρος σε σχέση με το μέγεθός της. Και το έχει πράξει χωρίς θόρυβο, αλλά με διάρκεια, με επιχειρησιακή σοβαρότητα και με ξεκάθαρη στρατηγική στόχευση.
Σε μια περίοδο που η διεθνής αστάθεια διευρύνεται και οι κρίσεις συνδέονται όλο και περισσότερο μεταξύ τους, η αξία αυτής της στάσης γίνεται ακόμη μεγαλύτερη. Το Πολεμικό Ναυτικό δεν είναι πλέον απλώς ο θεματοφύλακας του Αιγαίου. Είναι ο βασικός φορέας της ελληνικής θαλάσσιας παρουσίας σε ένα πολύ μεγαλύτερο γεωπολιτικό πεδίο. Με έναν Στόλο που αποδεικνύει στην πράξη ότι η ελληνική σημαία μπορεί να κυματίζει αν απαιτηθεί και πέρα από τον ορίζοντα του Αιγαίου.











